21/11/21

Η μελοποίηση και η ανάγνωση της ποίησης

Αλέξης Φιδετζής, 'My horse did not step on solid ground' (λεπτομέρεια), μολύβι σε χαρτί και επιτοίχιες εκτυπώσεις βινυλίου

Αφιέρωμα
Μίκης Θεοδωράκης: ελληνικότητα και λαϊκότητα στο έργο και τη διαδρομή του

Του Κώστα Βούλγαρη

Είναι κρατούσα η αντίληψη, ότι οι μελοποιήσεις ποιημάτων, κυρίως από τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Γιάννη Μαρκόπουλο και άλλους, εξοικείωσαν το ευρύτερο κοινό με τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο, ότι στην ουσία έβγαλαν την ποίηση από τον στενό κύκλο των αναγνωστών της και την έκαναν κτήμα της κοινωνίας.
Κατ’ αρχήν, μια οφειλόμενη μνεία. Όπως επισημάνθηκε από κριτικούς λογοτεχνίας (Βύρων Λεοντάρης κ.ά.) ήδη από τη δεκαετία του 1960 και του ’70, όταν δηλαδή οι μελοποιήσεις γίνονται πλέον συστηματικά, σε ένα μελοποιημένο έργο δεν «ακούγεται» ο λόγος του ποιητή αλλά μια εντύπωσή του, η οποία συχνά δεν αποδίδει ούτε καν το στοιχειώδες νόημά του, όπως συνέβη π.χ. με τον στίχο του Σεφέρη, «πήραμε τη ζωή μας∙ λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή». Έτσι έγινε και με τους «Μοιραίους» του Κώστα Βάρναλη. Ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε (1962) την πρώτη και την τρίτη στροφή του ποιήματος, με τραγουδιστή τον Φώτη Δήμα. Στη συνέχεια (1964), οι τρεις πρώτες στροφές του ποιήματος μελοποιήθηκαν από τον Θεοδωράκη, με τραγουδιστή τον Μπιθικώτση, σε ένα βαρύ, παράταιρο ύφος, σε χασάπικο ρυθμό. Ακολουθεί, ένα χρόνο μετά (1965), σε μια άλλη, διακριτική μελοποίηση, από τον Χρήστο Χαιρόπουλο, με ερμηνευτή τον Γιάννη Μάνο, που συνιστά μια αντι-επική, μελωδική «ανάγνωση» ολόκληρου του ποιήματος. Ο ποιητής, όπως μας πληροφορεί το ρεπορτάζ των εφημερίδων, άκουσε αυτή τη μελοποίηση στο σπίτι τού συνθέτη πριν κυκλοφορήσει σε δίσκο, υπάρχει μάλιστα και σχετική φωτογραφία, η οποία κατά τη γνώμη μου αποτελεί ένα τεκμήριο συγκατάνευσης. Ταυτόχρονα όμως το ποίημα ηχογραφείται, με τον ίδιο τον Βάρναλη να το διαβάζει...
Παρ’ όλα αυτά, το αρχικό επιχείρημα επιμένει: έτσι η κοινωνία γνώρισε τους ποιητές μας. Ποιους ποιητές μας όμως; Γιατί αν δούμε τις εκδόσεις και τις πωλήσεις των ποιητικών βιβλίων, από τον πόλεμο μέχρι πρόσφατα, θα διαπιστώσουμε ότι εξίσου με τους «μελοποιημένους» διαβάζονται και οι «αμελοποίητοι»: Καβάφης, Καρυωτάκης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος (κυρίως ο Μπολιβάρ), Δημουλά, αλλά και ο Βάρναλης και ο Ρίτσος, ανεξαρτήτως των όποιων μελοποιήσεών τους (μια, έστω και πρόχειρη, διερεύνηση της εκδοτικής αγοράς το επιβεβαιώνει). Στην ουσία, δηλαδή, το επιχείρημα της διάδοσης της ποίησης μέσω της μελοποίησης αφορά μόνο τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Αλλά από την αναγνωστική ανταπόκριση, στο έργο των δύο αυτών ποιητών, θα πρέπει να αφαιρέσουμε το κύρος που τους έδωσε το Νόμπελ, όπως και η προϊούσα ανάδειξη της ποίησής τους σε σύμβολο/θέσφατο της καθεστωτικής εθνικής και πολιτισμικής αφήγησης, ώστε να δούμε την πραγματική επίδραση που είχε στην αναγνωσιμότητά τους η μελοποίηση. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζουν και άλλα πράγματα, όπως π.χ. το γεγονός ότι σε ένα πολύ δημοφιλές, αισθηματικό σήριαλ, ο πρωταγωνιστής απήγγειλε κάθε τόσο στίχους από το Μονόγραμμα του Ελύτη, αναφέροντας μάλιστα από πού προέρχονται, και τις επόμενες εβδομάδες τα βιβλιοπωλεία ξεπουλούσαν τα αντίτυπά του...
Η εντύπωση της ευρείας διάδοσης της ποίησης στην κοινωνία μέσω της μελοποίησης αφορά ένα συγκεκριμένο κομμάτι αριστερών, οι οποίοι όντως στη νεότητά τους διάβασαν την ποίηση του Ελύτη και του Σεφέρη παρακινούμενοι από τις μελοποιήσεις, ως μέρος της όλης πολιτικής/πολιτισμικής συνθήκης στην οποία μετείχαν. Διάβασαν όμως και άλλους ποιητές; Ναι, αλλά σε ποιο βαθμό συνέβη αυτό; Όμως, ταυτόχρονα, ένα ευρύτερο κοινό, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες μέσα σε αυτές τις δεκαετίες, διάβαζαν ποίηση, και πρώτα απ’ όλα τους προαναφερθέντες Καβάφη και λοιπούς «αμελοποίητους». Ένα κοινό που στην πλειοψηφία του ανήκε στην αριστερά, αν και όχι τόσο στους κομματικούς μηχανισμούς της. Και αν πάμε πιο πίσω, στον Μεσοπόλεμο, σε κάθε μέσο αστικό σπίτι, αλλά και σε πολλά της επαρχίας, υπήρχαν τουλάχιστον μερικά από τα βιβλία του Παλαμά. Το επιχείρημα λοιπόν της διάδοσης μέσω της μελοποίησης είναι στοιχείο αυτοπροσδιοριστικό, μόνο για μια κατηγορία μεταπολεμικών αριστερών, απ’ όσους ενηλικιώθηκαν κυρίως στη δεκαετία του 1960. Σεβαστό∙ όμως σε τελευταία ανάλυση τη νεότητά τους υπερασπίζονται. Δεν σημαίνει πως τα πράγματα έχουν έτσι. (Ταυτόχρονα όμως οι περισσότεροι ανέχθηκαν, ή και κάποιοι υιοθέτησαν «ανεπαισθήτως», όλα τα συνοδά –αυτής της μουσικής και αυτής της ποίησης– στερεότυπα ελληνικότητας και λαϊκότητας, τα οποία, επενδεδυμένα πλέον με την αχλύ της αριστεράς, μεταπολιτευτικά θέριεψαν και αποτέλεσαν τη βάση του εθνικολαϊκισμού).
Θα πρέπει βέβαια να επισημάνουμε και μια εξαίρεση. Η μελοποίηση από τον Θάνο Μικρούτσικο, των ποιημάτων τού –ήδη διαβαζόμενου αρκετά– Νίκου Καββαδία, όντως έφερε τον ποιητή σε επαφή με ένα πολύ ευρύτερο κοινό, ένα μέρος απ’ το οποίο, στη συνέχεια, διάβασε και τα ποιήματά του, ή έστω αγόρασε τα βιβλία του. Και πάλι όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα μελοποιημένα ποιήματα, όσοι δοκιμάζουν να τα διαβάσουν, δεν μπορούν να διώξουν από τα αυτιά τους τον ήδη εμπεδωμένο ήχο του τραγουδιού, ο οποίος φυσικά δεν είναι ο ήχος, η μουσικότητα του ποιήματος. Τι διαβάζουν, λοιπόν; Το ποίημα ή τα λόγια του τραγουδιού; Γιατί το ποίημα, διά της μελοποίησής του, έχει υποβιβαστεί στο ρόλο του στίχου.
Τι ακούει κανείς, όταν ακροάται ένα τραγούδι με στίχους κάποιου ποιητή; Την ποίησή του; Μα τόσοι και τόσοι ποιητές έχουν γράψει στιχάκια, που έγιναν τραγούδια, χωρίς ποτέ φυσικά να τα περιλάβουν στα ποιητικά βιβλία τους, γιατί δεν είναι ποίηση, και το γνωρίζουν οι ίδιοι καλύτερα απ’ τον καθένα. Κορυφαίο παράδειγμα εδώ ο Νίκος Γκάτσος, που σιωπά ως ποιητής, παρά τους άπειρους, εξαιρετικούς στίχους τραγουδιών που έχει γράψει. Η ποιητική σιωπή του Γκάτσου μετά την Αμοργό είναι βέβαια μια σημαίνουσα σιωπή, αισθητικά, πολιτισμικά, ακόμα και πολιτικά σημαίνουσα, αλλά παραμένει ανείσπρακτη από τους αναγνώστες, γιατί επικαλύφθηκε από την πληθωρική στιχουργική του παραγωγή. Ο ακροατής μελοποιημένης ποίησης δεν ακούει ποίηση αλλά τα «λόγια» που έχει γράψει κάποιος ποιητής. Έτσι, σε έναν δίσκο συχνά ανάμεσα στα μελοποιημένα ποιήματα υπάρχουν και μελοποιημένα στιχουργήματα του ίδιου ποιητή, και οι ακροατές ποτέ δεν αντελήφθησαν τη διαφορά∙ για παράδειγμα, το πάρεργο στιχούργημα του Μανόλη Αναγνωστάκη, «Όταν μιαν άνοιξη», περιλαμβάνεται στο δίσκο Θεοδωράκη-Αναγνωστάκη «Μπαλάντες», αλλά ο ποιητής δεν το έχει περιλάβει σε κάποιο από τα ποιητικά βιβλία του.
Το τραγούδι είναι ήχος, έτσι παράγει το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα, όσα άλλα στοιχεία και να ενσωματώνει, και όχι μόνο λόγια αλλά και εικόνα (με την εκτεταμένη διάδοση των βιντεοκλίπς τις τελευταίες δεκαετίες), ενδεχομένως τον χορό κλπ. Αντίστοιχα, η ποίηση είναι λόγος, κείμενο, όσα στοιχεία και χαρακτηριστικά και να διαθέτει, όπως ο ρυθμός και η μουσικότητά της. Πρόκειται όμως για το ρυθμό και τη μουσικότητα ενός ποιήματος, που έχει τεράστια, ειδολογική διαφορά, δηλαδή διαφορά γλώσσας, από το ρυθμό και τη μουσικότητα ενός τραγουδιού. Μια τελείως διαφορετική συνθήκη πρόσληψης, με άλλους χρόνους, με άλλα συμφραζόμενα κλπ.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε και κάποιες μεγάλες, ενδεικτικές νομίζω, μελοποιητικές αποτυχίες, όπως οι απόπειρες του Χατζηδάκι πάνω στην Αμοργό του Γκάτσου και τον Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, ή η «Όπερα Κώστας Καρυωτάκης» του Θεοδωράκη, τις οποίες κανείς δεν θυμάται. Γιατί η ποίηση ενίοτε αντιστέκεται σθεναρά...
Συμπερασματικά, από την σκοπιά της ποίησης, και της αναγνωσιμότητάς της, η μελοποίηση είναι μάλλον αδιάφορη, ενίοτε δε αποτελεί ένα μορφωτικό άλλοθι, ανθρώπων που ποτέ δεν άγγιξαν ποιητικό βιβλίο.

[Ίσως κάποιοι θεωρήσουν αυτό το κείμενο ως μια μάταια μάχη οπισθοφυλακών, που υπερασπίζεται την κοινωνικά περιθωριοποιούμενη στις μέρες μας ποίηση. Την ποίηση ως τέχνη υπερασπίζεται, την αυτονομία της, εν τέλει την ύπαρξή της, όπως και της τέχνης εν γένει. Γιατί ο αδηφάγος στις μέρες μας «πολιτισμός» απειλεί να τα ισοπεδώσει όλα, καταργώντας και αυτές τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ύπαρξής του. Ένα ζήτημα κατ’ εξοχήν ιδεολογικό και πολιτικό. Δεν πειράζει; Δεν μας πειράζει το μεταμοντέρνο «νέο αβαθές» (όπως το περιέγραψε εξαιρετικά ο Φρέντρικ Τζαίημσον); Τότε, μάλλον θα πρέπει να πιάσουμε απ’ την αρχή τη συζήτηση, για τον διαχωρισμό τέχνης και πολιτισμού, ως αναγκαίου όρου ύπαρξης της τέχνης, τις αποτυχημένες απόπειρες δημιουργίας έργων τέχνης (είναι όλες επιτυχημένες;), τις μορφές υποκουλτούρας, την ευκαιριακή και δίχως αισθητικό πρόταγμα προσαρμογή σε εύπεπτες (μουσικές ή άλλες, ακόμα και ποιητικές) φόρμες, για την πιο εύκολη προσέλκυση ευρύτερου κοινού, αλλά και τις ενδεχόμενες συγγένειες τέτοιων φαινομένων με αντίστοιχες μορφές στο χώρο της πολιτικής.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: