2/4/10

Οι εαυτού μετανάστες

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΥΡΕΛΟΥ

ΠΕΤΡΟΣ ΠΟΛΥΜΕΝΗΣ, Ξεκρέμαστα πορτρέτα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 43

Η παρούσα συλλογή ποιημάτων είναι η τρίτη του ποιητή. Η πρώτη, με τίτλο Υδατογραφίες (Στιγμή 1998), χαρακτηριζόταν από έναν έντονο αλλά ιδιόμορφο λυρισμό του εσωτερικού χώρου, με εφευρετικότητα στο λεκτικό και τη ρητορική. Η αυτοαναφορικότητα εκεί συμβάδιζε με την αναπαράσταση θραυσμάτων μνήμης, αλλά υπήρχε αρμονία στο όλο αποτέλεσμα και ως πρώτη εμφάνιση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.
Η ιδιάζουσα λυρικότητα, με εικόνες και βιώματα του αστικού χώρου, που υπήρχε στην πρώτη, οργανώνεται εξαιρετικά στη δεύτερη συλλογή Ασώτου μύθοι (Γαβριηλίδης 2004). Όπως είναι φυσικό σε μια μεγάλη πόλη, η κίνηση κυριαρχεί στα ποιήματα, είτε με μεταφορική είτε με κυριολεκτική σημασία, ή, τέλος, και με περίεργους συνδυασμούς και συνειρμούς, ειδικά στην πρώτη ομάδα-ενότητα τεσσάρων ποιημάτων. Η κίνηση εντός του μυαλού του ποιητικού υποκειμένου αφορά στη ροή από μνήμες του παρελθόντος και στην ανάδυση συνειρμών από ερεθίσματα του περιβάλλοντος ή αναγνώσεις. Οι μεταμορφώσεις και η ανάμειξη εικόνων της φύσης με εικόνες της πόλης συμπληρώνουν και ενισχύουν τον ιδιότυπο λυρισμό της πρώτης ποιητικής συλλογής με πολύ καλύτερα παραδείγματα, όπως το «Η ζωή σ’ ένα καρπούζι». Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η μεταμόρφωση των μύθων σε λόγο περί καθημερινότητας στη δεύτερη ενότητα («Διαστολές»). Κυρίως αρχαίοι, οι μύθοι μεταμορφώνονται σε εικόνες ρεαλιστικές, είτε από την υλική είτε από την κειμενική πραγματικότητα. Η καταληκτική ενότητα αφορά σε κίνηση, όπως και η πρώτη, αλλά εδώ η κίνηση πραγματοποιείται στο υγρό στοιχείο, έχοντας ως θεματικό πλαίσιο μεταμορφωμένους μύθους (των αργοναυτών ή των ναυτικών) και αναπαράγοντας εικόνες που ενίοτε θυμίζουν Εμπειρίκο. Στην ουσία όμως, πίσω από τα περισσότερα ποιήματα υποφώσκει η αυτοαναφορική χροιά, η πραγματικότητα της γραφής και των δυσκολιών που ταλανίζουν τον ποιητή. Οι «Προδιαγραφές τροχοφόρων» δεν είναι άλλες από τις προδιαγραφές της γραφής, δηλαδή από την «υφή των μεταφορών».
Τα Ξεκρέμαστα πορτρέτα είναι η πιο πρόσφατη συλλογή του Πολυμένη. Η συλλογή των πορτρέτων χωρίζεται σε δύο ενότητες, τα δώδεκα ατομικά και το πολύπτυχο (παρότι «ασπόνδυλο») σε «επτά κινήσεις» πορτρέτο των Εληθανών. Το καταληκτικό κείμενο ποιητικής περί «ολόπλευρης» και συνάμα «μπάσταρδης» ποίησης (σσ. 41-43), με το υστερόγραφο για την αυτοαναφορά στην ποίηση, ηχεί μάλλον ως αυτοσαρκαστικό επιμύθιο-πορτρέτο που κρεμιέται στον τοίχο μαζί με τον κρεμασμένο ποιητή. Αρνούμενος τον ναρκισσισμό της καθαρής ποίησης, ο δημιουργός παρατηρεί ωστόσο από μακριά το πορτρέτο του μαζί με άλλα, στο πεδίο του ανοιχτού διαλόγου.
Και στα δύο βασικά μέρη υπάρχει ένα παιχνίδι φωνών, που το ποιητικό υποκείμενο εξομολογείται στο τελικό τρίτο μέρος. Το εν λόγω παιχνίδι αποκαλύπτεται στο γραφηματικό επίπεδο με το παιχνίδι της εναλλαγής ορθών και πλάγιων στοιχείων. Η φωνή του ήρωα είναι άλλοτε σε πλάγια στοιχεία («Κλημίσκης», «Ηδυστέρης», «Μπλον», «Σαρρής», «Συμφεράγης») και άλλοτε σε ορθά («Γιόχαν Κέπλερ», «Λαθίσχης», «Κρινοθλίσκης», «Οριθόη», «Ολάνθη»). Στα ποιήματα αυτά η φωνή του αφηγητή (που περιγράφει το πορτρέτο) είναι κατ’ αντιπαράθεση σε ορθά ή πλάγια, εν είδει διαλόγου ανάμεσά τους. Εξαίρεση αποτελούν τα ποιήματα «Ο μικρός τρομπετίστας» και «Γαλαζώπη». Στο πρώτο, η φωνή σε πλάγια στοιχεία αποτελεί περιγραφή της εικόνας-πορτρέτου του τρομπετίστα από τον αφηγητή, αλλά το κείμενο σε ορθά στοιχεία φαίνεται ως την προτελευταία στροφή να ανήκει στον τρομπετίστα, ενώ στην τελευταία στροφή η φωνή που του απευθύνει τον λόγο μάλλον ανήκει στον αφηγητή ή σε τρίτο πρόσωπο. Στη «Γαλαζώπη» έχουμε μια καθαρά λυρική αποστροφή του αφηγητή προς τη θάλασσα σε τόνο αλά Ελύτη, η οποία ηχεί ειρωνικά, αφού είναι το μοναδικό σχετικό πορτρέτο, τιθέμενο μάλιστα απέναντι στη «Μπλον», το περιοδικό ως καταναλώσιμο φτηνό υλικό. Επιπλέον, το τελευταίο αυτό ποίημα έχει έναρξη αρκετά προσγειωμένη στη φτηνή καθημερινότητα και κατάληξη που απογειώνεται σε εμπειρίκεια εικονοποιία με τη χάρτινη σαΐτα να καρφώνεται στην «καρδιά του ζουμερού ροδάκινου».
Το παιχνίδι με τα ονόματα-πορτρέτα-ποιήματα είναι εξίσου ενδιαφέρον, αφού το καθένα από αυτά σημαίνει και κάτι σε μια ρητορική πανδαισία πολυσημίας, η οποία θυμίζει τα λογοπαίγνια και στις προηγούμενες συλλογές. Ο Λαθίσχης με την ισχύ και το λάθος που λιανίζει αμφιβολίες «με τον κόφτη» ή ο Συμφεράγης πολιτικός που άγεται από το συμφέρον είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της διάθεσης του ποιητή. Κάθε ποίημα-πορτρέτο αντιστοιχεί σε ένα θέμα από το ατέλειωτο υλικό της πραγματικότητας που απεικονίζει η ποίηση, ενώ τα αρχαιοπρεπή (όχι όμως και αρχαία) ονόματα αφορούν σε μια σειρά «ηρώων» που μόνο κατ’ επίφασιν θυμίζει το ευκλεές παρελθόν. Έτσι, θα γίνει ομαλή η μετάβαση στην επόμενη ενότητα που αφορά το συλλογικό πορτρέτο ενός λαού με εξίσου αρχαιοπρεπές όνομα, αλλά χωρίς την πολυπόθητη «καθαρότητα».
Η παιγνιώδης διάθεση διαφαίνεται και στη δεύτερη ενότητα με το πολύπτυχο πορτρέτο των Εληθανών, αφού η λέξη συνίσταται από την παρεμβολή του θανάτου (μα και της λήθης) στο όνομα Έλληνες. Ωστόσο, η χρήση του τίτλου της ενότητας («Μετανάστες του λαθραίου γαλάζιου») δημιουργεί συνειρμούς που αφορούν σε λαθρομετανάστες, οι οποίοι έρχονται από τη θάλασσα, συνεχίζοντας ένα μακρύ ταξίδι δίχως τελειωμό, μοτίβο που εντοπίζεται και μέσα στα ποιήματα. Η μείξη αυτή γίνεται ολοένα πιο περίπλοκη, αφού τα ταξίδια αποτελεί το βασικό θέμα της ενότητας, κάτι που ταιριάζει στους Έλληνες, ναυτικό λαό (V) με πολλές ιστορικές περιπέτειες (VI), ή στους λαθρομετανάστες (III). Σε μερικά ποιήματα μάλιστα η μείξη καθιστά δυσδιάκριτο το αντικείμενο απεικόνισης ή τον στόχο του ποιητικού υποκειμένου (I, II, IV και VII), αναδεικνύοντας τη δυσκολία συγκρότησης στέρεης νεοελληνικής ταυτότητας στη σύγχρονη πραγματικότητα της χώρας (βλ. την αναφορά στον «χυλό» στο μέρος Ι). Έτσι, συχνά οι Εληθανοί, μην έχοντας την πολυπόθητη γι’ αυτούς καθαρότητα, θεωρούνται μπάσταρδοι σαν την «ολόπλευρη ποίηση» και προσπαθούν να βρουν σωτηρία στο παρελθόν, στους «όμορφους νεκρούς» (VI). Παρόλα αυτά, ο προοιωνιζόμενος θάνατος των Εληθανών φαίνεται να θεωρείται δημιουργικός, όπως η ποίηση, ενώ το ποιητικό υποκείμενο είναι σαν να αποποιείται τον ελιτισμό της καθαρότητας στη ζωή, όπως και στην ποίηση. Τέλος, η καταληκτική εξομολόγηση ποιητικής (σσ. 41-43) συμπληρώνει την εικόνα του πολυπληθούς πορτρέτου της χώρας των Εληθανών και της συλλογής Ξεκρέμαστα πορτρέτα.
Από την τελευταία συλλογή διαφαίνεται η στροφή προς συνθετικότερες προσπάθειες με ωριμότητα και ξεκαθαρισμένους στόχους. Το αποτέλεσμα διαφέρει αρκετά τα προηγούμενα, συμπληρώνοντας ή εξελίσσοντας τεχνικές, αλλά με θεματική και κατασκευή περισσότερο ώριμη ως προς τη συνεκτικότητα της δομής και της παρουσίασής τους.

Ο Νίκος Μαυρέλος διδάσκει νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θράκης

1 σχόλιο:

ΣΑΡΙΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΡΚΟΣ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.