24/12/23

Ο αντικομμουνισμός ως συνέχεια του κράτους

Μιχάλης Οικονόμου (1884-1933), Το σπίτι που ονειρεύεται, λάδι σε χαρτόνι, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο

Του Μενέλαου Χαραλαμπίδη*
 
Προδημοσίευση από το βιβλίο του Οι δωσίλογοι. Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 448
 
Το μεσημέρι της 5ης Νοεμβρίου 1945 ξεκίνησε την απολογία του ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών ο διευθυντής της Ειδικής Ασφάλειας της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, υποστράτηγος Αλέξανδρος Λάμπου. Η δίκη των ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά από εκείνη των κατοχικών κυβερνήσεων, γεγονός που αντανακλούσε την πρωτοκαθεδρία αυτής της υπηρεσίας στο πεδίο της συνεργασίας των ελληνικών δυνάμεων ασφαλείας με τους κατακτητές. Το βασικό επιχείρημα που υιοθέτησε ο Λάμπου, αλλά και πολλοί άλλοι άνδρες της χωροφυλακής, για να αποκρούσει την κατηγορία της συνεργασίας, ερχόταν από το παρελθόν και συγκεκριμένα από το 1929 και τους νόμους που όριζαν το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του. Υποστηρίζοντας ότι δεν διέπραξε καμία παρανομία, καθώς συνέχισε στα χρόνια της Κατοχής το έργο που πάντα έκανε η υπηρεσία του, δηλαδή τη δίωξη των κομμουνιστών, ο Λάμπου διέγραφε τη γερμανική κατοχή, τραβώντας μια ευθεία γραμμή μεταξύ του 1929 και του 1944:
«Κατ’ εμέ δεν έπρεπε να φύγω εκ της Ειδικής Ασφαλείας και ως απεδείχθη εκ των υστέρων και εκ του κινήματος του ∆εκεμβρίου, ουδεμίαν παρανομίαν διέπραξα [...]. Η μόνη μου σκέψις ήτο η δίωξις των κομμουνιστών οίτινες ήσαν εχθροί της Πατρίδος [...] Ουδεμίαν συνεργασίαν είχον με τους Γερμανούς. [...]. Η Ασφάλεια κατεδίωκε πάντα όστις ενήργει εναντίον της τιμής και της ζωής της Πατρίδος μας. Εις τα γενόμενα μπλόκα συνελήφθησαν και Βούλγαροι. Τα νοσοκομεία μεταβλήθησαν εις Σοβιέτ».[1]
Αυτά που ανέφερε με εμφανή συναισθηματική φόρτιση ο Λάμπου τα επανέλαβε με ένα περισσότερο υπηρεσιακό λόγο ο υπασπιστής του και μάρτυρας «κατηγορίας», ταγματάρχης χωροφυλακής Γεώργιος Γενεράλης. Ο υπασπιστής του Λάμπου τόνισε ότι «Η Ειδική Ασφάλεια εφήρμοζε το ιδιώνυμον. Οι συλλαμβανόμενοι παρεπέμποντο εις την Επιτροπήν και εις το Στρατοδικείον. Τα όργανα κατεδίωκον τους κουμουνιστάς διότι υπήρχε το ιδιώνυμον. [...] Αι ομάδες της Ασφαλείας κακώς έκαμαν εάν συνελάμβανον μη κομουνιστάς και ας ήσαν εις το ΕΑΜ. Έπρεπε να εξετάζουν όταν συνελάμβανον τίνα εάν ήτο κουμουνιστής ή όχι».[2]
Το γεγονός ότι οι αξιωματικοί της χωροφυλακής πίστευαν πως οι κομμουνιστές ήταν εχθροί της πατρίδας δεν ήταν αποτέλεσμα των τρεισήμισι χρόνων της κατοχής. Δεν ήταν κάτι που έμαθαν από τους Γερμανούς κατακτητές, αλλά μια υπηρεσιακή βεβαιότητα που είχε θεμελιωθεί μέσα από τις πολιτικές των μεσοπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων. Ήταν μια βεβαιότητα, μια πίστη, που ερχόταν από το παρελθόν. Οι κομμουνιστές, επειδή ήταν εχθροί της πατρίδας, δεν αποτελούσαν τμήμα του ελληνικού έθνους και συνεπώς μπορούσαν να συνεχίζουν να συλλαμβάνονται ακόμα και κάτω από συνθήκες ξένης στρατιωτικής κατοχής. Το γεγονός ότι ανώτατοι αξιωματικοί της ελληνικής χωροφυλακής μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το επιχείρημα στις αίθουσες των μεταπολεμικών δικαστηρίων, πριν ακόμη ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, για να αποκρούσουν την κατηγορία της συνεργασίας με τους κατακτητές, δείχνει ότι ο αντικομμουνισμός αποτελούσε στοιχείο συνέχειας του ελληνικού κράτους, που νομιμοποιούσε τη δίωξη των κομμουνιστών κάτω από τις πολύ διαφορετικές, μεταξύ τους, περιόδους της μεσοπολεμικής, της κατοχικής και της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Αν αναζητήσουμε τα αίτια της συνεργασίας με τους κατακτητές μόνο στις τομές που προκάλεσε ο πόλεμος, θα υποτιμήσουμε τη βαρύτητα που είχαν οι συνέχειες, τα κληροδοτήματα του μεσοπολέμου. Η περίπτωση της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής είναι χαρακτηριστική του πώς συναντήθηκαν συνέχειες και τομές στο πλαίσιο μιας νέας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Η πρωτόγνωρη, σε έκταση και ένταση, βία που άσκησε η ελληνική χωροφυλακή κατά των Ελλήνων αντιστασιακών στα χρόνια της κατοχής, αποτέλεσε την κορύφωση μιας διαδικασίας μετασχηματισμού της από σώμα τήρησης της τάξης σε πολιτική αστυνομία και τελικά σε ένοπλη δύναμη κάτω από τις διαταγές του ξένου κατακτητή. Μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και είχε εξοικειώσει τα στελέχη της, και ιδιαίτερα αυτά της Ειδικής Ασφάλειας, με το έργο της δίωξης του εσωτερικού πολιτικού εχθρού. Η απόφαση των ελληνικών κυβερνήσεων συνεργασίας και της ηγεσίας της χωροφυλακής να συνεχιστεί η δίωξη των Ελλήνων κομμουνιστών, παρά το γεγονός ότι αυτοί πρωταγωνιστούσαν στον αντιστασιακό αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής, κατέστησε την χωροφυλακή τον στενότερο συνεργάτη των γερμανικών αρχών κατοχής. Η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, και ιδιαίτερα η Ειδική Ασφάλεια του Κράτους, αποτέλεσε τον πυρήνα της «ελληνικής κατοχής».
Στην Ελλάδα, η συστηματική διοικητική και δικαστική δίωξη του πολιτικού αντιπάλου έχει τις ρίζες της στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού.[3] Αυτό που έγινε ξεκάθαρο, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1930, ήταν ότι η τεχνογνωσία, που αποκτούσε σταδιακά ο κρατικός μηχανισμός στη δίωξη των πολιτικών αντιπάλων, άρχισε να στρέφεται κυρίως κατά των κομμουνιστών. Σταθμός στη διαδικασία συγκρότησης του αντικομμουνιστικού κράτους ήταν η ψήφιση του νόμου «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»,[4] από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το καλοκαίρι του 1929.[5] Ο νόμος αυτός, γνωστός ως «ιδιώνυμο», υπήρξε ο πρώτος αμιγώς αντικομμουνιστικός νόμος, στόχευε στη νομοθετική οχύρωση του αστικού καθεστώτος από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και έθετε το επιχειρησιακό πλαίσιο εντός του οποίου θα δρούσαν οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί.[6] Την αρμοδιότητα για την εφαρμογή του νόμου ανέλαβε η χωροφυλακή, ενισχυμένη με μια νέα υπηρεσία, που είχε συσταθεί λίγους μήνες πριν την ψήφιση του «ιδιωνύμου»,[7] τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους.[8]
Το «ιδιώνυμο» αποτέλεσε τη βάση για την επιβολή σκληρότερων νομοθετημάτων όταν επτά χρόνια αργότερα, στις 4 Αυγούστου 1936, επιβλήθηκε η δικτατορία από τον Ιωάννη Μεταξά και τον βασιλιά Γεώργιο Β'. Εκτός από τους αυταρχικούς νόμους,[9] που θέσπιζαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και τις δηλώσεις μετανοίας,[10] η δημιουργία του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας συνοδεύτηκε από την παραχώρηση υπερεξουσιών στον υφυπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, στον αγώνα για προστασία του κοινωνικού καθεστώτος.
Η δημιουργία μιας πολιτικής αστυνομίας κατά το πρότυπο της ναζιστικής Γερμανίας, δεδομένου ότι ο Μανιαδάκης είχε τακτική συνεργασία με τον Ανώτατο Αρχηγό των Ες-Ες, Χάινριχ Χίμλερ,[11] εισήγαγε στην επιχειρησιακή τακτική των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας πρακτικές πλήρους αυθαιρεσίας, όπως τον βασανισμό κρατουμένων, τη μακρόχρονη κράτηση χωρίς δίκη, τις συλλήψεις χωρίς εντάλματα κ.ά. Εντός αυτού του περιβάλλοντος εκτροπής από τη νομιμότητα και εντατικής αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, γαλουχήθηκαν εκατοντάδες αξιωματικοί της χωροφυλακής και ιδιαίτερα αυτοί των ειδικών υπηρεσιών δίωξης κομμουνιστών.[12] Δεν είναι λοιπόν τυχαίος ο τρόπος που έδρασαν οι άνθρωποι αυτοί όταν οι ελληνικές κυβερνήσεις συνεργασίας τους έδωσαν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων. Ακολουθώντας τις ίδιες μεθόδους, όπως επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, και πλαισιωμένη με νέα αδίστακτα «στελέχη», η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή παρακολουθούσε, συλλάμβανε, βασάνιζε, φυλάκιζε και πλέον εκτελούσε τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους ή τους παρέδιδε στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Με άλλα λόγια, στα χρόνια της Κατοχής, η αντικομμουνιστική δράση της χωροφυλακής δεν περιοριζόταν στην προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κίνδυνο του κομμουνισμού, αλλά εξυπηρετούσε και τα συμφέροντα του κατακτητή, θέτοντας ολόκληρο το σώμα στην υπηρεσία του.
 
* Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης είναι ιστορικός.

[1] ΓΑΚ-ΚΥ-ΕΔΑ, πρακτικά, 926, 930-931, 933, 950-953, 960, 999, 1045, 1131-1132/18 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 1945.
[2] Στο ίδιο.
[3] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1995, σ. 341-344.
[4] ΦΕΚ 245/25 Ιουλίου 1929, τεύχος Α΄.
[5] Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, σ. 340-350.
[6] ΦΕΚ 245/25 Ιουλίου 1929, τεύχος Α΄.
[7] ΦΕΚ 63/21 Φεβρουαρίου 1929, τεύχος Α΄.
[9] ΦΕΚ 402/18 Σεπτεμβρίου 1936, τεύχος Α΄, «περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών» και ΦΕΚ 45/11 Φεβρουαρίου 1938, τεύχος Α΄, «περί μέτρων ασφαλείας του Κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών».
[10] Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 62-68.
[11] Στο ίδιο, σ. 439.
[12] Στα χρόνια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά ενισχύθηκαν σημαντικά οι ειδικές υπηρεσίες δίωξης των κομμουνιστών στην Αστυνομία και τη Χωροφυλακή. Το δυναμικό της ομάδας δίωξης κομμουνισμού της Γενικής Ασφάλειας αυξήθηκε από 15 σε 80 επίλεκτους άνδρες και βρισκόταν σε στενή συνεργασία με την αντίστοιχη υπηρεσία που είχε αναλάβει τη δίωξη των κομμουνιστών στην Ειδική Ασφάλεια της Χωροφυλακής. Την ίδια περίοδο αναβαθμίστηκε η εκπαίδευση των σωμάτων ασφαλείας στις Σχολές Χωροφυλακής και Αστυνομίας, με την εισαγωγή μαθημάτων περί των βασικών αρχών «του μαρξισμού-λενινισμού και της κομμουνιστικής οργάνωσης, ενώ ορισμένοι σπουδαστές εκπαιδεύονταν ειδικά στη δίωξη του κομμουνισμού», D.H. Close, «Η αστυνομία στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου», στο Χ. Φλάισερ και Ν. Σβορώνος (επιμ.), Ελλάδα 1936-1944. Δικτατορία - Κατοχή - Αντίσταση, Αθήνα, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, 1989, σ. 84 και 86.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

https://commonality.gr/i-eidiki-asfaleia/