10/12/23

Στιγμιότυπα με τον Νίκο Εγγονόπουλο

Από αριστερά, έργα του Γιάννη Γρηγοριάδη, «Dimension on Grandeur Naturelle» του Βλάση Κανιάρη και έργα του Γιάννη Γαΐτη

Του Σάββα Κονταράτου*
 
Γνώρισα τον Νίκο Εγγονόπουλο κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στη μόνη τότε Σχολή Αρχιτεκτόνων που υπήρχε, την εντεταγμένη στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Πριν από την εισαγωγή μου στη Σχολή, είχε διατελέσει έμμισθος επιμελητής του Δημήτρη Πικιώνη, με τον οποίο όμως είχε συγκρουστεί, προφανώς λόγω διαφωνιών στον τρόπο διδασκαλίας. Έτσι, τελικά αποφάσισε να αφήσει αυτή τη θέση, αλλά, για να μη χάσει τον μισθό του –τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα– αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ταπεινότερη θέση επιμελητή του Δημήτρη Ευαγγελίδη, καθηγητή μας στο μάθημα Ιστορίας της Τέχνης. Ο Ευαγγελίδης ήταν αρχαιολόγος, εντελώς άσχετος με την ιστορία της νεότερης τέχνης και, επιπλέον, βαρήκοος. Χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, γιατί ήταν ευγενής άνθρωπος, ανέθεσε στον επιμελητή του έναν εξευτελιστικό ρόλο: να αλλάζει στον προβολέα τις διαφάνειες που έδειχναν στη μεγάλη οθόνη της έδρας τα έργα για τα οποία μιλούσε διδάσκοντας. Ωστόσο, μερικοί από εμάς τους σπουδαστές, μαζευόμασταν γύρω από τον προβολέα, τοποθετημένο στα πίσω έδρανα, για να ακούμε τα δηκτικά σχόλια του Εγγονόπουλου. Θυμάμαι πως, όταν ο Ευαγγελίδης μας έδειξε την Ολυμπία του Manet και επανέλαβε το σύνηθες σχόλιό του «Μεγάλο, σπουδαίο έργο!» προσθέτοντας «Παρουσιάζει μια ωραία γυναίκα γυμνή, με σάρκα ροζ», «Πράσινη, κύριε καθηγητά μου» αναφώνησε αρκετά δυνατά ο Εγγονόπουλος. Ο καθηγητής όμως δεν το ’πιασε και ρώτησε, «Πώς είπατε, κύριε Εγγονόπουλε;», και εκείνος, δυναμώνοντας τη φωνή του, «το έχετε δει, κύριε καθηγητά μου;». «Όχι, δεν το έχω δει». Και το διφορούμενο εγγονοπούλειο σχόλιο: «Είναι να κλαίτε!».
Ένα μεσημέρι, στον διάδρομο του ορόφου γύρω από την αυλή-αίθριο της Σχολής στο υπερυψωμένο ισόγειο, όπου ορισμένοι από τους σπουδαστές μαζευόμασταν και κουβεντιάζαμε με τον Εγγονόπουλο, έτυχε να περνάει ο Πικιώνης. Ο συμφοιτητής και φίλος μου Παναγής Ψωμόπουλος, αρκετά μεγαλύτερος σε ηλικία, στράφηκε αμέσως προς αυτόν και, υποκλινόμενος, είπε: «τα σέβη μου κύριε καθηγητά». Και ο Εγγονόπουλος, αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί: «Μη τον πιστεύετε τον Μίμη. Αιθεροβάμων, αλλά και πολύ ρεαλιστής». Αναφερόταν βέβαια στο γεγονός ότι ο Πικιώνης δεχόταν να αναλάβει οποιαδήποτε δουλειά μπορούσε να του αποφέρει χρήματα (κι αυτό, γιατί είχε να θρέψει πέντε παιδιά).
Ένα διάστημα που ο Ευαγγελίδης ήταν αρκετό καιρό άρρωστος, ο Εγγονόπουλος ανέλαβε να μας διδάξει Ιστορία της Τέχνης σε θέματα δικής του επιλογής. Οι αναλύσεις του ήταν ενίοτε κάπως αντισυμβατικές, πάντοτε όμως πολύ εύστοχες. Θυμάμαι ακόμη τα σχόλιά του, όταν μας έδειξε τη μεγάλων διαστάσεων ελαιογραφία του Goya Η 3η Μαΐου του 1808. Προσπαθούσε μεταξύ άλλων, να μας εξηγήσει γιατί την τραγικότητα της εκτέλεσης εξέφραζε πυκνότερα το φωτισμένο απ’ το φανάρι κίτρινο βρακί του επαναστάτη. Πολλά έμαθα από εκείνα τα μαθήματα για τη σημασία του ιμπρεσιονισμού στις διάφορες εκδοχές και φάσεις του. Όλα αυτά τα είχα καταγράψει επιμελώς σε σημειώσεις που δυστυχώς χάθηκαν.
Τον Εγγονόπουλο συνέχισα να τον συναντώ και μετά από την αποφοίτησή μου, στο Brazilian της Βουκουρεστίου, όπου με δυο-τρεις γνωστούς και φίλους, όρθιοι όλοι μπροστά στον πάγκο του μπαρ, αφού δεν υπήρχαν τραπεζοκαθίσματα, πίναμε το καφεδάκι μας κι απολαμβάναμε τα αμίμητα παιγνιώδη αποφθέγματά του. Κάποια στιγμή, ένα μεσημέρι, έγινε κουβέντα για την Γκρέτα Γκάρμπο, που τότε είχε μάλλον αποβιώσει, αλλά που όλοι θυμόμασταν την αιθέρια ομορφιά της από τις κινηματογραφικές ταινίες της, τη Βασίλισσα Χριστίνα και την Κυρία με τις καμέλιες. Και τότε, αίφνης, ο Εγγονόπουλος απεφάνθη με έκδηλα νοσταλγικό τόνο, «Αχ, η κυρία Γκάρμπο. Γαμείς ψυχήν».
Επανέρχομαι στα χρόνια των σπουδών μου για επιπλέον ανέκδοτα. Μαθήματα πολεοδομίας στη Σχολή Αρχιτεκτόνων. Ο καθηγητής μας Αντώνης Κριεζής μας είχε βάλει θέμα το σχέδιο ενός μικρού οικισμού σε μια ημιορεινή τοποθεσία και μας είχε συστήσει να συμβουλευτούμε τον Εγγονόπουλο για τα χρώματα που θα χρησιμοποιούσαμε για τη διάκριση των διαφόρων λειτουργιών, ώστε να είναι περισσότερο αρμονικό. Από τους πρώτους που έσπευσαν να ακολουθήσουν τη συμβουλή του ήταν ένας συμφοιτητής μου, επιμελής αλλά αφελής, εξού και το παρανόμι του «κάλος». Ο Εγγονόπουλος του υπέδειξε σωστά να αρχίσει βάφοντας τις περιοχές κατοικίας, για τις οποίες δεν υπήρχε συμβατικά ορισμένο χρώμα, όπως π.χ. για τους δρόμους αυτοκινήτων κάποια απόχρωση του ερυθρού. Ο «κάλος» ρώτησε «Με τι χρώμα, κύριε Εγγονόπουλε;» «Οποιοδήποτε χρώμα», η απάντηση. Οπότε ο άλλος βουτάει το πινέλο του σ’ ένα χρωματοδοχείο με σέπια (αραιωμένο μελάνι σουπιάς) κι αρχίζει να βάφει. «Μα τι χρώμα είναι αυτό που βάζεις;» τον κατακεραύνωσε τότε ο Εγγονόπουλος. «Μα μου είπατε οποιοδήποτε χρώμα». «Ναι! Αλλά η σέπια δεν είναι χρώμα».
Στη Σχολή τότε κυκλοφορούσαν μεταξύ των σπουδαστών πολλά εγγονοπούλεια ανέκδοτα. Θυμάμαι το πιο χαρακτηριστικό, που se non è vero, è ben trovato. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ένας αστυφύλακας σταμάτησε βλοσυρός τον Εγγονόπουλο και, καθώς δεν είχε ταυτότητα μαζί του, τον ρώτησε πώς λέγεται. «Νίκος Εγγονόπουλος, ο γνωστός ποιητής και ζωγράφος». Ο αστυφύλακας μαλάκωσε αμέσως. «Τον Κώστα τον Εγγονόπουλο, τον φαρμακοποιό από την Πάτρα, τι τον έχετε;», «Χεσμένο».
Τα χρόνια εκείνα στη Σχολή είχα την τύχη να παρακολουθήσω να γεννιέται ο φλογερός έρωτας του Εγγονόπουλου για την κατά 20 χρόνια νεότερή του Λένα Τσιώκου, την πανέμορφη, επιμελήτρια του καθηγητή μας Νίκου Κρητικού στα μαθηματικά, την οποία και τελικά νυμφεύθηκε. Με τη Λένα γίναμε φίλοι μετά τον θάνατο του αγαπημένου της συζύγου. Όποτε με συναντούσε με χαιρετούσε εγκάρδια και, αν ήταν άλλοι παρόντες, μ’ έδειχνε με περηφάνεια προσθέτοντας, «Μαθητής μου». Τελευταία φορά που την είδα ήταν το 1986. Της είχα τηλεφωνήσει ότι ήθελα μια διαφάνεια με ένα παραδοσιακό σπίτι από τη γνωστή σειρά που είχε ζωγραφίσει ο Εγγονόπουλος για τον Πικιώνη πριν από τη σύγκρουσή τους και που εκείνος εκτιμούσε ιδιαίτερα, αποκαλώντας τα «ψυχογραφίες σπιτιών». Χρειαζόμουν τη διαφάνεια για το εξώφυλλο του βιβλίου μου Αρχιτεκτονική και παράδοση που θα κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Όταν η Λένα μου τηλεφώνησε ότι ήταν έτοιμη, την επισκέφθηκα για να την παραλάβω στο διαμέρισμα όπου έμενε μονάχη πλέον, σε μια πολυκατοικία που δεν μπόρεσα να εντοπίσω. Αγκαλιαστήκαμε και κουβεντιάσαμε αρκετή ώρα για τις κοινές μας αναμνήσεις. Το σπίτι στη διαφάνεια που μου έδωσε δεν ήταν από αυτά που θα ήθελα, αλλά φταίω εγώ που δεν της είχα εξηγήσει τι είδους θα προτιμούσα.
Το 2017, σε μια μουσική βραδιά στην αυλή του ΜΙΕΤ, μου σύστησαν τον γιο του Εγγονόπουλου από την πρώτη του γυναίκα, τον Πάνο. Του είπα ότι ο πατέρας του ήταν δάσκαλός μου και ότι τον εκτιμούσα πολύ. Τον ρώτησα μάλιστα αν έχει κάποια ζωγραφικά του έργα. Κι εκείνος, φανερά ενοχλημένος, μου είπε ότι μισούσε θανάσιμα τον πατέρα του και ιδιαίτερα τη Λένα που τον είχε πείσει να αποκληρώσει τον γιο του. Διαβάζοντας πάντως αυτές τις μέρες το προ είκοσι ετών εκδοθέν βιβλίο της Νέλλης Ανδρικοπούλου Επί τα ίχνη του Νίκου Εγγονόπουλου, με φωτογραφία στο εξώφυλλο τον Εγγονόπουλο νεότατο, διαπίστωσα ότι τον ψέγει δριμύτατα για την «οίηση», την «κτητικότητα» και την «επιθετική κτητικότητά» του, αλλά και ότι αναγνωρίζει τα χαρίσματά του. Άλλωστε, οι δυο τους αγαπήθηκαν μεταξύ τους περιπαθώς. Αναφέρει επίσης πως εκείνος της είχε εξομολογηθεί ότι νεότατος γνώρισε μια αρκετά μεγαλύτερή του μουσικολόγο που παράτησε τον άντρα και την κόρη της και πήγε να ζήσει μαζί του στην Ύδρα. Τη γυναίκα αυτή, που πέθανε αργότερα στα χέρια του από την καρδιά της, εκείνος δεν την ξέχασε ποτέ. Ως προς αυτό, όπως και σε άλλα ζητήματα, ακολούθησε τον κανόνα. Νέος γοητεύτηκε από μια ώριμη γυναίκα, αλλά καθώς μεγάλωνε ερωτευόταν όλο και νεότερές του, κατά 14 χρόνια τη Νέλλη (η ίδια το αναφέρει περιέργως) και κατά 20 τη Λένα.
Η Ανδρικοπούλου, βαθιά καλλιεργημένη, διαπρεπής ζωγράφος η ίδια, και με σπάνιες τεχνοκριτικές ικανότητες, πέραν από τα σχόλιά της για τον χαρακτήρα και τις ιδιορρυθμίες του Εγγονόπουλου, με το γλαφυρότατα γραμμένο βιβλίο της, μας χάρισε και υποδειγματικές αναλύσεις και ερμηνείες επίλεκτων πινάκων του, βασισμένες και στην εμπειρία της από συζητήσεις τους και από την εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση του τρόπου εργασίας του.
Θυμάμαι τον Εγγονόπουλο να λέει ότι ποιήματα έγραφε μόνο όταν δεν είχε χρήματα για ν’ αγοράσει χρώματα για τη ζωγραφική του. Ωστόσο, εγώ τον θεωρούσα ανώτερο ως ποιητή παρά ως ζωγράφο. Και τούτο γιατί, αν εξαιρέσω τα παλαιότερα έργα του, έβρισκα τα χρώματά του trop oriards για τα γούστα μου. Την άποψή μου για την ανωτερότητά του ως ποιητή, επικύρωσε και η ανάγνωση του πρόσφατα δημοσιευμένου δοκιμίου του Κώστα Βούλγαρη Ο Κολοκοτρώνης ωραίος σαν Μπολιβάρ. Ο Νίκος Εγγονόπουλος απέναντι στον μακρυγιαννισμό, και όσων συναφών άρθρων ακολούθησαν στις «Αναγνώσεις» της Αυγής της Κυριακής. Πρόκειται για μια δεξιοτεχνική και πειστικότατη αποκρυπτογράφηση ενός ποιήματος που θεωρείται από τους απλοϊκούς αναγνώστες προϊόν αυτόματης σουρρεαλιστικής γραφής. Από την άλλη, έχοντας διαβάσει δημοσίευμα του γιου μου Γιάννη για την υπέρβαση από την εγγονοπούλεια εικονογραφία της αντίληψης για την ελληνικότητα που είχε προαγάγει η γενιά του 30, οφείλω να παραδεχτώ πως ο Εγγονόπουλος, εκτός από μεγάλος ποιητής, ήταν κι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων ζωγράφος.
*Ο Σάββας Κονταράτος είναι αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΑΣΚΤ

Δεν υπάρχουν σχόλια: