21/11/21

Μίκης Θεοδωράκης και αρχαία τραγωδία

Η σημασία της παράδοσης με επίκεντρο τη μουσική του για αρχαία τραγωδία

Αφιέρωμα
Μίκης Θεοδωράκης: ελληνικότητα και λαϊκότητα στο έργο και τη διαδρομή του

Της Αναστασίας Σιώψη

Είναι γεγονός ότι ο σημαντικός συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης πέρασε πια στη σφαίρα της αθανασίας μέσα από το έργο του, τις ιδέες και τη στάση ζωής, σε ηλικία 96 ετών. Η ιστορία όχι μόνο της νεοελληνικής μουσικής, αλλά και της χώρας μας, του έχει ήδη δώσει δικαίως μια εξέχουσα θέση στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών οι οποίοι έχουν καταξιωθεί σε παγκόσμια κλίμακα. Στο παρόν κείμενο θα μιλήσω για τη σημασία της παράδοσης στο έργο του με επίκεντρο μια λιγότερο γνωστή πλευρά, αυτή του συνθέτη μουσικής για αρχαίες τραγωδίες.[1]
Ο Μίκης Θεοδωράκης, του οποίου η μουσική γλώσσα υιοθέτησε, ως επί τω πλείστον, δημοφιλή ιδιώματα ενώ επηρεάστηκε δευτερευόντως από τάσεις της ευρωπαϊκής λόγιας μουσικής, όχι μόνο απέδωσε στη μουσική του κεντρικό ρόλο στην παράδοση (δημοτική και βυζαντινή μουσική) αλλά, επιπλέον, επέκτεινε τη ‘γκάμα’ της με μουσικά στοιχεία των ρεμπέτικων τραγουδιών.[2]
Ο Θεοδωράκης ανέπτυξε ενδιαφέρον για την αρχαία τραγωδία από τα πρώιμα στάδια του συνθετικού του έργου. Το 1946 συνέθεσε ένα συμφωνικό ποίημα με τίτλο Προμηθέας Δεσμώτης. Αυτό ήταν η αφετηρία μιας σειράς από έργα τα οποία είτε ήταν εμπνευσμένα από αρχαία θέματα –για ορχηστρικά σύνολα, μπαλέτα- ή ήταν μουσική γραμμένη ειδικά για την παραγωγή σκηνικών έργων ή κινηματογραφικών ταινιών για την αρχαία τραγωδία και κωμωδία.
Παρουσιάζω ενδεικτικά ένα κατάλογο της μουσικής του Θεοδωράκη για παραγωγές αρχαίων τραγωδιών και κωμωδιών:

Τραγωδίες

1959-1960: Οι Φοίνισσαι (Ευριπίδης), σκηνοθέτης ο Αλέξης Μινωτής.
1960-1961: Αίαξ (Σοφοκλής), σκηνοθέτης ο Τάκης Μουζενίδης.
1965: Οι Τρωάδες (Ευριπίδης), σκηνοθέτης ο Τάκης Μουζενίδης.
1977: Οι Ικέτιδες (Αισχύλος), σκηνοθέτης ο Σπύρος Ευαγγελάτος.
1986-1988: Τριλογία (Ορέστεια, Αισχύλος), σκηνοθέτης ο Σπύρος Ευαγγελάτος.
1987: Εκάβη (Ευριπίδης), σκηνοθέτης ο Αλέξης Σολωμός.
1990: Αντιγόνη (Σοφοκλής), σκηνοθέτης ο Μίνως Βολανάκης.
1992: Προμηθέας Δεσμώτης (Αισχύλος), σκηνοθέτης ο Σπύρος Ευαγγελάτος.
1996: Οιδίπους Τύραννος (Σοφοκλής), σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος.
1988-1996: Τριλογία (ο συνθέτης ονόμασε τα έργα αυτά ‘λυρικές τραγωδίες’ για να δώσει έμφαση στο λυρικό και μελωδικό χαρακτήρα τους): Μήδεια (1988-90), Ηλέκτρα (1992-93), Αντιγόνη (1995-97)

Κωμωδίες

1966-1967 και 1999: Λυσιστράτη (Αριστοφάνης)
1979: Ιππής (Αριστοφάνης), σκηνοθέτης ο Κάρολος Κουν.

Αξίζει να αναφέρω ότι ο Θεοδωράκης έδειξε προτίμηση στα έργα του Ευριπίδη. Η προτίμηση αυτή βασιζόταν σε λόγους που διατύπωσε σε επιστολή του προς τη Marianne McDonald, τον Απρίλιο του 1992.[3] Όπως αναφέρει η McDonald, “[ο Θεοδωράκης] λέει ότι αυτός ο ποιητής είδε τον άνθρωπο ως πιο αυτόνομο και υπεύθυνο ον για τις επιλογές του, σε αντίθεση με τον Αισχύλο, ο οποίος είδε τον άνθρωπο περισσότερο ως ένα παιχνίδι των θεών”.[4]
Ο συνθέτης ανέπτυξε τις ιδέες του σε κείμενα τα οποία δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά από το 1959. Από εκείνη τη χρονιά διατυπώνει το πιστεύω του ότι ούτε οι Γερμανοί, ούτε οι Γάλλοι ή οι Ιταλοί μπορούν να κάνουν τις κατάλληλες επιλογές για να λύσουν προβλήματα που αφορούν τη συνοδεία κειμένου και δράσης στο αρχαίο δράμα. Οι Ευρωπαίοι μπορεί να έχουν μελετήσει τον αρχαίο πολιτισμό και να έχουν επηρεαστεί από αυτόν, ίσως περισσότερο από τους Έλληνες, αλλά δεν μπορούν να έχουν την εμπειρία του χαρακτήρα του, ο οποίος έχει διατηρηθεί μέσω του χώρου και της γλώσσας στη νεότερη Ελλάδα. Ο σύγχρονος Έλληνας συνθέτης πρέπει να ακολουθήσει τη φύση του η οποία είναι η μουσική παράδοση της πατρίδας του. Δεν χρειάζεται όμως να αναπαραγάγει δημοτικές μελωδίες αλλά να ανακαλύψει την ‘ψυχή’ τους.[5] Οι ιδέες του για τον ελληνικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η μουσική παρέμειναν και αργότερα οι ίδιες. Αυτό αποδεικνύουν οι δηλώσεις του συνθέτη, κατά τη δεκαετία του 1990, εποχή που ολοκλήρωσε την Τετραλογία[6] του και, φυσικά, η ίδια η μουσική του. Για παράδειγμα, περιγράφει τη μουσική που έγραψε για την Ηλέκτρα (μιά όπερα, ή ‘λυρική τραγωδία’, όπως την αποκαλεί, γραμμένη το 1992-94) ως έχουσα βαθύ ελληνικό χαρακτήρα ο οποίος, όπως δηλώνει, είναι ένας σύγχρονος ελληνικός τρόπος μουσικής έκφρασης.[7] Εκφράζει τις ίδιες ιδέες αναφερόμενος στην Μήδεια μια ακόμα όπερα για την οποία έγραψε όχι μόνο τη μουσική αλλά και το λιμπρέτο το οποίο ήταν μια μεταφρασμένη εκδοχή του πρωτότυπου κειμένου στα αρχαία ελληνικά. Ο Θεοδωράκης αναφέρεται στο βασικό του στόχο που είναι η υπεράσπιση της ελληνικής μουσικής αφού μόνο μέσω της ‘ελληνικότητας’, όπως πιστεύει, η μουσική μπορεί να αποκτήσει παγκόσμιο χαρακτήρα∙ με τον όρο ‘ελληνικότητα’ ο συνθέτης εννοεί τη μουσική που βασίζεται στην ελληνική παράδοση.[8] Επίσης, επαναλαμβάνει την ιδέα ότι μέσα από τη συλλογική μνήμη ο Έλληνας μπορεί να προσεγγίσει το αρχαίο δράμα με αυθεντικότερο τρόπο συγκριτικά με τους ξένους.[9]
Οι αναλλοίωτες απόψεις του Θεοδωράκη για τον ελληνικό χαρακτήρα που συνάδει με την ουσία του αρχαίου δράματος ακόμα και στις σύγχρονες αναβιώσεις του τεκμηριώνουν τη συνειδητή επιλογή του να ενσωματώσει την ελληνική παράδοση στη μουσική που έγραψε για το αρχαίο δράμα, όπως και στο σύνολο των έργων του, επιλογή που έχει ιδεολογικά θεμέλια. Οι αξίες άλλωστε που, σύμφωνα με τον δημιουργό, παραμένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου στον ελληνικό λαό είναι αυτές του ανθρωπισμού και της κοινής μας στάσης μπροστά στο πεπρωμένο.
Οι ιδέες του Θεοδωράκη δεν είναι καινούργιες. Αποτελούν κυρίαρχη αντίληψη στο διάλογο για τη καταλληλότητα του είδους της μουσικής που πρέπει να γράφεται στις σύγχρονες παραστάσεις αρχαίου δράματος στην Ελλάδα. Έχουν υποστηριχθεί από –συντηρητικούς- μουσικούς και μουσικολόγους, όπως ο Γιώργος Παχτίκος, ο Κωνσταντίνος Ψάχος, ο Γεώργιος Λαμπελέτ και, αργότερα, ο Διονύσιος Γιατράς, οι οποίοι, επιπλέον, υποστήριξαν την άποψη ότι η αναβίωση του αρχαίου δράματος θα πρέπει να γίνεται με τον αντικειμενικότερο δυνατόν τρόπο. Επίσης, οι περισσότεροι από τους προαναφερθέντες υποστήριξαν και έμπρακτα την άποψή τους γράφοντας μουσική για το αρχαίο δράμα. Αλλά η κοσμοθεωρία του Θεοδωράκη δεν είναι συντηρητική. Το πιστεύω του για τη δύναμη του λαού δεν συνάδει με την υπεράσπιση της ιδέας της αναβίωσης του αρχαίου δράματος με αυθεντικό τρόπο. Ο Θεοδωράκης πιστεύει ότι η μουσική κατέχει μεταμορφωτική δύναμη στη κοινωνία∙ οι διδακτικού χαρακτήρα Μαρξιστικές δηλώσεις του για τη τέχνη εισακούστηκαν με ‘ευλάβεια’ από ένα ολόκληρο έθνος και αυτό αποτελεί κατόρθωμα χωρίς προηγούμενο στο χώρο της ελληνικής μουσικής της εποχής μας.[10] Η περίοδος της μεγαλύτερης απήχησής του ήταν από το 1959 έως το 1967. Έτσι, δηλώσεις του συνθέτη όπως αυτές που προανέφερα είχαν την άνευ όρων αποδοχή από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Το ίδιο ισχύει, και σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, για τα τραγούδια του. Ο Θεοδωράκης κυριάρχησε στη μουσική ζωή της Ελλάδας, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του ’60. Από μια πλατύτερη σκοπιά, κατά την εποχή αυτή, τα όρια ανάμεσα στη λεγόμενη ‘σοβαρή’ και ‘ελαφριά’ μουσική, ή της ‘υψηλής’ και της δημοφιλούς τέχνης, δεν ήταν ευκρινή ή έγκυρα. Ο σημαντικός αυτός δημιουργός έπαιξε σημαντικό ρόλο με το να προκαλέσει με τις δημιουργίες του τα όρια αυτά και με το να τοποθετήσει την παράδοση σε εξέχουσα θέση στο έργο του, κυρίως στο τραγούδι. Το τραγούδι, με το να ενώνει τις λέξεις με τη μουσική, μπορεί να δημιουργεί βαθύτερες σχέσεις με το παρελθόν μας καθώς φέρνει στο προσκήνιο τη σπουδαιότητα της ποίησης.
Όπως παρατηρεί η Gail Holst-Warhaft,

πρέπει να έχει κανείς έναν παραδοσιακό κορμό μουσικής, μια κοινή κληρονομιά για να κτίσει επάνω της. Επιπλέον, πρέπει να έχει έναν πολιτισμό στον οποίο η μουσική και η ποίηση είναι ήδη συνδεδεμένες. Η σύγχρονη ελληνική ποίηση ξεκίνησε με το τραγούδι, όχι μόνο με τη τραγουδισμένη ποίηση της προφορικής παράδοσης (τα δημοτικά) αλλά και με ποιητές όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός που μέσα από αυτή την πλούσια παράδοση αντλούσαν τα μοντέλα τους καθώς ξεκινούσαν να γράφουν ποίηση για πρώτη φορά στην ομιλούμενη γλώσσα της νεότερης Ελλάδας. Και παρά το χάσμα που χώριζε τους αμόρφωτους Έλληνες από τους αστούς, ήταν κοινός και στις δύο ομάδες ένας βαθύς σεβασμός για το δημοτικό τραγούδι.[11]

Η προσπάθεια να διατηρηθεί διακριτή η ελληνική ταυτότητα μέσα από τα πολυτιμότερα τμήματα της συλλογικής της μνήμης σε δύσκολους καιρούς, λόγω της πολιτικής αστάθειας της χώρας μας, υπήρξε ο κύριος στόχος του συνθέτη. Έτσι, εξαιτίας της δημοτικότητας του έργου του διατηρήθηκε ζωντανή η συλλογική μνήμη στους Έλληνες σε καιρούς που πραγματικά την χρειάζονταν. Αυτό μπορεί να πει κανείς ότι είναι μια σημαντική συνεισφορά του Μίκη Θεοδωράκη στον ελληνικό πολιτισμό.

Η Αναστασία Σιώψη είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Σχολή Μουσικής και Οπτικοακουστικών Τεχνών, του Ιονίου Πανεπιστημίου, μέλος ΣΕΠ στην «Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη» του «Ευρωπαϊκού Πολιτισμού», ΕΑΠ (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο)

[1] Το κείμενο του παρόντος άρθρου, με κάποιες ελάσσονες αλλαγές και προσθήκες, είναι μέρος της μονογραφίας μου με τίτλο Η νεοελληνική πολιτισμική φυσιογνωμία μέσα από το ρόλο της μουσικής σε αναβιώσεις του αρχαίου δράματος (Μουσικές διαδρομές ως αντανακλάσεις της αρχαίας Ελλάδας στη νεότερη), Αθήνα: Εκδόσεις Γιώργος Δαρδανός (Gutenberg, 2012) (1.4. «Η επιμονή και η διεύρυνση της ελληνικής παράδοσης τις δεκαετίες του 1950 και 1960: αισθητική ή ιδεολογική επιλογή; (Οι ξεχωριστές περιπτώσεις των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι)», 107-118)
[2] Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Μάνου Χατζιδάκι. Και οι δύο ήταν κυρίως τραγουδοποιοί αλλά, επίσης, έγραψαν και μουσική για αρχαία δράματα και κωμωδίες.
[3] Ως παραπομπή στο Marianne McDonald, “Theodorakis and Euripides’ Medea. A Myth for all times: the mother who kills”, International meeting of music. Music and ancient Greece (Conference’s annuals), Αθήνα: “Νέα Σύνορα” εκδοτικός οίκος Λιβάνη, 1999, 254-282, 265.
[4] Ό.π., 265.
[5] Μίκης Θεοδωράκης, «Η μουσική στην αρχαία ελληνική τραγωδία», Κριτική, τεύχος 2, Μάρτιος-Απρίλιος 1959, 73-81. Βλ., επίσης, Θεοδωράκης, «Το πρόβλημα της μουσικής στην αρχαία τραγωδία», Αυγή, 4 Δεκεμβρίου 1959. Ο Θεοδωράκης έγραψε αυτό το άρθρο μετά τη σύνθεση μουσικής για την αρχαία τραγωδία Φοίνισσαι ενώ παρέμειναν ίδιες οι απόψεις του και αργότερα.
[6] Τετραλογία (1988-1999), στην Τριλογία που αποτελείται από τρεις τραγωδίες ο συνθέτης προσθέτει μια κωμωδία του Αριστοφάνη: Μήδεια (1988-89), Ηλέκτρα (1992), Αντιγόνη (1996) και Λυσιστράτη (1999).
[7] Βλ. http://digma.mmb.org.gr (Ψηφιοποιημένα αρχεία ‘Μίκης Θεοδωράκης’, «Λίλιαν Βουδούρη», Μουσική Βιβλιοθήκη, Αθήνα).
[8] Ό.π.∙ επίσης, ως παραπομπή στα εξής: (1) «Πρεμιέρα Θεοδωράκη με ‘Μήδεια’ στο Ηρώδειο», Ελευθερία Λάρισας, 3/7/93 και (2) «Ήχος και φως από Ελλάδα. Απόψε η ‘Μήδεια’ του Μίκη Θεοδωράκη», Καθημερινή, 6/7/93. Αξίζει να σημειώσω ότι ο Θεοδωράκης δεν αντιλήφθηκε τη Μήδεια ως όπερα αλλά ως άδουσα ποίηση, ή, άδουσα τραγωδία.
[9] Βλ. συνέντευξη του Θεοδωράκη από τον Γιάννη Φλέσσα στο «Άξια εστί η...Μήδεια», Έθνος, 6/7/93.
[10] Βλ., πιο αναλυτικά, Gail Holst-Warhaft, Theodorakis. Myth and Politics in Modern Greek Music, Άμστερνταμ, 1980, κυρίως το κεφάλαιο 12: 217-228. Υπάρχει και μια άλλη διάσταση στη σχέση του Θεοδωράκη με την παράδοση: αυτή της προβολής του θεολογικού πνεύματος, της θρησκευτικότητας. Παραδείγματος χάρη, στην παράσταση των Ικέτιδων, σε σκηνοθεσία του Ευαγγελάτου, με το Εθνικό Θέατρο, ο χορός είναι σχεδόν ο μόνος πρωταγωνιστής (όλο το έργο αποτελεί μια ικεσία). Η έμφαση δίνεται επομένως στον άδοντα χορό (τραγούδι) ενώ προβάλλεται το θεολογικό πνεύμα μέσα από αναλογίες με την ορθόδοξη λειτουργία και στοιχεία από την ελληνική λαϊκή μελωδική παράδοση (βλ. κριτική Φοίβου Ανωγειανάκη, στο Γεωργουσόπουλος Κώστας, Γώγος Σάββας, Επίδαυρος. Το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις, Μίλητος, Αθήνα 2003, 217). Εξηγώ υπό μορφή παρένθεσης ότι ο Θεοδωράκης συνδυάζει την πίστη στη κοινωνική δικαιοσύνη, μέσα από ένα Μαρξιστικό πρίσμα, με τον ανθρωπισμό της Χριστιανικής θρησκείας, σε ένα ιδεατό που το ονομάζει ‘συμπαντική αρμονία’. Δηλαδή συνυπάρχουν και δεν αντιφάσκουν στην ιδεολογία του ο Μαρξισμός με τη Χριστιανική θρησκεία, ένα θέμα που ξεφεύγει από το στόχο του παρόντος κειμένου.
[11] Βλ. http://digma.mmb.org.gr (Ψηφιοποιημένα αρχεία ‘Μίκης Θεοδωράκης’, «Λίλιαν Βουδούρη», Μουσική Βιβλιοθήκη, Αθήνα)


Αλέξης Φιδετζής, 'The people's upper lip (is always pretty hairy)', μολύβι σε χαρτί και επιτοίχιες εκτυπώσεις βινυλίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: