14/1/24

Σε μια παράλληλη μνήμη

Γιώργος Λάππας, «Μπλε ξαπλωτή φιγούρα», 2008, μέταλλο, πλαστικό ύφασμα και ηλεκτρικές λυχνίες. 50 x 40 x 120 εκ. 

Της Χρύσας Φάντη*
 
ΕΛΕΝΗ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ, Το δέντρο με τις φωλιές, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, σελ. 196

Στο μυθιστόρημα της Πριοβόλου με τον τίτλο Το δέντρο με τις φωλιές, κεντρική αφηγήτρια είναι η Μαρία, μια γυναίκα που από μικρή μαθαίνει να υπάρχει και να κινείται στο περιθώριο εισπράττοντας την απόρριψη από την ίδια την οικογενειά της, τη μητέρα της που την υποτιμά και τα τρία αδέλφια της, που δεν χάνουν την ευκαιρία να την προσβάλουν. Κάτω από την πίεση αυτού του τοξικού οικογενειακού περίγυρου, η Μαρία θα καταφύγει από νωρίς στο διάβασμα και την επαφή με τη φύση. Μιμούμενη τη φωνή των πουλιών και αντιγράφοντας τον τρόπο που υφαίνουν τη φωλιά τους, θα καταφέρει να σπάσει τον κλοιό όσων την κατατρύχουν πλέκοντας έναν δικό της προστατευτικό ιστό.
Μετά τον θάνατο του πατέρα της ─ενός μεγαλοτσιφλικά που όσο ζούσε, παρόλο που ήταν ο μόνος που τη νοιαζόταν, δεν έπαυε να είναι σκληρός και απόμακρος─, αντί να διεκδικήσει την κληρονομιά που νόμιμα της αναλογεί, θα περιοριστεί σε ένα μικρό χωράφι και θα εγκατασταθεί μόνιμα εκεί μετατρέποντας μια παλιά αποθήκη σε σπίτι. Σ’ αυτό το ήσυχο περιβάλλον θα καταφέρει να αυτονομηθεί και να γαληνέψει εξασφαλίζοντας τα αναγκαία από ένα θερμοκήπιο, που με τις δικές της δυνάμεις και πολλή αφοσίωση συντηρεί. Με την ίδια αφοσίωση θα συνεχίσει να μιλά και να περιποιείται τα πουλιά που κουρνιάζουν άφοβα ή κτίζουν αμέριμνα τις φωλιές τους στα κλαδιά ενός πελώριου γέρικου πλάτανου στο μέσο του κάμπου.
Όσα για τους υπόλοιπους είναι γεροντοκορισμός και μιζέρια, για τη Μαρία είναι ευτυχία. Στον αφανή της μικρόκοσμο νιώθει αυτεξούσια, προστατευμένη από την υπεροψία της μάνας και της αδελφής της, αλλά και των άλλων δύο αδελφών της οι οποίοι έχοντας καρπωθεί τα πατρικά τσιφλίκια έχουν εξελιχτεί σε μεγαλοπαράγοντες εκμεταλλευόμενοι τον κόπο δεκάδων αδήλωτων μεταναστών. Οι τελευταίοι δουλεύουν νυχθημερόν κάτω από ένα καθεστώς άγριας τρομοκρατίας και εκμετάλλευσης, χωρίς να μπορούν να μετακινηθούν πέρα από τα κτήματα των αφεντικών τους. Οι ντόπιοι τούς αποφεύγουν προσφωνώντας τους με την αόριστη αντωνυμία «Εκείνοι»∙ το ίδιο και η Μαρία που τους φοβάται, συνηθισμένη όπως είναι να ζει μόνη και απομονωμένη. Ωστόσο, όταν κάποιος από «Εκείνους» την πλησιάσει ισορροπώντας στους ώμους του ένα ραβδί απ’ όπου κρέμονται φωλιές για πουλιά, ο φόβος υποχωρεί.
Ο ξένος που ακούει στο όνομα Νιζάμ, διωγμένος από παντού και στην κυριολεξία άπατρις, μιλά με τον ίδιο τρόπο τη γλώσσα των πουλιών, τα ταΐζει και τα φροντίζει. «Σ’ αυτόν τον μικρόσωμο άντρα που φαίνεται να κινείται σε μια παράλληλη μνήμη, μιας άλλης ζωής, η Μαρία θα διακρίνει ένα κομμάτι από τον εαυτό της. Βλέποντάς τον να περνάει το νοητό σύνορο που χωρίζει τα χωράφια των αδελφών της από το δικό της και να κατευθύνεται προς το αγαπημένο δέντρο της φορτωμένος με τις φωλιές, δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό να τον πλησιάσει. Δεν έχει ακόμη διευκρινίσει μέσα της αν θέλει να τον προσεγγίσει για συμπαράσταση, από περιέργεια ή από κάποιον ενδόμυχο ανταγωνισμό, θεωρώντας ότι το δέντρο με τα πουλιά ανήκει σ’ εκείνη και πως αυτός καταλαμβάνει έναν δικό της χώρο. Γιατί όμως να είναι αυτός κι όχι εκείνη στη θέση του; αναρωτιέται και δεν βρίσκει απάντηση.  
Η γνωριμία της Μαρίας με τον κόσμο του Νιζάμ και τους «Εκείνους», αλλά και η ειλικρίνεια με την οποία θα αρχίσει να ξεδιπλώνει τα αντιφατικά συναισθήματα που νιώθει για τη μητέρα της όταν η τελευταία θα καταλήξει στο σπίτι της μετά από ένα μοιραίο εγκεφαλικό, είναι αποκαλυπτικά. Η αφήγησή της ─καθρέφτης του τρόπου με τον οποίο ζει, αισθάνεται, αντιδρά ή συνδιαλέγεται με ανθρώπους οικείους και ξένους, πρωτίστως δε με τα ζώα και τα φυτά, η στοχαστική και καθαρή ματιά της σε συνδυασμό με έναν πηγαίο ανιμισμό που σε σημεία μοιάζει να μην ξεχωρίζει το πραγματικό από τη φαντασία, εκτός του ότι δημιουργούν ένα σαγηνευτικό ανάγνωσμα, είναι και μια πρόταση για το πώς ο σύγχρονος άνθρωπος θα μπορούσε να αναθεωρήσει τη στάση του, να ελευθερωθεί από τα περιττά βάρη του και να αντιμετωπίσει με σοφία τον κόσμο.
Η αθωότητα αυτής της ύπαρξης, που σε καμιά περίπτωση δεν ξεπέφτει στην αφέλεια, πείθει και συγκινεί.  Η ιστορία της, χάρη  στα εικονοποιητικά και συμβολικά στοιχεία της κι έναν αναστοχασμό που συχνά καταλήγει σε προτάσεις που θυμίζουνε γνωμικά, φτιάχνει μια μαρτυρία η οποία, χωρίς να καταφεύγει στην ευκολία του μελοδραματισμού ή στην καταγγελία, θέτει τον σύγχρονο άνθρωπο προ των ευθυνών του τόσο απέναντι στην ύπαρξή του, όσο και σε μια σειρά από πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα όπως η αλόγιστη εκμετάλλευση της φύσης, η διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα και ο επικίνδυνα κλιμακούμενος ρατσισμός.     
 
*Η Χρύσα Φάντη είναι συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια: