14/5/11

Η μαγεία της μετάφρασης ως δημιουργίας

ΤΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ ΑΝΔΡΕΑΔΗ

Παλατινή ανθολογία, ανθολόγηση και μετάφραση Μίνως Βολανάκης, εκδόσεις Οξύ (περιλαμβάνεται CD, όπου ο Μ. Βολανάκης διαβάζει και σχολιάζει τα ποιήματα)


Δεν γεννήθηκα από δικό μου αμάρτημα
Όμως εκείνη η γέννηση με έβαλε στο δόμο
για τον Άδη
Θανατηφόρος των γονέων ο έρωτας
Γεννά την ανάγκη που οδηγεί στον στυγερό
Απ’ το ουδέν οδεύεις στο μηδέν. Στο δρόμο
         θα δεις τον ήλιο

Αν και σύντομα τα κείμενα αυτά, είναι τόσο συμπυκνωμένα ώστε επιτρέπουν να αναφερθούμε ευρύτερα στην παρουσία του μεταφραστή τους. Ο Βολανάκης ήταν σκηνοθέτης, μεταφραστής, ποιητής και οι δραστηριότητες αυτές δεν ήταν ένα ετερόκλητο άθροισμα αλλά ένα πολυδιάστατο όλον. Η σκηνοθεσία προϋπέθετε γι αυτόν την μετάφραση. Μετάφραση και σκηνοθεσία ήταν μέρος ενός ποιητικού ορίζοντα που θεμελιώνεται στο καταγεγραμμένο έργο του αλλά και το υπερβαίνει.

Οι μεταφράσεις του Βολανάκη, είναι μάλλον οι ποιητικότερες, δηλαδή οι θεατρικότερες  που έγιναν στον εικοστό αιώνα στην Ελλάδα και αυτό για μια σειρά από λόγους. Εν πρώτοις υπηρετούν όχι κάποια ιδεολογική άποψη για το «γλωσσικό», αλλά την ανάγκη του κειμένου να σταθεί στο σανίδι της σκηνής ή όπως έλεγε να υπηρετήσουν την «βούληση του ρόλου» και να γεννήσουν την θεατρική μαγεία.  Είναι γνωστό ότι βρισκόταν μόνιμα σε διάλογο με τα πρωτότυπα κείμενα. Αυτό του επέτρεπε να διαλέγεται άμεσα με τους μεγάλους συνομιλητές του και να απελευθερώνει την αιχμηρότητα της φωνής τους που συχνά θάβεται κάτω από ένα σωρό προκρούστειων ερμηνειών και παρερμηνειών.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι μεταφράσεις του του Αριστοφάνη. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 60 παρουσίασε την μετάφραση της Λυσιστράτης που ανέβηκε από την Άννα Συνοδινού στον Λυκαβηττό, οι «επαϊόντες» έσχισαν τα ιμάτιά τους για τις χυδαιότητες που υποτίθεται ότι περιείχαν. Στο μελέτημά του για το ζήτημα αυτό, που αποτελεί παγκόσμια πρωτιά στο θέμα, ο Τάσος Λιγνάδης έδειξε ότι ο Βολανάκης είχε μάλλον απαλύνει την σεξουαλική τόλμη του κειμένου. Αυτό που είχε στην πραγματικότητα καταφέρει ο Βολανάκης ήταν να κυριολεκτήσει και γι αυτό να αποδώσει τόσο την υψηλή ποίηση όσο και το ωμό χιούμορ του Κωμικού και γι αυτό οι αριστοφάνειες μεταφράσεις του είναι ανώτερες τόσο από αυτές του Βάρναλη όσο και από εκείνες του Ταχτσή, που αμφότερες ρέπουν στην παράφραση.
Η κυριολεξία είναι η δύναμη του Βολανάκη όταν μεταφράζει. Αλλά η κυριολεξία δεν μπορεί να είναι αντανάκλαση του πρωτοτύπου. Προϋποθέτει την δημιουργία γλωσσικών ισοδυνάμων. Μια μετάφραση/ ποίηση όπου η παρήχηση, διδαγμένη σε μεγάλο βαθμό από τον ελληνικό υπερρεαλισμό,  παίζει έναν κυρίαρχο ρόλο και όπου η εύρεση, η γλωσσική δημιουργία αναδύεται όπου και όπως χρειάζεται. Για να συνοψίσουμε, το μεταφραστικό έργο του Βολανάκη, όπως και το ποιητικό του Ελύτη- ο συσχετισμός δεν είναι τολμηρός- πρότειναν, το καθένα στο δικό του πεδίο και με τους δικούς του προσανατολισμούς, μια επανάσταση ουσίας και φόρμας, που περισσότερο επαινούμε και λιγότερο τολμούμε να την ολοκληρώσουμε.
Ας προσθέσω ότι όσοι μαθήτεψαν έστω και λίγο κοντά του γνωρίζουν τον θεατρικό λόγο για τον οποίο το επί σκηνής εκφωνούμενο κείμενο είχε γι αυτός μια τόσο θεμελιώδη σημασία: Ως σκηνοθέτης πίστευε όχι στην στημένη από τα έξω ερμηνεία, αλλά στην παράδοση στην ελεύθερη και εκρηκτική ροή του λόγου που μπορούσε να δημιουργεί το αναπάντεχο, το διαφορετικό που παρασύρει τόσο τον ερμηνευτή όσο και το κοινό του. Και για να κάνει ο ηθοποιός κάτι τέτοιο έπρεπε να μπορεί «να πει απλώς το κείμενο». Φράση που σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από το τυπικό νόημά της γιατί υπαινισσόταν  ότι όποιος παραδίδεται άδολα στον θεατρικό λόγο απελευθερώνει το θυμικό του και μπορεί να παραγάγει την αυθεντική έκπληξη, σημάδι της δημιουργίας.
Η αναφορά στα παραπάνω με την ευκαιρία των αποσπασμάτων της Παλατινής δεν είναι ανεπίκαιρη ή ευκαιριακή. Τα σύντομα κείμενα που περιέχει η έκδοση δεν είναι απλώς διαμάντια. Είναι συνόψεις σε λίγους στίχους των λυρικών και ακόμη των τραγικών και κωμικών έργων στα οποία ο Βολανάκης αφιέρωσε την μεταφραστική και την σκηνοθετική δημιουργία του. Και είναι ακόμη η απόδειξη ότι για την ελληνική ποιητική  διαχρονία υπάρχουν πολύ λιγότερες εποχές ξηρασίας από ότι πολλοί νομίζουν. Από τον Καλλίμαχο της εποχής των Διαδόχων μέχρι τον Ρυανό, τον Μελέαγρο και τα συγκλονιστικά «αδέσποτα» και ώς τον Γρηγόριο τον Ναζιανζινό τον 4ο μ. Χ. αιώνα βρισκόμαστε μπροστά σε κορυφαίες δημιουργίες που έθρεψαν τον Καβάφη που θυμόμαστε σχεδόν συνεχώς διατρέχοντας τα αποσπάσματα. Ανάμεσα στις δημιουργίες αυτές ο αναγνώστης θα βρει και τους ανεπανάληπτους στίχους που, μας λέει ο μεταφραστής, καθήλωσαν τον Σάμιουελ Μπέκετ και που παραθέτουμε εδώ μετά τον τίτλο. Στα έργα αυτά, που είτε προβάλλουν τον έρωτα είτε τον θάνατο παλινδρομούν αέναα ανάμεσα στους δύο έχουμε αυτό που ζητά ο Πάουντ, που ο Βολανάκης είχε επίσης γνωρίσει στα νιάτα του,  από την ποίηση: Την μέγιστη συμπύκνωση σκέψης και αισθήματος σε ελάχιστες λέξεις. Η διατύπωση ισχύει τόσο για τα πρωτότυπα όσο και για την μετάφρασή τους που κατορθώνει να είναι πιστή και δημιουργική. Και για τον λόγο αυτό η πρόσφατη έκδοση, ευσύνοπτη όπως και τα αριστουργήματα που σώζει, συνιστά σημαντική προσφορά.                              

Ο Γιάγκος Ανδρεάδης διδάσκει Δημιουργική γραφή, ιστορία του πολιτισμού και θέατρο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  
Πένυ Κωνσταντίνου- Η χαμένη αθωότητα

Δεν υπάρχουν σχόλια: