30/10/10

Περί γκέτο, παραβατικότητας και άλλων δαιμονίων στο κέντρο της πόλης

ΤΗΣ ΝΤΙΝΑΣ ΒΑΪΟΥ

Εδώ και αρκετούς μήνες, εν όψει και των Δημοτικών εκλογών, εμφανίζονται συχνά στον ημερήσιο Τύπο άρθρα και αναφορές, που σταδιακά εμπεδώνουν μια εικόνα του κέντρου της Αθήνας περίπου ως γκέτο, που εγκαταλείπεται από τους «κανονικούς» κατοίκους και παραδίνεται σταδιακά σε μια αυξανόμενη βία και παραβατικότητα(1). Ναρκωτικά, πορνεία, παράνομο εμπόριο, άστεγοι, μετανάστες και πρόσφυγες χωρίς χαρτιά τοποθετούνται πάντα εν σειρά, διαμορφώνοντας άρρητα ένα πεδίο διασυνδέσεων και αλληλοσυσχετίσεων, που προϊδεάζουν για τις κατευθύνσεις των αναζητούμενων παρεμβάσεων, αν δεν τις έχουν προσδιορίσει ήδη.
Έτσι, τα μέτρα πολιτικής τα οποία προβάλλουν τέτοια δημοσιεύματα (κι όχι μόνον αυτά) εστιάζουν, για παράδειγμα, στην απομάκρυνση του ΟΚΑΝΑ, που θα εξαφανίσει από την καθημερινότητά μας και από την πλατεία Θεάτρου (ένα τόσο κεντρικό σημείο της πόλης) τη συγκέντρωση από «πρεζόνια», χωρίς βέβαια να ακουμπήσει το ζήτημα της διακίνησης. Εστιάζουν στις επιχειρήσεις-σκούπα, που ελευθερώνουν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια από πρόσφατους μετανάστες και πρόσφυγες και καθαρίζουν εισόδους πολυκατοικιών από ντόπιους άστεγους, χωρίς να προσφέρουν καμιά εναλλακτική διέξοδο κατοικίας. Εστιάζουν ακόμη στις συλλήψεις πορνών, που θα αποκαθάρουν την οδό Ευριπίδου, χωρίς να θέσουν καν σε συζήτηση την αυξανόμενη ζήτηση πορνικών υπηρεσιών από την πλευρά των ντόπιων ανδρών, ούτε βέβαια το ζήτημα της εμπορίας ανθρώπων.
Κατά την αρθρογραφία αυτή, οι πιο πάνω ανεπιθύμητες παρουσίες στο κέντρο της πόλης υποχρεώνουν τους «κανονικούς» κατοίκους να ζουν σε καθεστώς ανασφάλειας ή να μετεγκαθίστανται, αποθαρρύνουν πιθανούς επενδυτές, οδηγούν σε κλείσιμο πολλά μαγαζιά της νύχτας (τη λεγόμενη «βιομηχανία διασκέδασης»), κοκ. Από τη συζήτηση λείπει η κλίμακα και η έκταση των φαινομένων, όπως για παράδειγμα ο εντοπισμός σε συγκεκριμένους δρόμους ή μικρο-περιοχές σε μια μητρόπολη 4 εκ. κατοίκων. Λείπει ακόμη η αναφορά σε έναν σημαντικό όγκο ερευνητικής δουλειάς, από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και φορείς, που δεν υποστηρίζει τέτοιου τύπου αυτο-επιβεβαιούμενες προφητείες.
Κάτι τέτοιο θα υποχρέωνε να «δούμε», δηλαδή να θέσουμε στο επίκεντρο, το γεγονός ότι η πόλη και το κέντρο της έχει και κατοίκους - και όχι μόνο ακίνητα που απαξιώνονται και δημόσιους χώρους που χρησιμοποιούνται απρεπώς. Σε πείσμα εμπρόθετων ή άρρητων πολιτικών, το κέντρο της Αθήνας διατηρεί μεγάλο αριθμό κατοίκων σε σημαντικά τμήματά του. Μόνο που οι κάτοικοί του έχουν πάψει προ πολλού να είναι αποκλειστικά ντόπιοι, «κανονικές οικογένειες», τυπικά εργαζόμενοι, εύποροι και όλα όσα υπονοεί η έκκληση «ζητούνται κάτοικοι» των σχετικών άρθρων. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ένα μωσαϊκό 215 εθνοτήτων, με μεγαλύτερη ή μικρότερη αναλογία, μονομελών και μονογονεϊκών νοικοκυριών, φοιτητών, μοναχικών ηλικιωμένων (που συχνά τους φροντίζουν μετανάστριες), ομόφυλων ζευγαριών, σύνθετων συγκατοικήσεων - ένα μωσαϊκό που αποτελεί κομμάτι της σημερινής δυναμικής του κέντρου και όχι στοιχείο υποβάθμισης.
Η αρθρογραφία αναπτύσσεται εν μέσω της συγκλονιστικής κρίσης που, μεταξύ άλλων, υπονομεύει άμεσα τους όρους της καθημερινότητας για τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της Αθήνας, ανδρών και γυναικών, ντόπιων και μεταναστών, νέων και ηλικιωμένων, και ταυτόχρονα διαβρώνει σε βάθος χρόνου σημαντικές πλευρές της αθηναϊκής κεντρικότητας, που έχουν να κάνουν, ιστορικά και μέχρι σήμερα, με τη λειτουργική πυκνότητα, την πολλαπλότητα χρήσεων και χρηστών, τη συγκρότηση ποικίλων συλλογικοτήτων, την κοινωνική πολυσυλλεκτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό οι κοινωνικές και χωρικές ανισότητες στην πόλη οξύνονται, με πολύ επώδυνες επιπτώσεις για τους φτωχότερους κατοίκους του κέντρου (κι όχι μόνο του κέντρου).
Πού μπορούν να αναζητηθούν αναχώματα στην απαξίωση και, στη συνέχεια, ολοσχερή παράδοση του κέντρου στις προτεραιότητες της αγοράς ακινήτων και σε διαδικασίες εξευγενισμού στις οποίες δεν «χωρούν» δυσάρεστα τοπία φτώχειας, διαφορετικότητας και περιθωριοποίησης; Στην επίμονη διεκδίκηση μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πραγματικούς κατοίκους της πόλης μας και των γειτονιών της, και κυρίως στην κινητοποίηση και τις συλλογικές πρακτικές, που διατηρούν ενεργά τα «κενά» της πόλης, εκεί όπου δεν φτάνει η βία της εξουσίας και περισσεύει η αλληλεγγύη των πολιτών.

Η Ντίνα Βαΐου είναι καθηγήτρια στον Τομέα Πολεοδομίας και Χωροταξίας ΕΜΠ και υποψήφια δημοτική σύμβουλος στο Δήμο της Αθήνας με την Ανοιχτή Πόλη

(1) Βλ. για παράδειγμα Καθημερινή, 30/4/2010, 1-8-2010 και 4-8-2010, Ελευθεροτυπία, 27/1/2010, 21/2/2010 και 25-8-2010, και περιοδικό Ε 21-3-2010, Η Αυγή, 30/4/2010. Η σχετική αρθρογραφία πυκνώνει μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας (29 Μαρτίου 2010), όπως και μετά τις Διαπιστώσεις και Προτάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη για το Ιστορικό και Εμπορικό Κέντρο της Αθήνας (20 Ιουλίου 2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια: