23/4/23

Επικήδειος της προόδου

Μιχαήλ Καρίκης, No Ordinary Protest [Μια ασυνήθης διαμαρτυρία], 2018, βίντεο, φωτογραφίες παραγωγής

Της Κωστούλας Μάκη*

ΜΑΤΕΙ ΒΙΖΝΙΕΚ, Το καμπαρέ των λέξεων, μετάφραση Έρση Βασιλικιώτη, εκδόσεις ύψιλον/θέατρο, σελ. 139

Ο ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας Ματέι Βίζνιεκ (1956) είναι εξοικειωμένος με την έννοια της μεθοριακότητας. Στο καθεστώς Τσαουσέσκου τα θεατρικά του έργα απαγορεύτηκαν. Το 1987 μετοίκησε στη Γαλλία όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο, ενώ με την κατάρρευση του 1989 αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο δημοφιλείς θεατρικούς συγγραφείς στη Ρουμανία, αλλά και την Ευρώπη. Τα διττά αυτά μεταιχμιακά όρια δεν αφορούν μόνο σε ό,τι ορίζεται ως εθνική ταυτότητα, ούτε στις δυϊστικές αντιπαραβολές Γαλλίας και «κομουνιστικής» Ρουμανίας. Εγγράφονται επίσης στις γλωσσικές χρήσεις και τις επιτελέσεις τους, αλλά και στους αναγνωστικούς προσανατολισμούς/επιδράσεις του συγγραφέα, ο οποίος επανειλημμένα αναφέρει ότι δεν συγκινήθηκε ποτέ από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, αλλά αφομοίωσε τις παραδόσεις του υπερρεαλισμού, του ντανταϊσμού, της λογοτεχνίας του φανταστικού, και του μαγικού ρεαλισμού.
Στο «Καμπαρέ των λέξεων», όλα τα παραπάνω «ζυμώνονται» στα μικροκείμενα του βιβλίου επιτελεστικά, κατασκευάζοντας διαρκείς αναμετρήσεις-διαλόγους του συγγραφέα με πολύσημες λέξεις που παραπονιούνται, διεκδικούν, έρχονται και φεύγουν, εξοστρακίζονται ή ασκούν εξουσία, διαμορφώνοντας μεταλλασσόμενους αστερισμούς του πραγματικού. Σε ένα πρώτο επίπεδο ο συγγραφέας σημειώνει πως η συλλογή ήταν αρχικά παραγγελία του Théâtre de la Minoterie της Μασσαλίας, η οποία εμπλουτίστηκε. Ο Βίζνιεκ προσκαλεί σκηνοθέτες, ηθοποιούς και αναγνώστες/αναγνώστριες να δράσουν με αυτόνομη ελευθερία ώστε να ανασυνθέσουν οι ίδιοι, όπως θέλουν, αυτό που αποκαλεί μεγάλη τραγωδία και κωμωδία των λέξεων. Οι γλωσσικές περιπέτειες, σε μόνιμη αλλαγή και διαπραγμάτευση, ως τραγωδία ή κωμωδία είναι βασικός στόχος του Βίζνιεκ. Σε ένα ανοιχτό παιχνίδι με επιδράσεις από τον υπερρεαλισμό τα κείμενα του βιβλίου μπορούν την ίδια στιγμή να είναι θεατρικά μονόπρακτα, ποιητικά πεζά ή πολύτροπος διάλογος του συγγραφέα με τη γλώσσα, τη γραμματική, την εξουσία του λόγου, και αγαπημένες ή απεχθείς του λέξεις.
Η πτώση στο κενό τού «εγώ» όταν λέει «εγώ», το «πάντοτε» ως ψευδοπροφήτης που ο συγγραφέας επιθυμεί να αφανίσει, η συνεχόμενη επιθυμία να τον συνοδεύει παντού η «επιστροφή», το δίπολο «καλού-κακού» σε αμφίσημους αγώνες στους οποίους σαν κατακλείδα το κακό δηλώνει: «Θα δείξει […] μπορούμε να προσπαθήσουμε το ακατόρθωτο, δεν κάνει κακό, το αντίθετο», δημιουργούν ένα σαρκαστικό πεδίο στο οποίο τίποτα δεν είναι οριστικό και αμετάκλητο.
Το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας της γλώσσας μαζί με «μονόχνωτες» ηθικές αξιολογήσεις για τις «καλές-κακές» λέξεις που το συνοδεύουν, ανεξαρτήτως από τις γλωσσικές περιστάσεις, προκαλούν την οργή του Βίζνιεκ, ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί για να το ανατρέψει. Έτσι η γραμματική, στην παράδοση μιας αστικής δημοκρατίας, ετοιμάζει εορταστικά τραπέζια, τηρώντας τους καλούς τρόπους. Είναι ευχαριστημένη κάθε φορά που δεν πέφτουν ψίχουλα και τα μαχαιροπίρουνα χρησιμοποιούνται σωστά (σ. 19). Στα τρία κείμενα της Ομιλίας χωρίς γραμματική, ο συγγραφέας καυτηριάζει τη μισαλλοδοξία των πολιτικών οι οποίοι με ανυπέρβλητη υποκρισία απαιτούν «απόλυτες αναλογίες», περιθωριοποιώντας τη συνθετότητα των ανθρώπων και των αγώνων τους, επιβάλλοντας τοιουτοτρόπως βίαιες περιφράξεις, πραγματικές και συμβολικές, καθώς υπόσχονται την επιβίωση των πολλών.
Απέναντι στις κλειστές αυτές κανονικότητες και σε κάθε παραδοσιακό σύστημα που επιθυμεί να παραμείνει ίδιο, η ποίηση ορίζεται ως τόπος απελευθέρωσης των λέξεων από τις συνήθεις περιοριστικές τους χρήσεις. Επιπλέον, οι λέξεις που βωμολοχούν εξεγείρονται, ζητώντας τη βοήθεια του συγγραφέα. Απαιτούν να μπουν στα δελτία ειδήσεων, στο οικογενειακό δίκαιο, στις εθνικές εορτές και στη διπλωματική γλώσσα (σ. 23-25). Σε άλλο σημείο ο Βίζνιεκ καταγράφει ότι «οι διφορούμενες λέξεις» αποτελούν «κινητήριο δύναμη της γλώσσας» (σ. 50). Ωστόσο, έχοντας βιώσει στη Γαλλία την απομάγευση των αξιών που έφερε η γαλλική επανάσταση και όσα απέμειναν από τον διαφωτισμό, αλλά ζώντας παράλληλα και τον αυταρχισμό της τότε Ρουμανίας με την υπονόμευση των σοσιαλιστικών οραμάτων, ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τη διαφορά θεωρίας και πράξης. Προειδοποιεί, λοιπόν, να παραμένουμε καχύποπτοι στην έννοια της ουτοπίας. «Γι’ αυτό σας προειδοποιώ: Προσοχή, τα τραπέζια στης κυρίας ουτοπίας τα πληρώνουμε ακριβά» (σ. 65).
Ο Βίζνιεκ παραμένει διαρκώς σαρκαστικός και καυστικός απέναντι στα αφηγήματα για την αλματώδη γραμμική εξέλιξη της προόδου. Στο αντίστοιχο λήμμα (σ. 131), ο συγγραφέας παρουσιάζει τον επικήδειο της προόδου, που τον απευθύνει στην «πενθούσα οικογένεια των λέξεων». Στέκεται επίσης κριτικά σε κάθε επιτηδευμένη πίστη για αναστάσεις κάθε τύπου, υπενθυμίζοντας ότι ο καθένας αναπολεί και ψάχνει την επιστροφή διαφορετικών πραγμάτων. Στην Ανάσταση, ένα από τα πιο άρτια κείμενα του βιβλίου, ο συγγραφέας μαζί με άλλους περιμένει στη σειρά την ανάσταση των νεκρών γλωσσών, κρατώντας ένα σημειωματάριο για να μπορεί να καταγράψει ποιες γλώσσες θα αναστηθούν πρώτες. Στην πορεία διαπιστώνει πως υπάρχουν πολλές διαφορετικές ουρές και όλες ανυπόμονες: αυτοί που περιμένουν την ανάσταση των νεκρών, της Αναγέννησης, των φθινοπωρινών φύλλων. Κάποιοι ρωτάνε: «Και για τις νεκρές υποσχέσεις υπάρχει κανένα νέο;» για να πάρουν την απάντηση: «Δεν ξέρω, η ανάσταση, πάντως, των ζωντανών, μόλις άρχισε» (σ. 76).
Σε κάθε περίπτωση τα ερωτηματικά κρίνονται απαραίτητα για τον κλονισμό κάθε βεβαιότητας (σ. 88), υπάρχει όμως και μια άλλη παραδοχή, η οποία είναι πάντα εκεί: αυτή του θανάτου. «Κι έπειτα, αυτή η ωραία υπόκλιση που κάνουμε όλοι μπροστά στη λέξη χώμα» (σ. 86).
Παρά την εμπειρία της μεταφράστριας, δεν είναι όλα τα κείμενα του βιβλίου ισότιμα. Εντοπίζονται αρκετά σημεία στα οποία ο Βίζνιεκ ισορροπεί δύσκολα ανάμεσα σε έναν προβλεπόμενο καταγγελτικό λόγο και στον «εξυπναδακισμό». Τα γλωσσικά παιχνίδια σε κάθε έκφανση έχουν τελειοποιηθεί από τον Μπέκετ, αλλά και από τους συγγραφείς της OuLiPo. Παραμένουν όμως επίκαιρα και επανέρχονται σε νέες συναντήσεις.

*Η Κωστούλα Μάκη είναι κοινωνική ψυχολόγος

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

You speak well