6/8/11

Η ευχέρεια της γλώσσας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΒΙΚΥ ΔΕΡΜΑΝΗ, Λέξεις βρύα της ψυχής, εκδόσεις ΑΩ, σελ. 54 

Από τότε που η ποίηση απομακρύνθηκε εντελώς από κάθε έννοια προφορικότητας, από τότε που η απαγγελία έπαψε να είναι μια συνήθης κοινωνική πρακτική, αλλά και αυτονόητη δοκιμασία για κάθε ποίημα, η εκφραστική γκάμα της ποιητικής γλώσσας συρρικνώθηκε δραματικά. Η ποίηση πλέον μόνο διαβάζεται, και μάλιστα σιωπηλά. Ακόμα και οι δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων σιωπή εκπέμπουν, γιατί ο ήχος τους σιωπή αναπαράγει, αφού στη γενικευμένη εκφραστική αμηχανία υπόκεινται, τόσο ως «φωνή» όσο και ως «κείμενο».

Φωνή δεν έχω
τούτες τις ώρες που η σελήνη
σέρνει στους δρόμους τ’ ασημένια της
φορέματα
απουσίες μόνο σιωπές χάρτινες
νερό και χώμα
και εφτά πέτρες εφτασκάλιστες
με αυλακιές βαθιές
να εκλιπαρούν το βλέμμα
που απ’ την αιώνια πείνα θρέφεται
των λύκων
Ο χαμένος ήχος της γλώσσας λοιπόν, ο ρέων λόγος της ποίησης. Ποια αυτοπεποίθηση προϋποθέτει; Εκείνη του απροσμάχητου λυρισμού, όπως στην περίπτωση του Λειβαδίτη; Εκείνη της μεγαλορρημοσύνης, όπως στις απόπειρες του Σικελιανού ή στη μανιέρα του Εμπειρίκου; Την απλότητα και ειλικρίνεια, αρετές που ανέδειξε η Πολυδούρη; Τη λυρική μυσταγωγία του Ελύτη;

ΕΡΗΜΙΑ
Με βλέμμα να ουρλιάζει άνυδρο
κλυδωνιζόμενοι βαδίζουμε
μ’ ένα γιατί καρφωμένο στο πέτο
και μια πνοή διάτρητη ανέμων

έμπλεοι λευκών διαδρομών
εντέχνως μπερδεύουμε
με τετριμμένες λέξεις
του φόβου μας τα δίχτυα
γεμίζοντας τ’ αυτιά μας θάλασσα
πίνουμε ήχους
όλη τη μέρα
κι όλη τη νύχτα
βαφτίζοντας με λάγνα ονόματα
την ερημιά μας

Γονυπετής παρακαλά την δύση ο ήλιος

Η ανά χείρας, δεύτερη συλλογή της Βίκυς Δερμάνη, νομίζω πως θέτει μετ’ επιτάσεως, συχνά θεματοποιώντας το μάλιστα, το ζήτημα της γλωσσικής αγωγής του ποιητικού λόγου, καθώς και αυτό της εκφραστικής του δυνατότητας.

σε ξεγέλασε χορεύοντας η Σαλώμη
σε περιέπαιξαν οι Θεοί
σε σήκωσαν οι Άνεμοι
πάνω απ’ τα απόρθητα τείχη
της Οδύσσειας ο ποιητής
φτηνά εξαγόρασε τον οβολό σου

Ο πιο προφανής κίνδυνος, η πιο εύκολη λύση είναι βέβαια η ρητορεία, στην ευκολία της οποίας ενδίδει τελικά η Δερμάνη στο τέλος του βιβλίου, και μάλιστα με τον πιο προβλέψιμο τρόπο, δηλαδή με ένα ποιητικότροπο πεζό. Αλλά ήδη έχει προλάβει να θέσει ως επιτακτική ανάγκη την αναζωογόνηση της ποιητικής γλώσσας, καθώς και να καταθέσει την αξιοπρόσεκτη δικιά της ποιητική δυνατότητα.

Επανόρθωση
Την προηγούμενη Κυριακή, στο κείμενό μου για το βιβλίο του Αλέκου Φλωράκη, δύο φορές ονομάζω τον ποιητή σωστά και μία τον ονομάζω Μπεκατώρο... Για τη λογοτεχνική συντεχνία, αυτό το λάθος φαντάζομαι πως θα έγινε αιτία για ένα πικρό χαμόγελο, αλλά και για μια αναθύμηση του πρόωρα χαμένου ποιητή Στέφανου Μπεκατώρου, με τον οποίο ο Αλέκος Φλωράκης έχει ταυτίσει μια σημαντική πλευρά της διαδρομής του, αφού μαζί επιμελήθηκαν την Ανθολογία της γενιάς του ’70, στα ένδοξα εκείνα χρόνια του «Κέδρου» της Καλλιανέση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: