15/3/20

Βγαίνοντας από τον φροϋδικό λαβύρινθο

Μυρτώ Ξανθοπούλου, 500 μέρες στην έρημο, 2020 (λεπτομέρεια), αναπτήρας σε διαφανές χαρτί



ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΤΗ

DAVID BAKAN, Ο Φρόυντ και ο ιουδαϊκός μυστικισμός, μτφρ. Ρεβέκκα Πέσσαχ, εκδόσεις Ηριδανός, σ. 128

Το κείμενο, που μας παραδίδεται στην εξαιρετική μετάφραση της Ρεβέκκας Πέσσαχ, εκκινεί  με στόχο να αποδείξει ότι «η συμβολή του Φρόυντ θα πρέπει να κατανοηθεί ευρύτατα ως μια σύγχρονη εκδοχή και συμβολή στην ιστορία του ιουδαϊκού μυστικισμού» (σ. 48), δηλαδή την παράδοση που αποτελείται από τα τρία βιβλία: την Καμπάλα, την Ζοχάρ και το Ταλμούδ. Ο Bakan, –Εβραίος ψυχολόγος, ο οποίος ζώντας στην Αμερική αναγκάστηκε να αλλάξει το επίθετό του από Bakanofsky σε Bakan– ερευνά την πνευματική καταγωγή της ψυχανάλυσης και την τοποθετεί στην ιστορία των ιδεών. Το εγχείρημα του Bakan εδράζεται στην βασική υπόθεση ότι «Ο Φρόυντ συνειδητά ή ασυνείδητα, εκκοσμίκευσε τον ιουδαϊκό μυστικισμό» (σ. 49), την πνευματική παράδοση δηλαδή μέσα στην οποία γεννήθηκε, γαλουχήθηκε και έκανε τις πρώτες προσπάθειες να εκθέσει τις απόψεις του, συμμετέχοντας για παράδειγμα σε μια σημαντική εβραϊκή κοινότητα της γενέτειράς του. Ο συγγραφέας, βέβαια, έχει επίγνωση ότι η θέση του δεν επιδέχεται απόλυτης απόδειξης, «εξαιτίας του πολυμερισμού [της] πνευματικής προσπάθειας» δεν υπάρχει έκδηλη σχέση ανάμεσα στις προσωπικές επιδιώξεις και το πολιτισμικό περιβάλλον από όπου προέρχεται ένας συγγραφέας.
Ο Φρόυντ δεν παραδέχθηκε δημόσια τις ιουδαϊκές πηγές της ψυχαναλυτικής διδασκαλίας, γνωρίζοντας τις αντιδράσεις οι οποίες θα είχαν επακολουθήσει στην αντισημιτική Βιέννη της εποχής εκείνης. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τον Bakan, μας κατευθύνει στο να διαβάσουμε τον Φρόυντ ανάμεσα από τις γραμμές, με τον ίδιο τρόπο που είχε προτείνει ο Leo Strauss στην περίπτωση, για παράδειγμα, του Spinoza[1]. Στη συνέχεια, ο Bakan, παρουσιάζει μια σειρά από βιογραφικά στοιχεία, για να δείξει ότι το πνευματικό περιβάλλον στο οποίο μαθήτευσε ο Φρόυντ, μας επιτρέπει να πούμε ότι είχε μια πολύ καλή γνώση της ιουδαϊκής μυστικιστικής φιλολογίας. Μάλιστα, η γνώση του ξεπερνούσε την απλή φιλομάθεια και έφθανε έως την ταύτισή του με τον Μωυσή ή την ιδιαίτερη αντιμετώπιση που είχε για την Ρώμη (τόπος όπου κατά την παράδοση θα εμφανιστεί ο Μεσσίας). Σπάνια όμως στα κείμενά του, ή στις δημόσιες ομιλίες του, ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης, θα αφήσει να φανεί ότι γνωρίζει την ιουδαϊκή φιλολογία.

Στο επίμετρο της ελληνικής έκδοσης, ο Στέφανος Ροζάνης, αναφερόμενος κυρίως στην αμφιθυμία του Φρόυντ ανάμεσα στα επιστημονικά ιδεώδη και τις αποκρυφιστικές τάσεις του, συμπληρώνει την επιχειρηματολογία του βιβλίου. Ο Ροζάνης, πραγματοποιώντας μια «καχύποπτη» ερμηνεία της αποδοχής του Γιούνγκ στον κύκλο του, αναδεικνύει την επιρροή του ρομαντικού κοσμοειδώλου και των μυστικιστικών εναισθήσεων στον Φρόυντ: αποδέχθηκε τον Γιουνγκ, ακριβώς επειδή είχε καταλάβει τις αποκρυφιστικές τάσεις του.
 Γραμμένο το 1958, το βιβλίο του Bakan ήταν σίγουρα ενδιαφέρον και συνάμα τολμηρό. Ενδιαφέρον, για τον λόγο ότι εκείνη την περίοδο η φροϋδική ψυχανάλυση είχε αρχίσει ήδη να κατακτά την ψυχοθεραπευτική, μα και πολιτισμική σφαίρα των Η.Π.Α. Τολμηρό, γιατί μέχρι εκείνη την στιγμή οι εξηγήσεις που δίνονταν για την γέννηση της ψυχανάλυσης, με απογοητευτικό τρόπο, συγκεντρώνονταν γύρω από την προσωπικότητα του Φρόυντ, θεωρώντας συνήθως ως ιδιοφυΐα. Μετά από τον Bakan, ακολούθησε το 1960 ο Lancelot Whyte-Law με το Ασυνείδητο πριν από τον Freud (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2009), όπου αναζητούνται οι φιλοσοφικές καταβολές του ασυνειδήτου, και το 1970 ο Henri F. Ellenberger με το The Discovery of the Unconscious όπου αναζητούνται οι ψυχιατρικές καταβολές της ψυχανάλυσης. Προσωπικά, από τους τρεις «μνηστήρες», δηλαδή το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό και το ψυχιατρικό, που διεκδικούν την καταγωγή της ψυχανάλυσης, η θρησκευτική καταγωγή μου φαίνεται πιο γόνιμη για να κατανοήσουμε αρκετές πτυχές της φροϋδικής ψυχανάλυσης.
Όπως έχει ισχυριστεί ο Habermas στο κείμενό του «The German Idealism of the Jewish Philosophers» (1961), το μεγάλο ενδιαφέρον που επέδειξαν για τον γερμανικό ιδεαλισμό οι Εβραίοι φιλόσοφοι στην αρχή του 20ού αιώνα, οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτός είχε αφομοιώσει αρκετά καμπαλλιστικά στοιχεία. Η πιο ξεκάθαρη σχέση του Φρόυντ, όπως φαίνεται από τον τίτλο του Η Ερμηνεία των Ονείρων, είναι με την ερμηνευτική, και πιο συγκεκριμένα με το έργο του Schleiermacher.
Ο Schleiermacher είναι περισσότερο γνωστός για την θεωρία του σχετικά με την μετάφραση. Σύμφωνα με αυτόν, η μετάφραση ενός κειμένου ή μιας έννοιας αποτελεί μια ερμηνευτική πράξη, για τον λόγο ότι ανάμεσα σε δύο οποιεσδήποτε γλώσσες μεσολαβεί ένα τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα. Η ερμηνεία είναι μια πράξη (ανα)σύνθεσης της πρόθεσης του συγγραφέα, την οποία προσπαθεί να επιτύχει ο ερμηνευτής με την ενοποίηση όλου του έργου, δίνοντας ισάξια προσοχή σε όλα τα μέρη του κειμένου. Αυτοί οι δύο κεντρικοί όροι του Schleiermacher, δηλαδή η μετάφραση και η σύνθεση, εκβάλλουν στην πραγμάτευση των ονείρων από τον Φρόυντ.
Στο σημείο όπου ο Φρόυντ ξεκινάει να εκθέτει τις απόψεις του για τον τρόπο ερμηνείας των ονείρων, αναφέρεται με όρους μετάφρασης: «Οι ιδέες του ονείρου και το ονειρικό περιεχόμενο φαντάζουν σαν δύο περιγραφές ενός και του αυτού περιεχομένου σε δύο διαφορετικές γλώσσες ή, καλύτερα, το ονειρικό περιεχόμενο εμφανίζεται σαν μεταφορά των ονειρικών ιδεών σε άλλον τρόπο έκφρασης, τα σημεία και τους νόμους σύνταξης του οποίου θα γνωρίσουμε συγκρίνοντας το πρωτότυπο με τη μετάφραση»[2]. Το όνειρο, γράφει νωρίτερα ο Φρόυντ εφορμώντας από μια παρατήρηση του γερμανού φιλοσόφου, «σκέφτεται κυρίως με εικόνες» σε αντίθεση με την άγρυπνη κατάσταση όπου σκεφτόμαστε με λέξεις, λόγω αυτής της διαφοράς λαμβάνει χώρα η μετάφραση[3]. Ο ψυχαναλυτής επιχειρεί να ανασυνθέσει και να εκθέσει στον αναλυόμενο το όνειρό του, στο οποίο υπάρχει εξαρχής «συνάφεια μεταξύ όλων των μερών των ονειρικών ιδεών, συνθέτοντας με αυτό το υλικό μια ενιαία κατάσταση ή πορεία πραγμάτων»[4].
Ας έρθουμε τώρα στον Ρομαντισμό σε σχέση με το εάν είχε κάποια επίδραση στον Φρόυντ. Η επίδραση του Ρομαντισμού τεκμηριώνεται από τα όσα λέει ο Στέφανος Ροζάνης στο επίμετρό του, αλλά και στο δοκίμιό του Ένας Λανθάνων Ρομαντισμός, σχετικά με την ρομαντικά εμπνεόμενη κριτική της επιστήμης από τον Φρόυντ. Εδώ, ωστόσο, θα περιοριστώ σε εκείνα τα κείμενα στα οποία γίνεται κάποια αναφορά στην τέχνη. Όταν μιλάω για αναφορά στην τέχνη, δεν πρόκειται για την εκτίμηση της τέχνης μέσα στην κοινωνία, όπως παρουσιάζεται στο Μέλλον μιας Αυταπάτης (1927). Περισσότερο, η θέση μου είναι ότι η μεταχείριση των καλλιτεχνών ή των έργων τέχνης σε σχέση με την ψυχαναλυτική τεχνική, εξαρχής φέρει ένα ρομαντικό ίχνος ως προϋπόθεσή της[5]. Η μεταχείριση της τέχνης από τον Φρόυντ είναι διττή: είτε η ζωή κάποιων καλλιτεχνών παρουσιάζεται ως ατομική περίπτωση είτε τα έργα τέχνης θεωρούνται ως πηγή γνώσης για την ανθρώπινη κατάσταση. Μολονότι, πρέπει να πούμε, η διάκριση δεν είναι απόλυτη και σε πολλά έργα υπάρχει αλληλοεπικάλυψη[6].
Η πρώτη περίπτωση περιλαμβάνει τα κείμενα, όπως το Μια παιδική ανάμνηση του Λεονάρντο Ντα Βιντσι (1910), το Μια παιδική ανάμνηση από την αυτοβιογραφία του Γκαίτε (1917), το Ο Ντοστογιέφσκι και η Πατροκτονία (1927). Το ζήτημα είναι η επικέντρωση σε ορισμένα σημαντικά γεγονότα της παιδικής ηλικίας του καλλιτέχνη, από την οποία κάποια περιστατικά πάλλονται μέσα στην μνήμη του και κατ’ επέκταση μέσα στα έργα του. Το σημαντικό, εν προκειμένω, δεν είναι η εγκυρότητα της ανάλυσης καθ’ αυτής, αλλά ότι αυτή προϋποθέτει εξαρχής την ρομαντική αντίληψη για το έργο τέχνης. Για τον Ρομαντισμό, εξηγεί ο Isaiah Berlin, αν ένα έργο παρουσιαζόταν να είναι μια απλή αναπαραγωγή της φύσης, τότε θεωρούταν ποταπό. Αντίθετα, όλα τα σπουδαία έργα τέχνης θεωρούνται ως τέτοια, «διότι βλέπουμε σε αυτά όχι μόνο την επιφάνεια, την τεχνική ή τη φόρμα την οποία ο καλλιτέχνης, συνειδητά ίσως, επέβαλε, αλλά και ένα στοιχείο του οποίου ο τελευταίος δεν έχει πιθανώς πλήρη επίγνωση: τους παλμούς ενός απέραντου πνεύματος, τους οποίους αντιλαμβάνεται μέσα του ο καλλιτέχνης και των οποίων, αποτελεί τον εξαιρετικά εύγλωττο και συνειδητό εκπρόσωπο»[7]. Η διαφορά με τον Ρομαντισμό είναι ότι, για τον Φρόυντ, ο καλλιτέχνης εκφράζει μόνο τους παλμούς των ατομικών ασυνείδητων συμπλεγμάτων του, τα οποία θα αναλυθούν με την ψυχαναλυτική τεχνική.
Στην δεύτερη περίπτωση, ο Φρόυντ αναφέρεται σε κάποια έργα τέχνης, κατά κόρον παρμένα από την λογοτεχνία και την ποίηση, σε κείμενά του όπως το Γκρατίβα (1907), το Μοτίβο εκλογής των τριών κουτιών (1913), το Μερικοί χαρακτήρες που συναντάμε στην Ψυχανάλυση (1915), το Ανοικείο (1919). Εκεί, ο Φρόυντ μεταχειρίζεται τα έργα ως πηγές ή ως επιβεβαίωση των απόψεων του, τις οποίες εκθέτει σε ένα επιστημονικό κοινό. Η πιο χαρακτηριστική δήλωση από μεριάς του, βρίσκεται στην Γκρατίβα, όπου εξηγεί: «Όταν, από το 1893 και πέρα, καταβυθίστηκα σε έρευνες όπως οι απαρχές των διανοητικών διαταραχών, σίγουρα δεν θα είχα την σκέψη να κοιτάξω για επιβεβαίωση των ευρημάτων μου σε γραπτά δημιουργικής φαντασίας [imaginative writings]. Ήμουν έτσι παραπάνω από έκπληκτος να ανακαλύψω ότι ο συγγραφέας της Gradiva, η οποία είχε εκδοθεί το 1903, είχε λάβει ως βάση της δημιουργίας του το ίδιο πράγμα που πίστευα ο ίδιος πως έχω νεόκοπα ανακαλύψει από τις πηγές της ιατρικής μου εμπειρίας»[8]. Τα «γραπτά δημιουργικής φαντασίας» μας παραπέμπουν στην διάκριση του Coleridge μεταξύ φαντασίας (fancy) και δημιουργικής φαντασίας (imagination), η οποία αποτελεί την κορύφωση της έμφασης που έδωσε ο Ρομαντισμός στον ρόλο της φαντασίας. Σύμφωνα με τον Beardsley, στον Ρομαντισμό η φαντασία αφορούσε μια θεωρία για την γνώση «που χαρακτηρίσθηκε από μια νέα επέκταση του όρου «φαντασία», προκειμένου να καλύψει όχι μόνο την ικανότητα του ανθρώπου να επινοεί και να ανασυναρμολογεί υλικά, αλλά και την ικανότητα να συλλαμβάνει άμεσα σημαντικές αλήθειες»[9]. Επειδή για τον Ρομαντισμό κάθε γνώση περιέχει την δράση της φαντασίας, ο Φρόυντ δύναται να υποστηρίζει ότι ορισμένες φορές «είναι η επιστήμη που εκπίπτει μπροστά στα επιτεύγματα του συγγραφέα»[10], ενώ παράλληλα ο ίδιος επιδιώκει να μείνει εντός της επιστήμης. Με βάση τα παραπάνω, δεν παρουσιάζει καμία έκπληξη ότι η δεύτερη πιο γνωστή «ανακάλυψη» της φροϋδικής ψυχανάλυσης, προέρχεται από το έργο ενός ποιητή[11].
Ποια είναι, όμως, η πρώτη πιο σημαντική ανακάλυψη της ψυχανάλυσης και του Φρόυντ; Η απάντηση μπορεί να μην είναι τόσο προφανής στους λιγότερο εξοικειωμένους με τα ψυχαναλυτικά κείμενα, για αυτό δεν χρειάζεται να καθυστερήσουμε την απάντηση. Για λόγους που χρειάζονται έναν δικό τους χώρο για να αναπτυχθούν, θα σημειώσω ότι η πιο σημαντική ανακάλυψη είναι το ασυνείδητο.
Αν όμως η υπόθεση του Bakan περί εκκοσμίκευσης του ιουδαϊκού μυστικισμού ισχύει, αυτό σημαίνει ότι θα ισχύει και για το ασυνείδητο; Σημαίνει ότι το ασυνείδητο έχει τις ρίζες του στον μυστικισμό; Ο Bakan φαίνεται να παραπέμπει σε μια τέτοια διαπίστωση όταν στιγμιαίως αντιστοιχεί την «λογική» του αληθινού κόσμου του Θεού, κατά τον Αβραάμ Αβουλαφία, με την «λογική» του ασυνειδήτου, κατά τον Φρόυντ[12]. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι δεν θα πρέπει να βιαστούμε να αποκαλέσουμε το ασυνείδητο μυστικιστικό.
Για να δώσω μια κατεύθυνση στον τρόπο που θα πρέπει να κατανοήσουμε το ασυνείδητο, επιτρέψτε μου να αναφερθώ στα λεγόμενα του Foucault. Στην συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Alain Badiou το 1965, όταν ο τελευταίος τον ρώτησε «Πως εννοείτε επομένως την ανακάλυψη του ασυνειδήτου; Για τι είδους ανακάλυψη πρόκειται;», ο Foucault απάντησε σημειώνοντας τα δύο χαρακτηριστικά του ασυνειδήτου: είναι ένα πράγμα, δηλαδή ένα σύνολο μηχανισμών, και έχει μια δομή γλώσσας. Ύστερα, προσπάθησε να αποσαφηνίσει το τελευταίο χαρακτηριστικό, λέγοντας τα εξής: «Ωστόσο, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Φρόυντ είναι εξηγητής, και όχι σημειολόγος. Τέλος, το πρόβλημά του δεν είναι γλωσσολογικό: είναι ένα πρόβλημα αποκρυπτογράφησης. Τι σημαίνει όμως να ερμηνεύεις, τι σημαίνει να πραγματεύεσαι τη γλώσσα όχι ως γλωσσολόγος, αλλά ως εξηγητής, ως ερμηνευτής, αν όχι να αποδέχεσαι ακριβώς ότι υπάρχει ένα είδος απόλυτης γραφής»[13]. Αυτή η απόλυτη γραφή, συνεχίζει ο Foucault, ανακαλύπτουμε ότι: πρώτον, είναι μια υλικότητα, δεύτερον, είναι μια σημαίνουσα υλικότητα, τρίτον, θέλει κάτι να πει, και, τέταρτον, ανακαλύπτουμε τους νόμους με τους οποίους μιλάει αυτή η σημαίνουσα υλικότητα. Οι τρεις πρώτες ανακαλύψεις του Φρόυντ είναι οι πιο θεμελιώδεις και αφορούν την «ανακάλυψη ενός είδους απόλυτου εδάφους για μια πιθανή ερμηνευτική». Η τέταρτη ανακάλυψη αφορά τους νόμους του σημείου, οι οποίοι θα έρθουν στο προσκήνιο μετά το 1950, με αποτέλεσμα να «ανακαλύπτεται αυτή η σημειολογική διάσταση και κατά συνέπεια συγκαλύπτεται η πλευρά της ερμηνείας»[14]. Αλλά, επειδή αυτά αφορούν κάποιον άλλον ψυχαναλυτή, θα σταματήσουμε εδώ.
Συνεπώς, αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε το ασυνείδητο της φροϋδικής ψυχανάλυσης, θα πούμε ότι πρόκειται για ένα ασυνείδητο ερμηνευτικό. Κάτι τέτοιο δεν αναιρεί την πραγμάτευση του Bakan? αντίθετα την τοποθετεί σε έναν μεγαλύτερο και περίπλοκο ιστορικό λαβύρινθο: ιουδαϊκός μυστικισμός, Γερμανικός ιδεαλισμός, ερμηνευτική, ρομαντισμός. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να εξερχόμαστε από τον λαβύρινθο ακόμα πιο μπερδεμένοι. Αυτό είναι καλό. Γιατί, το να μην καταλαβαίνεις, είναι το πρώτο βήμα κάθε ερμηνείας: «Το να ερμηνεύεις δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα με το να νομίζεις ότι ερμηνεύεις [...] ακριβώς στην βάση μιας ορισμένης άρνησης για κατανόηση ανοίγουμε την πόρτα της αναλυτικής κατανόησης»[15]...

Ο Φοίβος Θεολογίτης είναι απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

[1] Το κείμενο του Leo Strauss έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την Βίκυ Ιακώβου. Βλ. «Ο διωγμός και η τέχνη της γραφής», Σύγχρονα θέματα, (102), 35-43. (2008)
[2] Ερμηνεία των Ονείρων, Επίκουρος, σ. 251.
[3] ΕτΟ, σ. 68, όπου γίνεται ρητή αναφορά στον Schleiermacher.
[4] ΕτΟ, σ. 228 και 282 . Η σημασία της «σύνθεσης» φαίνεται επίσης στον τρόπο που ο Φρόυντ αντιμετωπίζει τα παραληρήματα του Schreber ή τα όσα γράφει στο Οι κατασκευές της ψυχανάλυσης (1937).
[5] Συναφής είναι η θέση του Jacques Ranciθre, στο Aesthetic Unconscious, Polity Press, 2009, όπου υποστηρίζει ότι η ανακάλυψη του φροϋδικού ασυνειδήτου ήταν επόμενη και προϋποτίθετο από την ανακάλυψη του αισθητικού ασυνειδήτου (ή αλλιώς του αισθητικού καθεστώτος του ρομαντικού κοσμοειδώλου), και ο Φρόυντ προσπαθεί να συμβιβάσει την πίστη του ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη ασυνειδήτου (όμοια με τον συγκερασμό επιστήμης και αποκρυφισμού, ή Διαφωτισμού και σκοταδισμού).
[6] Εξαίρεση αποτελεί το Ο Μωυσής του Μιχαήλ Άγγελου (1914), διότι εκεί η ανάλυση του Φρόυντ μπλέκεται με την εβραϊκή του καταγωγή, βλ. David Bakan, Sigmund Freud and the Jewish Mystical Tradition, D. Van Nostrand Company Inc., New York, 1958, σ. 137-144.
[7] Isaiah Berlin, Οι ρίζες του ρομαντισμού, Scripta, 2000, σ. 161.
[8] Standard Edition, Vol 9 (1906-1908), σελ. 54.
[9] Monroe C. Beardsley, Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών, Νεφέλη, 1989, σελ. 242.
[10] Standard Edition, ό.π, σελ. 53.
[11] Βλ. ΕτΟ, σ. 237-239. Αναφέρομαι μόνο σε αυτό το κείμενο, διότι είναι αλήθεια ότι ιδιαίτερα την περίοδο μετά την μεταψυχολογία το Οιδιπόδειο παίρνει εκείνο τον χαρακτήρα με τον οποίο είναι ευρέως γνωστό και δικαίως έχει κατακριθεί.
[12] David Bakan, ό.π. σ. 77.
[13] Michel Foucault, Φιλοσοφία και ψυχολογία, Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα, Πλέθρον, 2012, σ. 42-43.
[14] Michel Foucault, ό.π., σ. 45.
[15] Jacques Lacan, Seminar, Book I (1953-1954), Norton, 1988, σ. 73.

Δεν υπάρχουν σχόλια: