25/3/11

Μακρυγιάννης: έμπορος και συνωμότης

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ

Από το 1814, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, ο Μακρυγιάννης φαίνεται ότι, πέρα από τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη, έχει ήδη αρχίσει να καταγίνεται με τις πρώτες δικές του επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Είναι μια περίοδος οικονομικής και εμπορικής κάμψης για την Άρτα. Ωστόσο, οι επιχειρηματικές δυσκολίες αυτής της συγκυρίας φαίνεται να αποτελούν πλεονέκτημα για τον Μακρυγιάννη, που αναπτύσσει και διευρύνει τις δραστηριότητές του στηριζόμενος στην επιρροή και το δίκτυο του «ευεργέτη του» Θανάση Λιδωρίκη. Ο τελευταίος θα εγκρίνει και θα ενθαρρύνει τις επιχειρηματικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες του υποτακτικού του. Γνωρίζουμε μάλιστα ότι και ο ίδιος επένδυσε αργότερα σ’ αυτές χίλια γρόσια, «με τόκο τα δέκα έντεκα και μισό». Ενδεχομένως, ο Θανάσης Λιδωρίκης, αναθέτοντας στον Μακρυγιάννη τη διαχείριση δικών του υποθέσεων, να του άφηνε και κάποια περιθώρια ίδιου κέρδους.

Οι πρώτες, μικρής εμβέλειας, επιχειρηματικές δραστηριότητές του πρέπει να απέβησαν εξαρχής αποδοτικές. Ειδάλλως, δεν θα μπορούσε να φανεί αξιόχρεος στα μάτια «των προεστών και των εμπόρων», ώστε να του εμπιστευθούν πέντε-έξι χιλιάδες γρόσια: «Τα προστύχησα εις τους χωργιάτες και έπιασα βρώμη τον χειμώνα, να την λάβω εις τ' αλώνια. Την πιάνω τέσσερα γρόσια το ξάι, την σύναξα εις τ' αλώνια (και ήταν έλλειψη) και την πουλώ δεκαέξι. Πιάνω όλα αυτά τα χρήματα. Την άλλη χρονιά τον χειμώνα τα πιάνω αραποσίτι από έντεκα γρόσια το ξάι· το συνάζω εις τ' αλώνια, το πουλώ εις την Άρτα τριάντα τρία. Ότ' ήταν πανούκλα εις την Άρτα και ήταν έλλειψη το ψωμί». Από τη θετικά επιβεβαιωμένη χρονολόγηση της πανούκλας, συνάγουμε ότι το πρώτο δάνειο που πήρε ο Μακρυγιάννης από «προεστούς και εμπόρους» πρέπει να συνομολογήθηκε στο τέλος του καλοκαιριού του 1814. Τελικά, το καλοκαίρι του 1815 είχε κέρδος 18.000 γρόσια περίπου, ενώ το επόμενο, λόγω της συγκυρίας της πανούκλας, το διάφορό του διπλασιάστηκε.
Πέντε χρόνια αφ’ ότου πρωτοξεκίνησε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ο Μακρυγιάννης είχε ήδη αποκτήσει σημαντική περιουσία, κινητή και ακίνητη. Από τα 1819 ώς τα μέσα του 1821, ο παλιός χοσμεκιάρης θα ασχοληθεί πλέον κυρίως με το εμπόριο, τις συντροφίες και την τοκογλυφία, και όχι με τα του οίκου του Λιδωρίκη. Μέσα σε δυο-τρία χρόνια, ο Μακρυγιάννης απόκτησε ακίνητα, αμπέλι, και σπίτι από καταχρεωμένο προύχοντα.
«Ρωμιοί και Τούρκοι», γράφει με έμφαση ο Μακρυγιάννης, προσέφευγαν σ’ αυτόν για δανεισμό, για εμπορικές συναλλαγές ή για συνεταιριστικές επιχειρήσεις. «Ετόκιζε συνήθως προς γεωργούς επί απολήψει του τόκου εις είδος μετά τον θερισμόν», σχολιάζει ο Γ. Βλαχογιάννης: «Κατά τινα ομολογίαν ο Μακρυγιάννης εδάνεισε 500 γρόσια εις τινα διά να ανοίξη αργαστήρι τουτουντζίτικο [καπνοπωλείον] χωρίς διάφορο, αλλά το κέρδος να μοιράζεται εις την μέση. Κατ' άλλην ο Μακρυγιάννης κατέβαλε 5.500 γρόσια και έκαμε συντροφιάν με άλλους ν' ανοίξουν αργαστήρι τουτουντζίτικο. Βραδύτερον έπεδόθη και εις άλλας καθαρώς εμπορικάς εργασίας».
Οι παραμονές της επανάστασης βρίσκουν, λοιπόν, τον Μακρυγιάννη έμπορο καλοστεκούμενο και δανειστή με ευρύ κύκλο εργασιών. Ξέρει λίγα κολλυβογράμματα, όσα του χρειάζονται για να τηρεί ικανοποιητική τάξη στις οικονομικές του δραστηριότητες, είναι ικανός ομιλητής και ακροατής προσεκτικός. Είκοσι έξι ετών ήδη, έχει αποκτήσει σχέσεις με κύκλους των εμπορευόμενων και των προεστών της Άρτας, καθώς και με προσωπικότητες που σύχναζαν ή που περνούσαν από το σπίτι του Λιδωρίκη. Το σπίτι αυτό «ήταν ανοικτό στους ξένους [...]. Σ' αυτό φιλοξενήθηκαν όλοι οι Ευρωπαίοι, και δεν έβρισκαν μόνο μια αρχοντική φιλοξενία, μα κι' άνθρωπο να μπορούν να μιλήσουν, σπάνιο για την εποχή εκείνη. Γιατί ο Λιδωρίκης εξόν από τα Τούρκικα, κατάφερε να μάθει και να μιλάει καλά τα Γαλλικά και τα Ιταλικά». Στο περιβάλλον του αφέντη του ο Μακρυγιάννης γνώρισε προεστούς, εμπορευόμενους, δανειστές, επιφανείς οπλαρχηγούς κι αρματολούς, ιερείς, λογίους, περιηγητές, μέλη των δυτικών αποστολών και προξενείων, οθωμανούς αξιωματούχους, συνωμότες Φιλικούς.
Σταδιακά, ο Γιαννάκης του Λιδωρίκη θα αποκτά σχέσεις με πρόσωπα που ανήκαν στον ευρύτατο κύκλο των γνωριμιών του αφέντη του. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον συναντήθηκε με ιδέες και αντιλήψεις για την επερχόμενη επανάσταση, για το «ελληνικό παρελθόν», για το «ποθούμενο». Απέναντι στις ιδέες αυτές υπήρξε δεκτικός, ικανός να τις ενσωματώσει στον καμβά του λαϊκού πολιτισμού που συμμεριζόταν και να τις μεταγράψει σε μια ιδιόμορφη αντίληψη περί του δέοντος, που ήταν θεμελιωμένη, ταυτόχρονα, τόσο στις αρχές του παραδοσιακού κόσμου όσο και στις καινούριες ιδέες. Ο Γιαννάκης του Λιδωρίκη, τούτο το πολιτισμικό υβρίδιο που ξανοιγόταν στα ρεύματα τα οποία έφερναν τη νέα εποχή και τον καινούριο αιώνα, συγκροτούσε βεβαιότητες και προσμονές που θα στήριζαν την κατοπινή του εμπλοκή στον αγώνα της Ανεξαρτησίας. Παρά την αντιφατικότητά τους, οι ιδέες για την τάξη του κόσμου που κληρονόμησε κι εκείνες οι καινούριες που δεξιωνόταν και διαμόρφωνε, θα του επιτρέψουν να αναζητήσει νέες ισορροπίες, ανάμεσα στο κληροδοτημένο ανελαστικό σύστημα σκέψης και σ’ ένα ρηξικέλευθο δέον, που τον ξεσήκωνε να ξανοιχτεί στις προκλήσεις και τα κελεύσματα των νέων καιρών. Βρισκόμαστε ήδη στις παραμονές της επανάστασης και, για τον Μακρυγιάννη, οι εικόνες τού αύριο γίνονταν ήδη δεκτικές στην αφομοίωση των εθνικών ιδεών.

***

Κάποια στιγμή, ήρθε αντιμέτωπος με το «μυστικό της πατρίδας». Ένας, ανώνυμος στα Απομνημονεύματα κληρικός, σακελλάριος κι έπειτα οικονόμος Άρτας, θα τον εισαγάγει σε πράγματα και καταστάσεις που παραπέμπουν στο «μυστήριο» με το οποίο περιβαλλόταν η συνωμοτική δράση της Φιλικής Εταιρίας. Το γεγονός, όπως το αφηγείται ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, τοποθετείται μετά το ταξίδι του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (Απρίλιος 1819) και πριν από το καλοκαίρι του 1820, οπότε ξεκίνησε η πολιορκία των Ιωαννίνων από τα στρατεύματα της Πύλης.
Γνωρίζουμε ότι ο Θανάσης Λιδωρίκης μετείχε στο δίκτυο των Φιλικών της αυλής των Ιωαννίνων κι είχε στην Άρτα επαφές με γνωστά μέλη της οργάνωσης. Θα αποφύγει, όμως, να μιλήσει γι’ αυτά τα πράγματα στον έμπιστό του Μακρυγιάννη. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς το γιατί. Η εκδοχή την οποία, τρεις δεκαετίες αργότερα, θα καταθέσει ο ίδιος ο Λιδωρίκης στη δίκη του Μακρυγιάννη, ότι δηλαδή δεν τον θεωρούσε άνθρωπο προσγειωμένο και άξιο να ανακατευτεί σε τέτοιες υποθέσεις, δεν μοιάζει ιδιαίτερα πειστική.
Η διαδικασία της μύησης που περιγράφει ο Μακρυγιάννης δεν θυμίζει πολλά από όσα παραδίδει η σχετική φιλολογία. Δεν είναι παράξενο. Η πραγματική διάχυση της δυναμικής και των ιδεών της Φιλικής σε περιβάλλοντα εμπόρων, προεστών, ιερωμένων και ενόπλων υπερέβαινε την οργανωτική ανάπτυξη των Φιλικών με τη στενή έννοια. Οι πληροφορίες για το «μυστήριον» κυκλοφορούσαν έτσι κι αλλιώς στους κύκλους αυτούς και, μεγεθυμένες ή παραλλαγμένες, φόρτιζαν την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα με την αναγκαία μάλιστα για την εποχή τελετουργία ενός όρκου. Στο δεύτερο αυτοβιογραφικό σημείωμα του Μακρυγιάννη, που «είναι γεγραμμένον δι’ αγνώστου γραφής, φαίνεται δ’ ότι συνετάχθη εντολή του Μακρυγιάννη ίνα υποβληθεί εις τινα αρχήν ως υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού», βρίσκουμε μια αρκετά διαφορετική εκδοχή των πραγμάτων, που δεν επιβεβαιώνεται όμως από κανένα άλλο κείμενο του ιδίου ή άλλη γραπτή πηγή: «Κατά τας αρχάς του 1820 ειδοποιήθην τα της Εταιρίας των Φιλικών, εις την τάξιν των αδελφοποιητών καταταχθείς». Την «τάξιν των αδελφοποιητών» ο Μακρυγιάννης δεν την αναφέρει παρά μόνο εκεί. Σε παλαιότερη αναφορά του προς το Βουλευτικό, βλέπουμε μια πιο χαλαρή και διφορούμενη διατύπωση: «Περιερχόμενος αποστολικώς εσυλλήφθην από τους Αρτηνούς».
Χρειάζεται ίσως να είμαστε περισσότερο δύσπιστοι σ’ αυτές τις υπαγορευμένες από τους γραμματικούς και τις συγκυρίες καταθέσεις. Όχι για το αν ο Μακρυγιάννης λέει την αλήθεια, αλλά ως προς τι ακριβώς αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα που αφηγείται. Καθώς φαίνεται, ο γνωστός μας Φιλικός Ιωάννης Σακελλαρόπουλος, γιος του παπά-Χρήστου οικονόμου Άρτας, μύησε τον πατέρα του ή, έστω, τον εισήγαγε στο «μυστήριο» της Εταιρείας. Οι πληροφορίες που παραδίδει ο Μακρυγιάννης δεν αρκούν για μια σταθερή υπόθεση επ’ αυτού. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο παπά-Χρήστος όρκισε τον Μακρυγιάννη μπροστά στις εικόνες «δια την λευτερίαν της πατρίδος και θρησκείας του». Και, με τον ιδιόμορφο τρόπο του, τον όρκο αυτόν ο Μακρυγιάννης τον τίμησε σε όλη του τη ζωή.

Προδημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο Ο βίος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Απομνημόνευμα και ιστορία, που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Βιβλιόραμα»

Ο Νίκος Θεοτοκάς είναι ιστορικός

Δεν υπάρχουν σχόλια: