8/11/08

Βιογραφία και κριτική

Στους δρόμους της θεωρίας
Με αφορμή ένα βιβλίο ή μια σκέψη

Του Κώστα ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Τα τελευταία χρόνια επανέρχονται στην ημερήσια διάταξη θέματα, τα οποία για πολλούς θεωρούντο λυμένα, τουλάχιστον σε ένα στοιχειώδες επίπεδο. Για παράδειγμα, ο λόγος περί βιογραφίας και λογοτεχνίας. Εδώ, προτίθεμαι να συζητήσω μόνο μία πτυχή του, κατά τη γνώμη μου πολλαπλώς δηλωτική.
Ας υποθέσουμε λοιπόν πως έχουμε μπροστά μας ένα πεζογραφικό έργο που διαχειρίζεται λογοτεχνικά προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα, στοιχεία της ζωής του. Γράφοντας γι’ αυτό το πεζογράφημα, τι θα πρέπει να κάνει ο κριτικός; Να περιοριστεί στο «κυρίως» κείμενο του βιβλίου ή να περιλάβει στην προσέγγισή του και στοιχεία από το συγγραφικό παρακείμενο; Όπως π.χ. την αφιέρωση ή τον πρόλογο του βιβλίου, δηλαδή στοιχεία του λεγόμενου περικειμένου; Ή και στοιχεία του δημόσιου επικειμένου, όπως είναι οι συνεντεύξεις του συγγραφέα, όπου συνήθως μιλάει για τις εμπειρίες του που αξιοποίησε στη συγγραφή; Φυσικά και «επιτρέπεται» να τα περιλάβει όλα αυτά ο κριτικός, αν το κρίνει σκόπιμο. Τι γίνεται όμως με τα στοιχεία του ιδιωτικού επικειμένου, όπως συνηθίζεται να λέγονται κάποιες «εξωκειμενικές» ψηφίδες, για τις οποίες ο ίδιος ο συγγραφέας συναίνεσε να δουν το φως της δημοσιότητας; Η απάντηση, και πάλι, είναι πως ναι, ο κριτικός δικαιούται να τα χρησιμοποιήσει κι αυτά.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Ας πούμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα αφήγημα που διαχειρίζεται λογοτεχνικά τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, και μάλιστα πως το αφήγημα είναι γραμμένο από το γόνο ενός επωνύμου. Τότε, ο ορίζοντας προσδοκιών του αναγνώστη περιλαμβάνει και τον πρόγονο, ίσως μάλιστα το ενδιαφέρον του να αφορά κυρίως αυτόν. Τι γίνεται όμως με το ιδιωτικό επικείμενο; Μα αφού ο συγγραφέας έχει επιλέξει να εμφανιστεί στο λογοτεχνικό στίβο με το πατρώνυμο ή το μητρώνυμο, το οποίο από μόνο του μεταφέρει τη σχετική πληροφορία (καθώς και τις κοινωνικές σχέσεις που το ακολουθούν...), ήδη έχει δώσει ένα ή περισσότερα στοιχεία του ιδιωτικού επικειμένου. Το ίδιο ισχύει και για έναν συγγραφέα που τον ενδιαφέρει να έχει ένα λαϊκό προφίλ, και επικαλείται την ταπεινή καταγωγή του, π.χ. ότι τυγχάνει γιος αγωγιάτη, τσαγκάρη ή ταχυδρόμου... Τα στοιχεία λοιπόν του ιδιωτικού επικειμένου ήδη έχουν έρθει σε πρώτο πλάνο, με ευθύνη του ίδιου του συγγραφέα, ως βαρύνοντα στοιχεία της αναγνωστικής συνθήκης, άρα ο κριτικός υποχρεούται να τα συνυπολογίσει.
Υπάρχει κάτι το μεμπτό, όταν η κριτική αξιοποιεί αυτά τα στοιχεία, με τα δικά της εργαλεία; Όχι φυσικά, και μάλιστα τα σχετικά εργαλεία έχουν εισαχθεί εν δόξη και τιμή, εδώ και δεκαετίες, στη θεωρία της λογοτεχνικής κριτικής, εφαρμόζονται δε καθημερινά. Αλλά και πριν συστηματοποιηθούν ως θεωρητικά εργαλεία, π.χ. από τον Genette ή τον Derrida, ανάλογες πρακτικές, έστω εμπειρικές, ακολουθούσε και η παραδοσιακή φιλολογία, συχνά δε καθ΄ υπερβολήν, αφού π.χ. για τον Καρυωτάκη και (κυρίως) την Πολυδούρη έχουν γραφεί περισσότερες σελίδες που αφορούν τη ζωή τους, και πώς αυτή επικοινωνεί με το έργο τους, παρά για το ίδιο το «έργο», νοούμενο ως αυθύπαρκτη κειμενική οντότητα. Τελικά, οι τρόποι προσέγγισης ενός λογοτεχνικού έργου κρίνονται μόνο εκ του αποτελέσματος, δηλαδή από το αν αποδεικνύονται πρόσφοροι και τελέσφοροι στην ερμηνεία, στην ανάλυση, στην αποτίμηση ενός έργου. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο συνήθως ογκώδης φιλολογικός «φάκελος», π.χ. του Καρυωτάκη, περιλαμβάνει όλα όσα έχουν γραφεί σχετικά.
Όταν όμως μιλάμε για το ιδιωτικό επικείμενο, συναντάμε ένα άλλο μεγάλο θέμα, δηλαδή την προστασία «προσωπικών» ή άλλων δεδομένων (δημοσίων όμως προσώπων, όπως είναι οι συγγραφείς). Αλλά πόσο προσωπικό δεδομένο, ενός συγγραφέα, είναι π.χ. το οικογενειακό του όνομα ή το επάγγελμά του; Και μάλιστα, όταν η ίδια η αφήγησή του καθιστά θέμα της τα οικογενειακά ή εργασιακά συμβάντα και ήρωές της πρόσωπα του οικογενειακού ή του επαγγελματικού περιβάλλοντος; Τη στιγμή λοιπόν που ο κριτικός απλώς αξιοποιεί κάποιες τέτοιες πληροφορίες, οι οποίες κατά τη γνώμη του διευκολύνουν το εγχείρημά του να φωτίσει το κείμενο και την όλη αφήγηση, δεν βλέπω κάτι το μεμπτό.
Άρα, ποιο είναι το πρόβλημα; Μήπως έτσι πλήττεται το «κείμενο», αφού η αυτοβιογραφική του χροιά παύει να είναι μόνο μια ειδολογική επιλογή ή ένα στοιχείο του ύφους και εμπλέκεται με πραγματολογικά δεδομένα; Ας δούμε μια ακραία εκδοχή. Δεν νομίζω να επλήγη π.χ. το έργο του Βιζυηνού, του Ρώμου Φιλύρα, και τόσων άλλων, επειδή γνωρίζουμε όχι μόνο τα προσωπικά αλλά και τα νευρολογικά τους προβλήματα, συχνά δε και τη σύφιλη που τα προκάλεσε. Θα έλεγα μάλιστα πως μεγάλες περιοχές του έργου τους, καθώς και η συγγραφική τους διαδρομή, δεν μπορούν να διαβαστούν χωρίς αυτές τις παραμέτρους.
Μήπως, έτσι, όταν το κείμενο συνδέεται με πραγματολογικά στοιχεία, πλήττεται η «καθολικότητα» της σημασίας του ως έργου τέχνης; Δεν ξέρω να υπάρχουν «υψηλά» και «χαμηλά» λογοτεχνικά είδη, με κριτήριο μάλιστα τη σχέση τους με την πραγματικότητα και τη βιογραφία του συγγραφέα. Μήπως όμως ένα έργο θαμπώνει κάπως, όταν αναδεικνύονται οι σχέσεις του στην ούτως ειπείν πραγματικότητα; Μα αν αρκεί μια νότα, αυτού ή άλλου είδους, για να απολεσθεί η επιδιωκόμενη «μαγεία» της λογοτεχνικής σύμβασης, τότε μάλλον δεν πρόκειται για αξιόλογα έργα. Πάντως, τα ισχυρά έργα, και τα αντίστοιχα συγγραφικά προφίλ, όχι μόνο αντέχουν σε τέτοιες, μα και σε πολύ πιο σκληρές «δοκιμασίες», αλλά μέσα από αυτές πλουτίζουν τις σημασίες τους. Έπαψε ο Έζρα Πάουντ να έχει τη θέση που του ανήκει στο παγκόσμιο ποιητικό στερέωμα, λόγω της εμπλοκής του με τον φασισμό, ή μήπως τα Άσματα της Πίζας θεωρούνται πάρεργο; Πόσο εφθάρη η εικόνα του Μπωντλέρ, και τόσων άλλων, επειδή γνωρίζουμε τις ακολασίες τους; Μάλλον το αντίθετο συνέβη, όταν περιεβλήθησαν με την αχλύ του «καταραμένου».
Το ενδιαφέρον αυτής της συζήτησης, η οποία κάθε τόσο επανέρχεται, έγκειται κατά τη γνώμη μου περισσότερο στην αποτίμηση της αντίληψης των συγγραφέων της εποχής μας για την ίδια τη λογοτεχνία (μια αντίληψη συχνά επιφανειακή και μάλλον παρωχημένη), πρωτίστως δε για την κριτική της (ιδίως όταν αφορά το δικό τους έργο...). Είναι δε μια στάση που δείχνει να αγνοεί το αυτονόητο: η πλειονότητα των αναγνωστών στους οποίους απευθύνονται, διαβάζουν τα πονήματα, ιδιαίτερα των (αυτο)βιογράφων συγγραφέων, με δεδομένα όλα τα περικείμενα και επικείμενα. Και η τραγωδία είναι πως, όλο και πιο συχνά, οι εν λόγω αναγνώστες, μόνο έτσι κινητοποιούνται ώστε να διαβάσουν λογοτεχνία (δηλαδή, αυτό που προσλαμβάνουν ως «λογοτεχνία»). Μα και αυτή η συζήτηση πάει πολύ μακριά, κάποτε μάλιστα επενδύεται με «ριζοσπαστικές» αξιώσεις: δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναφερθώ στον ορυμαγδό της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνικής παραγωγής των τελευταίων δεκαετιών, όπου το ιδιωτικό επικείμενο όχι μόνο προηγείται της συγγραφικής φήμης αλλά ούτε καν προϋποθέτει το βιβλίο, εξωθώντας ταυτόχρονα στο περιθώριο άλλα έργα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, όντως σημαντικά.
Αυτός ο κύκλος κλείνει με τρόπο κωμικοτραγικό. Ο συγκεκριμένος τύπος αναγνώστη, όλο και πιο συνήθης στις μέρες μας, όταν ανοίγει μια σχετική συζήτηση περί βιογραφίας και λογοτεχνίας, υπεραμύνεται της «αυτονομίας» του κειμένου (νοούμενου ως κλειστού συστήματος), των «προσωπικών δεδομένων» κλπ. Δείγμα αφέλειας; Ασφαλώς, αλλά και μια επιπλέον ένδειξη της βαθιάς κρίσης της συνθήκης πρόσληψης του λογοτεχνικού έργου.
Δεν βρίσκω άλλο τρόπο να τελειώσω αυτή την καθόλου πρωτότυπη αλλά, όπως φαίνεται, αναγκαία περιδιάβαση, παρά με το να μεταφέρω μια ροϊδική εικόνα στη σχέση του αναγνώστη με τη λογοτεχνία, την «ισταμένην ως σεμνόν άγαλμα επί του μαρμαρίνου υποβάθρου της παρθενίας, ακίνητον προς πάσαν φαντασίαν ή επαφήν»...

Δεν υπάρχουν σχόλια: