30/4/21

Αναγκαιότητα στην πολυτέλεια

Ο Ροβινσώνας Κρούσος ως homo domesticus

Του Κωστή Βελώνη*

Ανεξάρτητα αν έχουμε η δεν μας έχουν διαβάσει τον βίο του Ροβινσώνα Κρούσου, όλοι μας έχουμε κάποια ιδέα για την ιστορία ενός ναυαγού που ξεβράστηκε σ’ ένα έρημο νησί. Από την ιστορία αυτή, μάλιστα, προκύπτει συχνά και ένα βασανιστικό ερώτημα: εμείς θα είχαμε τις ικανότητες ν’ ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες ενός ναυαγίου και να αντιμετωπίσουμε παρόμοιες καταστάσεις; Η επιβίωση στις δυσκολότερες δυνατές συνθήκες μας προκαλεί δέος και σεβασμό για εκείνους που στάθηκαν ικανοί να την επιτύχουν. Όταν σκέφτομαι τον Ροβινσώνα του Defoe, ένα μυθιστόρημα που όταν δημοσιεύτηκε (1719) δεν είχε καταργηθεί ακόμη η δουλεία, έρχεται στο μυαλό μια σκέψη του Schopenhauer, ο οποίος σ’ ένα μικρό εγχειρίδιο πρακτικής φιλοσοφίας υποστήριζε ότι «τίποτε δεν εξασφαλίζει πιο αποτελεσματικά την ηρεμία μας, από το να αναλογιζόμαστε ό,τι συνέβη μέσα από το πρίσμα της αναγκαιότητας: διότι μέσα από το πρίσμα αυτό όλα τα τυχαία γεγονότα παρουσιάζονται ως όργανα του κυρίαρχου πεπρωμένου». Εξάλλου, για τον φιλόσοφο «παιδιά και μεγάλοι ξέρουν πολύ καλά ποτέ να νιώσουν ικανοποιημένοι, μόλις αντιληφθούν ξεκάθαρα πως τα πράγματα έτσι έχουν και δεν μπορούν να γίνουν διαφορετικά».[1]
Η αναγκαιότητα στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό συνιστά βέβαια μια πολυπλοκότερη υπόθεση από αυτήν που θα μπορούσε να υποθέσει ο γερμανός στοχαστής. Εντούτοις, εκείνο που διατηρεί επίκαιρη τη σκέψη του είναι η συγκινητική αποδοχή της προσαρμογής σε μια νέα συνθήκη και η ανακούφιση που την συνοδεύει. Αυτή η βίαιη προσαρμογή στις νέες συνθήκες, παρόλες τις ανέσεις του νεωτερικού βίου, γίνεται σήμερα μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο αποδεκτή. Παρά τα δυνατά τραντάγματα της εποχής μας (πανδημία, κλιματική αλλαγή, μαζική μετανάστευση) οι βασικές προϋποθέσεις για ένα standard βιοτικό επίπεδο ζωής στις δυτικές κοινωνίες παραμένουν σε υψηλό επίπεδο συγκριτικά με το παρελθόν. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, φαίνεται όμως ότι οι πρακτικές ευκολίες μας αφαιρούν την ικανοποίηση της χειρωνακτικής δημιουργικότητας και χειραφέτησης. Αυτή πια έχει περάσει στη σφαίρα της λογοτεχνικής πλοκής και του τηλεοπτικού θεάματος (Action games, Survivor TV series, Prank you tube channels, 5 minute crafts κ.α.).
Αυτός είναι ο λόγος που μια σεβαστή ομάδα κατασκευαστών κυρίως στον χώρο του σχεδιασμού, της γλυπτικής και των εφαρμογών αμφισβητεί την πληθώρα των καταναλωτικών επίλογων που επικεντρώνονται στην πρακτικότητα και την ευκολία του καθημερινού βίου. Αρχιτέκτονες και εικαστικοί τα τελευταία χρόνια ενεργοποιούνται σε ημιαυτόνομες ζώνες και δραστηριοποιούνται στη χειροτεχνική παραγωγή, ενώ συλλογικότητες ή ανεξάρτητοι παραγωγοί επιθυμούν να προσδιορίζονται με βάση τη λογική της «αυτάρκειας». Στην κοινωνία του 21ου αιώνα ο εικαστικός ως σχεδιαστής γίνεται ολοένα και πιο καχύποπτος με την αλυσίδα παραγωγής, ίσως επειδή η εποχή κατά την οποία το υποκείμενο ως καταναλωτής ζούσε στην υλική του ευδαιμονία έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Θα ήταν εύλογο να διαγνώσουμε στον Ρωβινσώνα μια αναγεννησιακή επιστροφή -έστω και σε μορφή παρωδίας- ενός homo universalis, του δημιουργικού και ανήσυχου τεχνητή, ο οποίος ελέγχει όλα τα στάδια της παραγωγής, από τη σύλληψη στην εκτέλεση μέχρι τη διανομή. Όμως αν ο αναγεννησιακός αυτός χαρακτηρισμός ηχεί κάπως άστοχος για την περίοδο της αιχμής της βρετανικής αποικιοκρατίας και του διαφωτισμού, το ίδιο ισχύει και για την άποψη πως πρόκειται για έναν αποικιοκράτη που με μεθοδικό τρόπο αποσκοπεί αποκλειστικά στο κέρδος, για έναν homo economicus. Πιστεύω ότι ένας ορθότερος χαρακτηρισμός θα ήταν εκείνος του homo domesticus, καθώς εν τελεί ο Ροβινσωνας ισχυροποιεί την ταυτότητά του σε συνδυασμό με τις ανάγκες του οίκου του.[2]
Η ικανοποίηση μέσα από την αποδοχή μιας αναγκαίας συνθήκης φαίνεται να αποτελεί και προσδοκία του Ροβινσώνα. Ο ναυαγός στο «νησί της απόγνωσης» επανεισάγει τον εαυτό του ως έναν επίδοξο craftmaker, είτε μέσα από μια διεξοδική χειροτεχνική δραστηριότητα είτε μέσω μιας τυχαίας εφευρετικής λύσης που προέκυψε αβίαστα, μέθοδοι που του προσφέρουν ένα απίστευτο συναίσθημα ανακούφισης και ευχαρίστησης. Οι σχεδιαστικές καινοτομίες του Άγγλου ναυαγού δεν προκύπτουν αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο της επιβίωσης αλλά και σε συνδυασμό με την ανάγκη της εξημέρωσης ενός αγνώστου περιβάλλοντος, επεκτείνοντας αδιάκοπα και με εφευρετικότητα το νοικοκυριό του. Ακόμα και ύστερα από τα πέντε πρώτα χρόνια της διαμονής του στο «νησί της απόγνωσης», ποτέ δεν βαδίζει μακρύτερα από δυο χιλιόμετρα την ημέρα, ενώ προτιμάει να επιδιορθώνει την καρέκλα του κάμποσες φορές από το να το εξερευνά συστηματικά. Αυτή η δυναμική παραλλαγή ενός μαχόμενου DIY κατασκευαστή νοικοκύρη μας οδηγεί αναμφίβολα σε κάποιες συγκρίσεις με τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης ενός παγκοσμιοποιημένου πολίτη.
Το 1867 ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», εν μέσω εκατοντάδων Ροβινσωνιάδων στη Γερμανία, αναφερόταν στην ιδιότητα του χειρώνακτα ο οποίος κατορθώνει να αυτοπροσδιοριστεί με την αξία της δίκης του παραγωγής εκτός του περιοριστικού πλαισίου μιας laisser faire οικονομίας. Ο ναυαγός από την Αγγλία δεν είναι μόνο ένας επιβιώσαντας doer σ’ ένα έρημο νησί της Καραϊβικής αλλά κάποιος που ορίζει με τους δικούς του όρους τη ζωή του χωρίς να γίνεται θύμα των συνθηκών ενός προδιαγεγραμμένου συστήματος οικονομικής προσαρμογής και εκμετάλλευσης. Στις ειδικές αυτές συνθήκες μετατρέπεται σε μια «βιομηχανία του ενός».[3] Όμως ένα προσεκτικότερο βλέμμα στην πλοκή του Ροβινσώνα θα μας επιτρέψει να δούμε μια περισσότερο σύνθετη σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση και την παραγωγή του σχεδιασμού.
Τη δεκαετία του 1980, ο αμερικανός συγγραφέας και μελλοντολόγος Alvin Toffler, υποστήριξε ότι δημιουργείται ένα νέο είδος καταναλωτή, ο οποίος λαμβάνει μέρος στον σχεδιασμό και την κατασκευή προϊόντων, σύμφωνα με επιλογές που αντικατοπτρίζουν τις προτιμήσεις του.[4] Ο καταναλωτής μετατρέπεται σε «prosumer», σύμπτυξη των όρων «producer» και «consumer». Ο Ροβινσώνας δεν ξεκίνησε από μια μηδενική συνθήκη. Πέρασε έντεκα φορές από το ναυαγισμένο πλοίο και μετέφερε ό,τι θεωρούσε χρήσιμο για την παραμονή του στο νησί. Τη δεκαετία του 1960 ο εμβληματικός κριτικός λογοτεχνίας Ian Watt αποστασιοποιήθηκε από τον μύθο της σχεδιαστικής αυτονομίας του Crusoe και τον αντιμετώπισε ως κληρονόμο της εργασίας αμέτρητων άλλων ανθρώπων.[5]
Αντίστοιχα σήμερα ένα μεγάλο μέρος της εικαστικής παραγωγής διεκπεραιώνεται με τη χρήση περιεχομένου από το YouTube, την Wikipedia, το Instagram και άλλων διαδικτυακών τόπων και κοινωνικών μέσων.[6] Το έτοιμο αυτό υλικό αποτελεί εύφορο έδαφος και για τη στραμμένη στη μεθοδολογία του bricolage σύγχρονη εικαστική και αρχιτεκτονική πρακτική του επείγοντος σχεδιασμού. Παρόμοια ο Ροβινσώνας με τα υλικά που έβρισκε στο ναυάγιο συμπλήρωνε αυτά που δύσκολα θα μπορούσε να κατασκευάσει, καταφέρνοντας να τα συνδυάσει.
Η Virginia Woolf, σε ένα κείμενο της το 1919, με αφορμή τα διακόσια χρονιά από την έκδοση του μυθιστορήματος, θεωρούσε πως η σημασία της πλοκής του Defoe βρίσκεται στην ανάγκη του ήρωα να κατασκευάσει αυτά τα χειροποίητα αντικείμενα, που έχουν μεγαλύτερη σημασία στη ζωή του από οτιδήποτε άλλο. «Δεν υπάρχουν αυγές και ηλιοβασιλέματα», σημείωνε η Woolf, «υπάρχει αντίθετα ένα μεγάλο πήλινο σκεύος».[7]
Αυτή η δημιουργικότητα συνοδεύεται στην καθημερινότητά του από ανεπανόρθωτες γκάφες και ιλαρές στιγμές για τον αναγνώστη. Εάν διαβάσουμε προσεκτικά το μυθιστόρημα του Defoe διαπιστώνουμε ότι στην πραγματικότητα ο κύριος Κρούσο δεν ήταν ποτέ σίγουρος για τα αποτελέσματα των κατασκευαστικών του επινοήσεων ενώ υπάρχουν περιγραφές στις οποίες η αμηχανία και η αδεξιότητα διαδέχονται την απελπισία. Όμως αυτή η αρχικά ανύπαρκτη και σταδιακά αποκτούμενη δεξιοτεχνία βρίσκεται στη φύση εκείνων των πρακτικών που θα άρμοζαν σ’ έναν σημερινό DIΥ κατασκευαστή. Ο Ροβινσώνας αλλά και οι χιλιάδες καθημερινοί Ροβινσώνες της διπλανής πόρτας προσδοκούν να φροντίζουν τον «οίκο» τους σε μια κουλτούρα της εξοικονόμησης και της αναγκαιότητας. Και η Woolf μας βοηθάει να δούμε την επιθυμία του ναυαγού να χειριστεί την ύλη ως μια πράξη που θεμελιώνει την ταυτότητά του πέρα από την άμεσή αναγκαιότητα της επιβίωσης. Ή μήπως αν αντιστρέφαμε την πορεία αυτής της σκέψης θα διαπιστώναμε ότι η ανάγκη για επιβίωση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ποιητική αντίληψη του υποκειμένου;
Αυτό που μας μαγνητίζει στη γραφή του Defoe είναι η διπλή ικανότητα του ήρωα του να αναγνωρίζει την αξία της συμπόρευσης της απλότητας με την αποτελεσματικότητα. Είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις στιγμές που νιώθουμε ότι η τέχνη μπορεί να υπερέχει συνδυάζοντας αυτό που είναι αναγκαίο και πολυτελές ταυτόχρονα. Ξεφυλλίζω ξανά τις περιπέτειες του Ροβινσώνα και αυτός που αναγνωρίζω είναι ένας gentleman (έστω και αν εδώ προσθέταμε κάποιον αστερίσκο) που βγαίνει από τη σπηλιά του κρατώντας στο ένα του χέρι το όπλο του και στο άλλο την χειροποίητη ομπρέλα του.

Ο Κωστής Βελώνης είναι εικαστικός καλλιτέχνης, αναπληρωτής καθηγητής στην ΑΣΚΤ

[1] Arthur Schopenhauer, H Τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος, μτφ. Μυρτώ Καλοφωλιά, Αθήνα: Πατάκης, 2014, 43-44
[2] Βλ. την έκθεση «O κύριος Ροβινσώνας Κρούσος έμεινε σπίτι. Περιπέτειες σχεδιασμού σε συνθήκες κρίσης» σε επιμ. Κωστή Βελώνη & Πολύνας Κοσμαδάκη, Μουσείο Μπενάκη, ανοιξη –καλοκαίρι 2021. https://www.benaki.org/index.php?option=com_events&view=event&id=106473&lang=el
[3] Tanya Harrod, “Classic Take on the Industry of One”, Crafts, n. 246, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2014
[4] Alvin Toffler, The Third Wave, Νέα Υόρκη: Bantam Books, 1981
[5] Ian Watt, The Rise of the Novel, Μπέρκλεϋ και Λος Άντζελες: University of California Press, 1957. Βλ. επίσης Stephen Hymer. Ο Ροβινσώνας Κρούσος και το μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης, Θεσεις, Τεύχος 131, Απρίλιος – Ιούνιος 2015. http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1309&Itemid=29
[6] Daniel Miller, «Κατανάλωση», στο Ελεάνα Γιαλούρη (επιμ.), Υλικός Πολιτισμός: Η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων, μτφρ. Αγγελική Βρεττού, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2012, 347
[7] Virginia Woolf, “Robinson Crusoe” στο Daniel Defoe, Robinson Crusoe, επιμ. Michael Shinagel, Νέα Υόρκη και Λονδίνο: 2nd Norton Critical Edition, 1994, 285

Αλέξανδρος Ψυχούλης, Κλαδευτήρι, 2017, κλαδευτήρι, κλαδί

Δεν υπάρχουν σχόλια: