5/2/11

Κυπρίων πεζά

ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΥ

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, Όψεις της Κυπριακής Πεζογραφίας, 1900-2000, Εκδόσεις ΑΙΠΕΙΑ [Σπίτι της Κύπρου και Πάπυρος], σελ. 214 + 8 εικον. 

Είναι ένα βιβλίο το οποίο συνδυάζει συνθετικές μελέτες με ειδικότερα, συντομότερα κριτικά σημειώματα, ένα βιβλίο, ωστόσο, που δεν σου δίνει την αίσθηση του συμπιλήματος αλλά του οργανικού συνόλου. Καθώς έψαχνα να δω σε τι οφείλεται αυτό, νομίζω ότι εκείνο που εντόπισα δεν είναι τόσο ότι το γενικό προτάσσεται του ειδικού όσο ότι το βιβλίο διατρέχεται από ορισμένα νήματα. Είναι ευδιάκριτοι δηλαδή οι όροι της ανάγνωσης (περιόδων, επιμέρους κειμένων). Σε αυτά τα νήματα θα ήθελα να σταθούμε.
Αλλά πριν περάσουμε σ’ αυτά, να πω δυο λόγια για τον όρο «Κυπριακή Λογοτεχνία». Είναι βέβαια μία ανοιχτή συζήτηση, ένα πολυβασανισμένο θέμα, και όπως επισημαίνει και ο Αλέξης Ζήρας έχει δυστυχώς προσωποποιηθεί τόσο πολύ, που ως ένα βαθμό το επιστημονικό μέρος των επιχειρημάτων κινδυνεύει να χαθεί.
Προσωπικά, δεν έχω αντιρρήσεις ούτε για τον όρο «Κυπριακή Λογοτεχνία» ούτε για τον όρο «Ελληνική ή Νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου». Νομίζω ότι και οι δύο υποστηρίζονται από σοβαρά επιχειρήματα και θα μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς κανένα πρόβλημα. Το ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι αντιμετωπίζεται ως τώρα. Έτσι κι αλλιώς είναι  περίπλοκο. Η ευτυχία η μεγάλη σε σχέση με αυτό το ζήτημα, και με την κυπριακή λογοτεχνία γενικά, είναι ότι τώρα τελευταία πληθαίνουν οι μελέτες που την αφορούν. Έχουμε, εκτός από το βιβλίο του Αλέξη Ζήρα και το άλλο που ήδη ακολούθησε, τη θαυμάσια, εξαιρετικά εμπεριστατωμένη και ογκωδέστατη Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, των Γιώργου Κεχαγιόγλου και Λευτέρη Παπαλεοντίου.
Έχουμε βέβαια και προγενέστερα μελετήματα του Λευτέρη Παπαλεοντίου, όπως και του Λεύκιου Ζαφειρίου. Έχουμε (νομίζω ότι σύντομα θα εκδοθεί) και ένα πολύ εμπεριστατωμένο, επίσης, εγχειρίδιο του Παντελή Βουτουρή. Πληθαίνουν λοιπόν οι μελέτες και αυτό είναι το θετικό.
Τα προβλήματα του ορισμού και των όρων παραμένουν, ακόμη και όταν προσπαθούμε να πούμε ότι θα ορίσουμε ως κυπριακή λογοτεχνία μόνο τα έργα που έχουν εκδοθεί στην Κύπρο. Δημιουργούνται προβλήματα, γιατί τι κάνει κανείς με το έργο του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, για παράδειγμα; Δεν μπορούμε να τον χωρίσουμε στη μέση, με το ένα κομμάτι του να ανήκει στην κυπριακή λογοτεχνία κι με ένα άλλο όχι. Το ζήτημα είναι περίπλοκο και εκείνο που έχει μεγάλη σημασία βέβαια είναι ότι κάποιος πρέπει να ασχοληθεί με την κυπριακή λογοτεχνία, απ’ τη στιγμή που οι ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας πολύ κακώς δεν περιλαμβάνουν πολύ σημαντικούς κύπριους λογοτέχνες.
Ο Αλέξης Ζήρας  προσπερνά αυτό το θέμα. Δεν τον ενδιαφέρει να ορίσει ως κύπριο λογοτέχνη αυτόν που ζει και δρα στην Κύπρο και εκδίδει τα βιβλία του στην Κύπρο. Άλλωστε περιλαμβάνει –φυσικά– τον Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, αλλά περιλαμβάνει και τον διευθυντή των Παναθηναίων, ο οποίος ούτε καν γεννήθηκε στην Κύπρο, δεν έζησε ποτέ στην Κύπρο, είναι απλώς κυπριακής καταγωγής. Παρακολουθεί λοιπόν, ως κύπριους λογοτέχνες, ανθρώπους που έχουν κυπριακή καταγωγή, είτε έζησαν είτε όχι στην Κύπρο. Άλλο παράδειγμα είναι ο Λουκής Ακρίτας. Ο Αλέξης Ζήρας προσπερνά επίσης το ζήτημα της ελληνικότητας της Κύπρου, θεωρώντας το προφανώς δεδομένο. Άλλωστε γράφει  ότι ακόμα και οι ιδεολογικές κατασκευές, στο βαθμό που υπάρχουν ιδεολογικές κατασκευές, διαμορφώνουν αντιλήψεις και προχωράμε με βάση τις διαμορφωμένες αντιλήψεις.
Ο Αλέξης Ζήρας λοιπόν αναζητεί όχι τόσο τον ορισμό τού τι είναι κυπριακή πεζογραφία, όσο τις συνιστώσες της σύγχρονης κυπριακής πεζογραφίας, και παρακολουθεί τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις της από την ελλαδική. Συγκλίσεις και αποκλίσεις, οι οποίες έχουν η κάθε μία το ενδιαφέρον της: πολλές φορές, παρακολουθώντας τις περιπέτειες ενός κύπριου λογοτέχνη, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι διαφωτίζονται περιπέτειες του ευρύτερου ελληνισμού, όπως έδειξε ο Κώστας Νικολαΐδης με την εξαιρετική εισαγωγή του στην Ανθολογία Ποίησης Θοδόση Πιερίδη. Εξηγώντας τη σχέση του Θοδόση Πιερίδη με το Κομμουνιστικό Κόμμα, την καταπίεση που υφίστατο ο ίδιος για να γράψει –μία εσωτερικευμένη καταπίεση–,  μας δείχνει πώς επιδρούσε η στράτευση σε λογοτέχνες και του υπόλοιπου ελληνισμού.
Συγκλίσεις λοιπόν και αποκλίσεις από την ελλαδική πεζογραφία, οι οποίες οφείλονται εν πολλοίς σε ιστορικά γεγονότα και ιστορικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, δηλώνεται ότι ο μεταπόλεμος στην ελλαδική πεζογραφία είναι αναγκαστικά πολύ διαφορετικός απ’ τον μεταπόλεμο στην κυπριακή, το ίδιο φυσικά για τα γεγονότα του ’74, αλλιώς βιώνονται στην Κύπρο, αλλιώς βιώνονται εδώ. Από κει και πέρα, φυσικά, δεν μπορεί κανείς να παρακολουθήσει συγγραφείς κύπριους απομονώνοντάς τους από τους ελλαδίτες. Και για τους πεζογράφους ισχύει ό,τι και για τους ποιητές: μπορεί κανείς να μελετήσει την κυπριακή ποίηση χωρίς να βλέπει, να νιώθει την παρουσία του Παλαμά ή του Σεφέρη;
Αναζητώντας στην κυπριακή πεζογραφία τη δική της υβριδική ταυτότητα, όπως πολύ εύστοχα λέει, ο συγγραφέας, εντοπίζει δύο θέματα, δύο ζητήματα στα οποία επανέρχεται η κυπριακή πεζογραφία, το ζήτημα της εντοπιότητας και το ζήτημα της αφαίρεσης – και την ποιητική αφαίρεση την ανάγει και πάλι σε κοινωνικά φαινόμενα και ιστορικά, σε ιστορικές συνιστώσες, στην κλειστή κοινωνία και το βίωμα του αποκλεισμού, το οποίο οδηγεί σε μια κίνηση εσωστρέφειας και στη διερεύνηση ενός υπαρξιακού βάθους. Το βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον αυτό, πάρα πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία, κι ο πεζογραφικός συμβολισμός του Νίκου Βραχίμη ακόμη και η παραμυθητική εμπειρία της αφήγησης της Νίκης Μαραγκού, εντάσσονται σ’ αυτήν τη διερεύνηση του υπαρξιακού βάθους.
Το ένα νήμα λοιπόν του βιβλίου νομίζω ότι είναι αυτό, η αναζήτηση της ιδιαίτερης ταυτότητας της κυπριακής πεζογραφίας. Το δεύτερο νήμα, που το βρίσκω εξίσου ενδιαφέρον, είναι το θέμα της αλήθειας της γραφής, που επανέρχεται επίμονα μέσα στο βιβλίο. Η αλήθεια της γραφής που μπορεί να αφορά είτε την ανάπλαση της ζωής, είτε την ποιητική αφαίρεση. Η αλήθεια της γραφής δεν ταυτίζεται, δηλαδή, με μία χρονογραφία, δεν ταυτίζεται με τον ρεαλισμό. Ο συγγραφέας εντοπίζει την αλήθεια της γραφής στην Τετραλογία των καιρών, για παράδειγμα, αρνητικά, λέγοντας ότι ο κόσμος της Τετραλογίας των καιρών δεν είναι πλήρως αυτόνομος, ότι τα πρόσωπα εκφέρουν τις θέσεις του συγγραφέα. Ενώ, την εντοπίζει την αλήθεια της γραφής θετικά στους Συμμορίτες, την εντοπίζει και στης Ήβης Μελεάγρου την πορεία, παρακολουθώντας την έξοδό της προς την αβεβαιότητα, και σ’ αυτή την αβεβαιότητα βρίσκει και την αλήθειά της η συγγραφέας. Την εντοπίζει στα έργα της Νίκης Μαραγκού, μιλώντας για μια ζώσα εμπειρία πίσω από τη λυρική αύρα των χαρακτήρων, την εντοπίζει και στο Μπλου της Ευτέρπης Αραούζου, λέγοντας ότι η αλήθεια είναι το αενάως ασταθές που οι καθρέφτες της φαντασίας σχηματίζουν και μετατρέπουν σε γραφή.
Η αλήθεια της γραφής λοιπόν, ένα θέμα στο οποίο επανέρχεται γενικά στα μελετήματά του ο Αλέξης Ζήρας, είναι ένας εξαιρετικός οδηγός μελέτης της λογοτεχνίας και βέβαια ένας πάρα πολύ δύσκολος οδηγός. Αυτά τα δύο νήματα συνδέονται μεταξύ τους και εκβάλλουν και στη μελέτη στα κριτικά σημειώματα νεότερων πεζογράφων, όπου ο συγγραφέας διερευνά την άρνησή τους να συνδεθεί η μυθοπλασία με ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα, τους βλέπει να στρέφονται προς έναν άλλο προσδοκώμενο ορίζοντα, μια ουτοπία ή μια δυστοπία, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει την αποσύνδεσή τους από την κοινωνία ή από τα ιστορικά δρώμενα. Αντίθετα, είναι ένας τρόπος πρόσληψης των ιστορικών δρωμένων και η αλήθεια της γραφής δηλώνει μία στάση του συγγραφέα, όχι μόνο απέναντι στη γραφή αλλά και απέναντι στη ζωή.
Τα καλά βιβλία ανοίγουν την όρεξη και αφήνουν συνήθως και κάποιο παράπονο και δημιουργούν και την ανάγκη ενός διαλόγου. Να εκφράσω λοιπόν το παράπονό μου, το οποίο μάλλον αφορμάται από μια επαγγελματική διαστροφή: με ό,τι ασχολείται κανείς αυτό αγαπάει: έχω κι εγώ μια εμμονή με τη πεζογραφία του Κώστα Μόντη. Μας υπόσχεται βέβαια ο Αλέξης Ζήρας ένα έργο, μια μελέτη για τον Νικολαΐδη, μία μονογραφία, επομένως ο Νικολαΐδης δεν είναι αδικημένος, θεωρώ όμως ότι ο Αφέντης Μπατίστας του Μόντη έχει αδικηθεί. Ο Αλέξης Ζήρας ασχολείται με την αλήθεια της γραφής και νομίζω ότι ο Αφέντης Μπατίστας είναι ένα έργο που πραγματεύεται ακριβώς αυτό το ζήτημα. Ο Μόντης ξεκινά να γράψει ένα έργο για έναν επιτυχημένο πρόγονο, τον Μπατίστα τον προ-προπάππου του, και στο δρόμο, καθώς εισβάλλουν μέσα στην αφήγησή του μνήμες, σχεδόν ανεξέλεγκτες, από τα παιδικά του χρόνια αλλά και από την εισβολή, από μία ήττα τόσο σε οικογενειακό προσωπικό επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο, διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει προς τα κει, ότι αναγκάζεται να στραφεί αλλού, στην ιστορία μιας ήττας, και πηγαίνει στον Τουρκομπατίστα και στο γιό του, τον Αντωνέλλο, και παρακολουθεί μια πολιτική αφενός υποχώρησης και συμβιβασμού (στην περίπτωση του Τουρκομπατίστα) αφετέρου επανάστασηςς (στην περίπτωση του Αντωνέλλου) και βλέπει τη διπλή τους αποτυχία. Νομίζω ότι αυτό που διερευνά ο Μόντης είναι ακριβώς η αλήθεια της γραφής. Επομένως, εύχομαι να μας χαρίσει σύντομα ένα καινούριο κείμενο ο Αλέξης Ζήρας!
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι, με δεδομένη την έκδοση της Ιστορίας της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, μπορούμε να επανατοποθετήσουμε το βιβλίο του Αλέξη Ζήρα, (φυσικά έτσι κι αλλιώς στα μελετήματά του αναφέρεται και ο Λευτέρης Παπαλεοντίου– το λήμμα «Ζήρας» καταλαμβάνει νομίζω μισή σελίδα στην Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας): το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, κάνει  αυτό ακριβώς που εύχονται οι συγγραφείς της Ιστορίας:  μελετά ειδικά ζητήματα και ταυτοχρόνως έχει μια συνθετική ματιά, η οποία μας αλλάζει, νομίζω, τον τρόπο που βλέπουμε την κυπριακή λογοτεχνία.

Ή Έλλη Φιλοκύπρου διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Παν/μιο Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια: