14/1/24

Η κινηματική νεολαία

Άποψη της έκθεσης «Eerie Walk» του Γιώργου Λάππα στην CITRONNE Gallery

Της Μάρως Παντελίδου-Μαλούτα*
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Οι Millennials στο δρόμο. Ο ρόλος των γενεών στα κινήματα της σύγχρονης Ελλάδας,
εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 232
 
Οι εκδόσεις Θεμέλιο δημοσίευσαν πρόσφατα το νέο βιβλίο του πολυγραφότατου Δημήτρη Παπανικολόπουλου, ένα βιβλίο του οποίου το αντικείμενό είναι πολιτικά ιδιαίτερα σημαντικό και επίκαιρο, ενώ επιστημονικά βρίσκεται στην αιχμή της εξέλιξης της Πολιτικής Επιστήμης.  Η δε προσέγγιση του συγγραφέα συνδυάζει γόνιμα ερευνητικά εργαλεία της Πολιτικής Συμπεριφοράς με άλλα από τη Θεωρία των Κοινωνικών Κινημάτων, συνδυασμός που συχνά λείπει από μελέτες για τα κοινωνικά κινήματα, παρότι αυτός είναι που επιτρέπει σε βάθος ερμηνεία των υπό μελέτη διαδικασιών. Ο Παπανικολόπουλος δεν περιγράφει μόνο, ούτε αναλύει απλώς γεγονότα και διεργασίες. Ρωτά συνεχώς γιατί. Και ερμηνεύει με βάση στοιχεία και τεκμηριωμένες υποθέσεις που συμβάλλουν στη θεωρία, ενώ συστηματικά θέτει ακόμη και αιρετικά ερωτήματα.
Το βιβλίο αποτελεί προϊόν ουσιαστικής αξιοποίησης της βιβλιογραφίας, ενδιαφέρουσας εμπειρικής ανάλυσης, καθώς και σοβαρού στοχασμού και ανάλυσης. Μάλιστα, ο συγγραφέας κατορθώνει να μετατρέψει μια θεματική που ίσως να προσφέρεται για επιφανειακές προσεγγίσεις -λόγω αναφοράς σε Millennials που εισήλθαν στον ελληνικό επιστημονικό λόγο μέσω lifestyle εντύπων- σε μια μελέτη που εμπλουτίζει με θεωρητική προβληματική και σοβαρή τεκμηρίωση τη μελέτη των κοινωνικοπολιτικών  διεργασιών στην ελληνική κοινωνία. Και όχι μόνο. Η επιτυχημένη κοινωνιολογική χρήση της «γενιάς» ως ερευνητικό εργαλείο και η διττή οπτική -πώς επιδρούν οι νέες γενιές στην κινηματική δράση, αλλά και πώς τα κινήματα συμβάλλουν στη διαμόρφωση των νέων γενεών- επιτρέπουν στο συγγραφέα όχι απλώς να απαντήσει σε ερωτήματα, αλλά και να θέσει νέα, προσφέροντας μια ουσιαστική μελέτη κινηματικών διεργασιών, και παράλληλα, ένα βιβλίο ζωντανό και ευανάγνωστο.
Ο Παπανικολόπουλος επιτυγχάνει να επικεντρωθεί στους/ις  Μillennials χωρίς να υποστασιοποιεί  τη «γενιά», ούτε να προβαίνει σε ενδογενεακή ομογενοποίηση, ερευνητικές στάσεις απολύτως μη γόνιμες, που φυσικοποιούν τις γενιές, υποβιβάζοντας τους παράγοντες συγκρότησής τους. Aντίθετα, τονίζει τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένου όπου εδράζονται ενδογενεακές διαποικίλσεις, πέρα και παρά τις διαγενεακές διαφορές. Aλλά υπογραμμίζει και την ενδιαφέρουσα διαποίκιλση στην υποκειμενική προσωπική υπαγωγή σε κάποια γενιά, που έχει σαφώς πολιτικά χαρακτηριστικά. Βεβαίως, τα ισχυρά κοινωνικοποιητικά γεγονότα είναι αυτά που τελικά χαρακτηρίζουν τις εμπειρίες και σε αυτά επιστρέφει ο Παπανικολόπουλος όταν ασχολείται με το πώς τα κινήματα επιδρούν στις γενιές. Εκεί, αναφέρεται στην αυτοεικόνα των δρώντων που μιλούν για γενιά του Πολυτεχνείου, γενιά της αλλαγής, των καταλήψεων, κ.λπ., καταλήγοντας, στη μεγάλη κοινωνικοποιητική σημασία της κινηματικής συμμετοχής, με την πρωιμότητα της εισόδου στα κινημάτα να καθορίζει και τη διαμόρφωση κινηματικής ταυτότητας με διάρκεια.
Ο συγγραφέας επιτυγχάνει να συμβάλει στην κάλυψη ενός κενού στην ελληνική βιβλιογραφία εισφέροντας μια σαφώς πολιτολογική ματιά σ’ ένα ερευνητικό πεδίο όπου δεν είναι τυχαίο ότι -σε μια κοινωνία που η νεολαία έχει μεγάλη αγωνιστική παράδοση- τα τελευταία χρόνια δημοσιεύονται αρκετές μελέτες για την ιστορία της νεολαίας, από νέους ιστορικούς με τους οποίους συχνά διαλέγεται ο Παπανικολόπουλος. Άλλες μελέτες, υιοθετώντας προσέγγιση της θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων, αναλύουν κινηματικούς κύκλους, συγκρουσιακά γεγονότα και ρεπερτόρια δράσης, αλλά δεν κάνουν συστηματικά ερμηνευτική ανάλυση την οποία προσφέρει η χρήση της «γενιάς». Εδώ εντοπίζεται η διαφορά της μελέτης του Παπανικολόπουλου, που έχει ιστορικές αναφορές, αναλύει πολιτολογικά και με βάση τη θεωρία των Κοινωνικών Κινημάτων, αλλά συγχρόνως χρησιμοποιεί ουσιαστικά την οπτική της γενιάς ως αφετηριακό σημείο επισκόπησης και ερμηνείας. Στην εμπειρική του προσέγγιση, επιλέγει ηλικιακή διασπορά στο δείγμα που επιτρέπει, ενδεικτικές έστω, πάντως ουσιαστικές, διαγενεακές συγκρίσεις. Είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, για παράδειγμα, η αναφορά του στη διαγενεακή διαφοροποίηση στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων των φεμινιστριών.
Η συστηματική ανάλυση/αντιπαραβολή κοινωνιολογικών παραμέτρων της σημερινής νεολαίας με παρελθούσες, στην οποία επιπλέον προβαίνει  ο συγγραφέας, τον βοηθά στην αντιμετώπιση του γιατί των διαφορών. Έτσι, ερμηνεύει νέους και νέες ως κινηματικούς δρώντες/δρώσες, επισημαίνοντας τόσο διαγενεακά όσο και διαχρονικά διαφορές στη βιογραφική διαθεσιμότητα ως κινηματικό πόρο, αλλαγές στον τύπο στράτευσης, διαφορές στην αξιοποίηση θεσμικών πόρων, κ.ά. Επίσης, ο Παπανικολόπουλος διαχειρίζεται γονιμότατα τη θεωρία της πολιτικής κοινωνικοποίησης, μέσω της οποίας διαμορφώνονται πολιτικές αξίες, στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές, δηλαδή πολιτικές υποκειμενικότητες. Διαδικασία, φάσεις της οποίας, όπως η παιδική/εφηβική ηλικία και η πρώτη νεότητα, παρουσιάζουν μεγάλη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα, ειδικά ως προς τη συμμετοχικότητα, τη δημοκρατικότητα, την έμφαση σε ατομοκεντρικές ή κοινωνιοκεντρικές ανησυχίες κ.ά.  Ερευνητικά πορίσματα δείχνουν ότι νέοι/ες ήδη από την εφηβεία έχουν, σε διαφορετικές περιόδους, διαφορετικά βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά, διότι το κλίμα περιόδου, στο οποίο εύστοχα αναφέρεται ο Παπανικολόπουλος, επιδρά στα μηνύματα που δέχονται και συμβάλλει στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας τους. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ο βαρύνων ρόλος σημαντικών συγκρούσεων ή κρίσεων που βιώνονται από τη νεολαία και τη σημαδεύουν ως γενιά, λειτουργώντας ως οπτική γωνία κοινής θέασης, πέρα από διαφοροποιήσεις ταξικής προέλευσης και φύλου.
Πράγματι, η έννοια της γενιάς είναι που μας επιτρέπει να αναφερόμαστε στη νεολαία μιας περιόδου ως φορέα πολιτικής δράσης, παρότι η νεολαία δεν αποτελεί ενιαία κοινωνική κατηγορία. Κι αυτό, διότι η γενιά εκδηλώνεται ως ομοιογενοποιητικός παρά­γοντας εντοπίσιμος συστηματικά στις πολιτικές εκφράσεις της νεολαίας, με  τη σωστή ερευνητική χρήση της να προσφέρει κοινωνιολογικές και όχι επιφανειακές/δημοσιογραφικές αναλύσεις.  
Όσο για το κλίμα περιόδου της εποχής που μας ενδιαφέρει, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι, από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, τεκμηριώνεται τάση απαξίωσης της πολιτικής, που νομιμοποιεί την απομάκρυνση από τα κοινά, ιδιαίτερα στη νεολαία, μέχρι τις σημαντικές ανακοινωνικοποιητικές διεργασίες, από το τέλος της 1ης δεκαετίας του 2000 και την κρίση, οπότε και εμφανίστηκε αυξημένη ζήτηση μη θεσμοθετημένων διόδων συμμετοχής.  Κάτι που δείχνει ότι νέοι/ες προβαίνουν στη θεμελιώδη διάκριση της απαξίωσης του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, από την απαξίωση της πολιτικής γενικά. Η δε επανάκαμψή τους στην πολιτική, που προοικονομείται ήδη από το Δεκέμβριο του 2008, εντείνεται με τις κινητοποιήσεις της περιόδου 2010-2011, όπου πρωτοστατούν μέσω «αδιαμεσολάβητης» συλλογικής δράσης, η οποία όπως ξέρουμε συνδέεται με την ύπαρξη δυσπιστίας προς το πολιτικό σύστημα. Οι διπλές εκλογές του 2012 και, στη συνέχεια, του 2015 επιβεβαίωσαν ότι η εναλλαγή των πολιτικών γενεών είναι ο βασικός παράγοντας πολιτικών αλλαγών.
Ωστόσο, ιδιώτευση και  ατομοκεντρισμός είχαν ήδη δομηθεί και  παγιωθεί, ενώ στη συνέχεια νέες κοινωνικοποιητικές εμπειρίες και νέες τεχνολογίες διευκολύνουν νέου τύπου πολιτικές παρεμβάσεις, επιδρώντας ενίοτε και στην ουσία των κοινωνικοποιητικών μηνυμάτων. Το προς ποια κατεύθυνση αντιμετωπίζεται από την προσέγγιση του Παπανικολόπουλου και μέσω της ερώτησης στο δείγμα του σχετικά με το πώς θα περιέγραφαν την κοινωνία που θα ήθελαν. Είναι σίγουρα χρήσιμο να διερευνηθεί το οραματικό στοιχείο, στο οποίο ορθότατα αναφέρεται ο συγγραφέας, και να μελετηθεί ως κεντρικό χαρακτηριστικό της γενιάς που μας απασχολεί.  
Στην περιγραφή της επιθυμητής κοινωνίας ο συγγραφέας εντοπίζει αρχικά στο δείγμα την ύπαρξη ενός κοινού ιδεολογικού πλαισίου, και επισημαίνει συγκεκριμένα ότι κατά 36% οι μεγαλύτεροι, 41-70 ετών, επιλέγουν ιδεολογικά σημαίνοντα όπως κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, σοσιαλιστική, κομμουνιστική, ελευθεριακή κοινωνία κ.ά. Για τους νεότερους/ες, μόλις το 4% προβαίνει σε αντίστοιχη επιλογή, ενώ πάνω από το μισό των νέων δηλώνει ότι επιδιώκει κοινωνία συμπεριληπτική, ανεκτική, βιώσιμη, ανθρώπινη, δημιουργική κ.ά.  
Βλέπουμε, δηλαδή, στους νεότερους/ες μια δικαιωματίστικη λογική, που δεν περιέχει ρητά ριζοσπαστικές/ανατρεπτικές  συνδηλώσεις, ούτε αναφέρεται στις προϋποθέσεις, ως προς την συμπεριληπτικότητα της κοινωνίας.
Ακόμη και εάν δεχτούμε λοιπόν ότι η κινηματική νεολαία του Παπανικολόπουλου είναι μαχητική, δυναμική και αριστερόστροφη αξιακά, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ουσιωδώς ριζοσπαστική, φορέας με συλλογικό όραμα κοινωνίας επικεντρωμένο στην κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία. Ενώ δε  η διεργασία της ιδεολογικής «αποπολιτικοποίησης» είχε προ πολλού ξεκινήσει, το καλοκαίρι του 2015 η Αριστερά, αφενός, συνέβαλε στην περαιτέρω θόλωση του ιδεολογικού τοπίου και, αφετέρου, δεν φρόντισε να διαπαιδαγωγήσει νεότερες/ους με βάση ένα ριζοσπαστικό όραμα κοινωνίας. Στόχευσε κυρίως στο να τους/τις συσπειρώσει βάσει υποσχέσεων περί δικαιότερης διαχείρισης και ταυτοτικών θεμάτων. Θέματα που μπορούν όμως να εξυπηρετηθούν, σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, και από απρόσμενες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες, με τις διακρίσεις να μπορούν να μειώνονται, ενώ η ανισότητα να  βαθαίνει. Τα ενδεικτικά στοιχεία που παραθέτει και η προβληματική του συγγραφέα τροφοδοτούν τη σκέψη και προς αυτή την κατεύθυνση.
Τελικά, φαίνεται ότι ο δύσκολος αλλά επιτυχής συνδυασμός προσωπικής εμπλοκής και αναλυτικής αποστασιοποίησης με γερό θεωρητικό υπόβαθρο είναι αυτό που συγκροτεί το συγκριτικό πλεονέκτημα  του Παπανικολόπουλου και κάνει τη μελέτη του ξεχωριστή.  Μας υποβάλει ένα βιβλίο που επιτρέπει προβολές στο μέλλον, λειτουργώντας και ως αφετηρία διαλόγου για τις σχέσεις της δημοκρατίας με τη νεολαία και τους τρόπους διαμόρφωσης συμμετοχικών πολιτών. Αν δε ισχύει αυτό που ο Offe αποκαλεί μοίρα των κοινωνικών κινημάτων, δηλαδή, ότι οι επιτυχίες οδηγούν σε χαλάρωση και οι αποτυχίες σε απογοήτευση/αποστράτευση, η εξαιρετική μελέτη του Παπανικολόπουλου είναι και πολιτικά πολύ χρήσιμη, ίσως και λίγο απαισιόδοξη. Διότι μας επιτρέπει να διερωτηθούμε αν μπορεί, όντως, μια γενιά να θεωρηθεί, εκτός από μαχητική, διεκδικητική, συγκρουσιακή, και ριζοσπαστική, αν δεν χαρακτηρίζεται από συγκροτημένο όραμα ριζικών κοινωνικών αλλαγών.

*H Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα είναι ομότιμη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης ΕΚΠΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: