30/7/23

Βενιαμίν και άλλοι Λέσβιοι...

Δημήτρης Χαλάτσης, Μονάδες μέτρησης χρόνου, 2023, πλαστικό, μέταλλο, αλουμίνιο, ξύλο, χαρτί, φυστικοβούτηρο, διάφοροι σπόροι

Του Παναγιώτη Νούτσου*
 
Πριν από τέσσερις μήνες ο παλαιός γνώριμος Ξενοφών Μαυραγάνης με παρακάλεσε τηλεφωνικά να οργανώσουμε ξανά στη Μυτιλήνη ένα συνέδριο για τον Βενιαμίν Λέσβιο. Πριν από δύο μήνες μου ταχυδρόμησε το στερνό του βιβλίο: Πάντα ξένοι, Θεσσαλονίκη, «Νησίδες» 2022, στο οποίο το μάτι μου έπεσε στη σελίδα 27: «Μια μεγάλη μαύρη κι ασήκωτη πέτρα που αισθανόταν η Πελαγία», η «Σμυρνιά», όταν άνοιξε τα μάτια της εκείνο το βαρύ καλοκαιριάτικο πρωινό σε μια έρημη παραλία της Λέσβου». Τώρα που μας αποχαιρέτησε ο Ξενοφών (1940 - 2023), τι να θυμηθούμε απ’ ό,τι πράξαμε μαζί του;
Στη Λέσβο πρωτοπήγα ως σύνεδρος τον Μάιο του 1982 και τον Νοέμβριο του 1983, μεσολάβησαν επισκέψεις πανεπιστημιακών υποχρεώσεων, ώσπου τον Ιούνιο του 2009 οργάνωσα −με πρόταση του Μαυραγάνη, προέδρου του- το συνέδριο: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Η περίπτωση του Βενια­μίν Λεσβίου». Για τις συνεχείς αναφορές στο έργο του Βενιαμίν βλ. Νεοελ­ληνική Φιλοσοφία (1981: 177 passim) και Νεοελληνικός Διαφωτισμός (2005: 524, passim) — στο δεύτερο βιβλίο μου (491-498, 499-508) περιλαμβάνο­νται οι εργασίες μου: «Το πρόβλημα της αυτογνωσίας στα Στοιχεία Μετα­φυσικής του Βενιαμίν» [1982, 1985] και «Βενιαμίν Λέσβιος. Προβλήματα ερμηνείας» [1984]· βιβλιοκρισία που δεν έλαβα ακόμη «απάντηση»].
Από το Πλωμάρι παραπέμπω στην «Προσφώνηση» (19- 20) και στα «Συμπεράσματα» (222-223) αλλά και αναρτώ την ανακοίνωσή μου (215-221) στο συνέδριο του 2009 με τίτλο «Τι ακριβώς διακινδυνεύει ως κοινωνός της σκέψης των ‘νεωτέρων’ ο Βενιαμίν ο Λέσβιος».
Όποιο σχήμα περιοδολόγησης κι αν ακολουθήσουμε το έργο του Βενιαμίν Λεσβίου, διδακτικό και συγγραφικό, εντάσσεται στην περί­οδο του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Τα ζητήματα προς ακριβέστε­ρη διερεύνηση πολλαπλασιάζονται όταν εξετάζεται το συνολικό του έργο, κατά το είδος, τη συνάφεια και την ανέλιξη, χωρίς να παρακά­μπτεται το πλαίσιο των σχέσεών του με το συγκείμενο (“context”) των ιδεών και των ιστορικών γεγονότων που το περιβάλλει.
Αναμφίβολα, σε οποιαδήποτε αντιμετώπιση «μέρους» και «όλου» ενός πολυετούς συγγραφικού έργου προϋποτίθεται η ερωτηματοθεσία για την πληρότητα ενός εγγενούς ιστοριογραφικού εγχειρή­ματος. Τι θα μπορούσε να σημαίνει ένας «σταθμός» στο πεδίο των ιδεών, όπως ήταν ο χρόνος συγγραφής και στη συνέχεια ο χρόνος δημοσίευσης των Στοιχείων Μεταφυσικής, και η συστοιχία του με τα συγκεκριμένα επεισόδια της βιογραφίας του συγγραφέα τους και ιδί­ως με ό,τι συγκροτεί το «μακρόκοσμό» τους; Αποτελεί τη συμπυκνω­μένη έκφραση του πνευματικού δυναμισμού μιας εποχής ή είναι ένας συμβατικός οδοδείκτης; Και στην περίπτωση του Βενιαμίν μπορεί να εφαρμοσθεί η παραδοχή, ότι οι όποιοι συμβατικοί χωρισμοί της ιστορίας εύκολα παραγκωνίζονται, αν ακριβώς οι ιστορικές και φι­λολογικές μας γνώσεις για το σύνολο του βίου και του έργου του μεταβληθούν ριζικά. Όταν δηλαδή τα όποια αδημοσίευτα κείμενά του αναμένουν τον εκδότη και τους μελετητές τους.
Όσο περισσότερο κινούμαστε στην εκτύλιξη του διαφωτιστικού ρεύματος τόσο περισσότερο επιβάλλεται να αποτυπωθεί προσεκτι­κά το είδος της διακινδύνευσης που αναλαμβάνουν οι πρωταγωνι­στές του, για παράδειγμα ο Βενιαμίν.
Στη ρίζα μιας τέτοιας προβληματικής: τι θα μπορούσε να ση­μαίνει η «διακινδύνευση» για όσους εκ των υστέρων ονομάσθηκαν «διαφωτιστές»; Πρόκειται για το απροσδιόριστο τίμημα της με­τάβασης σ’ έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και πρακτικής; Και τι ακριβώς συνιστά αυτή τη «διαφορά» που θα έπρεπε να αποτυπωθεί και να βιωθεί με «διαφορετικό» τρόπο;
«Κίνδυνος» είναι για τους διαφωτιστές ό,τι απειλεί τη λειτουρ­γία του λόγου, με την υπονόμευση ή τον εξοβελισμό των αναγκαίων όρων εκδίπλωσής του. Η δυναμική της «διακινδύνευσης» (βλ. Νούτσος 2005: 17/18) επιτελείται και εδώ ως συνύφανση, στο περίγραμμα ενός ιστορικού «στοιχήματος» ή μιας «διακύβευσης», επιθυμητού στόχου και αβεβαιότητας ως προς την επίτευξή του, με ανυπολόγιστο κάθε φορά τίμημα. Τίποτε δεν χαρίζεται «ακινδύνως» και τούτο το γνωρίζουν οι ριψοκίνδυνοι θεμελιωτές μιας «εποχής διαφωτισμού» που έχουν να αντιμετωπίσουν «πολλά εξω­τερικά εμπόδια», τα οποία «εν μέρει απαγορεύουν και εν μέρει δυ­σκολεύουν» αυτό το εγχείρημα (βλ. Νούτσος 2005: 17).
Ειδικότερα, οι διανοούμενοι ως εκπαιδευτικοί υψηλοτέρων «βαθμίδων», που πληθύνονται στην περίοδο που μας ενδιαφέρει εδώ, αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο πρίσμα. Ως «πεπαιδευμένοι» λειτουργοί μιας κατά τόπους συγκροτούμενης εκπαίδευσης αντιμετωπίζονται ως «άνθρωποι του πολιτικού κόμματος» (Μοισιόδαξ 1780:81), παρά το ράσο που φορούν και χωρίς ακόμη να το αντικαταστήσουν με την ακαδημαϊκή τήβεννο. Μάλιστα, αποδίδεται μια μορφή επαγγελματισμού στους «σοφούς των νυν ελληνικών φροντιστηρίων καθηγεμόνας και διδασκάλους» ή στους «καθηγεμόνας επαγγελματικούς» τους «κοινότερον λεγομένους προφέσωρας». Δηλαδή, εμφανίζονται να έχουν αποβάλει «τας ματαίας, ου μην αλλά και ολεθρίας, γραμματικάς και έριδας», στο μέτρο που «εκ των εν Ευρώπη Ακαδημιών μετακομίσαντες τον υγιά του φιλοσοφείν τρόπον και προ πάντων τα Μαθηματικά όργια» (Μοισιόδαξ 1780:44 ˙Κούμας 1807˙ βλ. Νούτσος 2005:24). Όπως επιπλέον διακρίβωνε ο Ανώνυμος, έχει εξαλειφθεί «εις τα περισσότερα μέρη η δεισιδαιμονία των γραμματικών» και οι «διδάσκαλοι» εγκατέλειψαν την «ενοχλητικήν και βραδείαν μέθοδον της Παραδόσεως» (Ελληνική Νομαρχία 1806: 207). Πάντως το κριτήριο γι’ αυτήν την ανατίμηση ή, από την αντίθετη σκοπιά, για την υποτίμηση τα διανοητικής εργασίας είναι το ίδιο, δηλαδή προκύπτει από τους τρόπους κατανόησης του βαθμού και του είδους της παρέμβασης των διανοουμένων στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο του καιρού και του τόπου τους. Η τιτλοφόρηση του παρόντος κειμένου: «Μόλυβος 1», Ποιήματα Β΄, Αθήνα 2018, 360, του Τίτου Πατρίκιου που συνεχίζει:

«που θα ’βλεπαν ο Αλκαίος, η Σαπφώ
ο Ωρίωνας, ο Λόγγος».
 
*Ο Π. Νούτσος είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια: