17/11/19

Η σημαντική της εξέγερσης

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Πολυτεχνείο 1973

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Ο φόβος του Λαού συνείχε την δικτατορία της 21ης Απριλίου συνεχώς, από την αρχή έως το προδοτικό και άδοξο τέλος της. Γι’ αυτό και σε καμιά στιγμή δεν τόλμησε να θέσει σε εφαρμογή ούτε τα δικά της χρονοδιαγράμματα «φιλελευθεροποίησης», ούτε τα δικά της «Συντάγματα». Ενώ έκδηλος είναι ο φόβος και στα κείμενα των τελευταίων, τα οποία απαγορεύουν «ιδεολογίας σκοπούσας εις την ανατροπήν ή την υπονόμευσιν του υφισταμένου πολιτειακού ή κοινωνικού καθεστώτος» ή «συνδεομένας προς τας αρχάς και τα προγράμματα κομμάτων διαλυθέντων ή τεθέντων εκτός νόμου».
Ο ίδιος φόβος αναδεικνύεται ανάγλυφα και στους λόγους των πρωτεργατών του πραξικοπήματος ακόμη και του «δοτού» –κατά δικό του αυτοπροσδιορισμό– «πρωθυπουργού» Σπ. Μαρκεζίνη που κραυγάζει από το Πεντάγωνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου : «Ο εχθρός δεν θα περάσει». Η έννοια του «εσωτερικού εχθρού», υπερβαίνει την μετεμφυλιοπολεμική της διάσταση, διαχωρισμού των πολιτών σε εθνικόφρονες και μη, διευρύνεται δυνάμει σε κάθε πολίτη, ακόμη και σε όλο το κοινωνικό σώμα, μετατρέπεται σε «εχθρό Λαό». Τον οποίο φοβάται το στρατοκρατικό καθεστώς, αλλά και τον εφευρίσκει για να τονώσει, όποτε χρειάζεται, την υπό αίρεση εσωτερική συνοχή του…
Η χωρίς προοπτική και ορατή διέξοδο αυτή πραγματικότητα και η εντεινόμενη δημόσια αντιπαράθεση από το 1972 του φοιτητικού κινήματος, εξαντλεί τα όρια αντοχής και ανοχής του δικτατορικού καθεστώτος· το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού εμφανίζει καθαρά την μη αποδοχή του καθεστώτος από τμήματα του ίδιου του στρατεύματος· οι δηλώσεις του Κ. Καραμανλή από το Παρίσι στην εφημ. «Βραδυνή», που καλεί ανοικτά τον στρατό να ανατρέψει το καθεστώς· οι αντιθέσεις Παπαδόπουλου-Γρίβα για το Κυπριακό· η απαρχή μιας κάποιας απαγκίστρωσης από τις αμερικανικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική, μπροστά στην νέα αραβοϊσραηλινή κρίση· η απομόνωση από τη Δυτική Ευρώπη και το συνεχιζόμενο πάγωμα της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΟΚ· οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους πραξικοπηματίες, σε σκληρούς δικτατορικούς και εκείνους που επιθυμούν μια κάποια μορφή ελεγχόμενης από τον στρατό «ομαλοποίησης», όλα αυτά ωθούν τον αρχιπραξικοπηματία Γ. Παπαδόπουλο στην μόνη κίνηση που του απέμενε, την περίφημη «φυγή προς τα εμπρός», με την και τυπική κατάργηση της Μοναρχίας, την αυτοανακήρυξή του σε «Πρόεδρο Δημοκρατίας», την άρση του στρατιωτικού νόμου, την γενική αμνηστία των πολιτικών κρατουμένων, την διεξαγωγή δημοψηφίσματος και την εφαρμογή νέου «Συντάγματος».

Το καλοκαίρι του 1973, αυτό το εγχείρημα δείχνει ότι μπορεί να έχει επιτυχία. Οι συζητήσεις και επαφές του Παπαδόπουλου, με μικρό έστω τμήμα του παλιού αστικού πολιτικού προσωπικού, ο σχηματισμός «κυβέρνησης» από τον επικεφαλής του μικρού προδικτατορικού Κόμματος των Προοδευτικών Σπ. Μαρκεζίνη και η εξαγγελία εκλογών για τον Φεβρουάριο του ’74, φαίνεται να δημιουργούν όρους μιας νέας αστικής νομιμότητας, και υπέρβασης της αδιέξοδης ανομίας στην οποία είχε περιέλθει το δικτατορικό καθεστώς.
Το πείραμα ενός ελεγχόμενου, και θεσμικά πια από το στρατό, περάσματος και πάλι στον μετεμφυλιακό κοινοβουλευτισμό, χαιρετίζεται από τον Σύνδεσμο των Βιομηχάνων, ενώ η πλειονότητα του παλαιού πολιτικού κόσμου, μεγάλων τμημάτων της ηγεσίας της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένων, προσβλέπει προς αυτή την προοπτική ως τη μόνη «ρεαλιστικά» εφικτή λύση. Φωτεινή εξαίρεση ο Παν. Κανελλόπουλος και οι Γ. Μαύρος, Ι. Ζίγδης και Π. Παπαληγούρας – οι οποίοι συγκροτούν μαζί και με άλλες προσωπικότητες και την τεχνική βοήθεια νέων από την «Δημοκρατική Άμυνα» «Επιτροπή Δημοκρατικής Νομιμότητας»– από δε την αριστερά, η ηγεσία του ΚΚΕ και το ΠΑΚ του Α. Παπανδρέου. Ο δικτάτορας εκτιμά ότι η δημιουργία μιας «αναπαλαιωμένης» αστικής νομιμότητας από τη μια θα διέλυε τα διλήμματα συνείδησης μεγάλων τμημάτων του κοινωνικού σώματος, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση της αντίστασης των φοιτητών/ τριών, που από στάση υπεράσπισης της νομιμότητας θα μετατρέπονταν σε στάση άρνησής της, ενώ η επίδραση των πολιτικών δυνάμεων θα λειτουργούσε διασπαστικά στο εσωτερικό του.
Από την άλλη θα του επέτρεπε να υπερβεί όλα τα άλλα αδιέξοδα και να δημιουργήσει στοιχεία υποδομής ενός ελεγχόμενου αυτομετασχηματισμού του κράτους εκτάκτου ανάγκης και υπέρβασης της ενδοαστικής ιδεολογικής αντίφασης.  Το καθεστώς όμως, για μια ακόμη φορά, αποδεικνύεται ανίκανο να κατανοήσει τόσο την, παθητική έστω αλλά υπαρκτή απόρριψη του από το κοινωνικό σώμα, που βρίσκει στο φοιτητικό κίνημα την άδολη έκφραση των διαθέσεών του, όσο και το χαρακτήρα και τη βαθύτερη ουσία αυτού του αυθόρμητου και πολικά αυτόνομου αριστερού κινήματος, το οποίο εμφανίζεται ως ο μόνος αντίπαλος πολιτικός πόλος , των επιλογών του.
Έτσι με την αρχή του φθινοπώρου, βρίσκετε αντιμέτωπο ξανά με το φοιτητικό κίνημα, που με αμείωτο το πολιτικό του κύρος ηγείται της όλης αντιστασιακής πάλης, πλαισιωμένο πια ενεργά από ένα μεγάλο ακροατήριο αφυπνισμένων πολιτών. Οι φοιτητές, πριν καλά-καλά ανοίξουν οι Σχολές τους, βρίσκονται στους δρόμους. Η βίαιη ανατροπή του μαρξιστή προέδρου της Χιλής Σαλβαντόρ Αλιέντε από την χούντα του στρατηγού Πινοσέτ, με την ανοιχτή υποστήριξη των ΗΠΑ, δίνει το έναυσμα και τον χαρακτήρα καθαρά πολιτικών αντιδικτατορικών και αντιαμερικανικών διαδηλώσεων κιόλας από τον Σεπτέμβριο, που βαίνουν αμείωτες όλο το επόμενο δίμηνο, με αποκορύφωμα τις ανοιχτές και βίαιες συγκρούσεις – πετροπόλεμο με τις αστυνομικές δυνάμεις, στήσιμο οδοφραγμάτων σε πολλά σημεία της πρωτεύουσας, νέες συλλήψεις κ.λ.π.– που ακολουθούν το μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου στις 4 Νοεμβρίου. Η πλατιά πρωτοσέλιδη δημοσιότητα των κινητοποιήσεων, ιδιαίτερα από το συγκρότημα Λαμπράκη, οι ξένοι ανταποκριτές, οι ελληνικές εκπομπές του εξωτερικού, προβάλλουν το φοιτητικό κίνημα ως το μοναδικό συνεπές και αποφασιστικό πολιτικό αντίπαλο του πειράματος Μαρκεζίνη, εκφραστή της ανάγκης μιας ανόθευτης πλατιάς δημοκρατικής ομαλότητας που θα υπερέβαινε τα μετεμφυλιοπολεμικά και στρατοκρατικά όρια.
Οι προσπάθειες του καθεστώτος μέσα στα πλαίσια αυτά, να επιδείξει ένα «φιλελεύθερο» προσωπείο και να εκτονώσει τη φοιτητική δράση, με σπουδαστικές διευκολύνσεις, επιστροφή των βίαια στρατευμένων φοιτητών, αλλά και αναβολή των αρχαιρεσιών στους σπουδαστικούς συλλόγους, οδηγούν στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Τα μεν σπουδαστικά μέτρα αφήνουν αδιάφορο ένα συνολικά πια ριζοσπαστικοποιημένο κίνημα, η αναβολή των αρχαιρεσιών το προκαλεί, ενώ η επιστροφή των στρατευμένων μελών του χαιρετίζεται ως νίκη, η οποία συμβάλλει ταυτόχρονα στην ακόμη μεγαλύτερη μαζικοποίηση του και τονώνει την αγωνιστική του αυτοπεποίθηση.
Η κατάσταση έχει πάρει πια εκρηκτικές διαστάσεις, που όσο κι αν καμία πολιτική δύναμη δεν κατανοεί την έκταση και το βάθος τους, αυτή αναζητά ένα τυχαίο σπινθήρα για να εκραγεί. Άλλωστε, οι εξεγέρσεις δεν οργανώνονται· ξεσπούν ανατρέποντας τις πολιτικές αναλύσεις και γραμμές, υπερβαίνοντας ακόμη και αυτούς τους φυσικούς συντελεστές τους. Και αυτό ακριβώς το τυχαίο και αυθόρμητο συνέβη το πρωί της 14ης Νοεμβρίου και εξελίχθηκε με μορφή χιονοστιβάδας όλο το επόμενο τριήμερο .
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά, η ραγδαία εξάπλωσή τους σ’ όλες τις πόλεις με πανεπιστημιακές σχολές, το αγκάλιασμά τους ενεργά από χιλιάδες πολίτες, όλων των κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων και πολιτικών πεποιθήσεων, που βγαίνουν στους δρόμους συγκρουόμενοι με τις δυνάμεις καταστολής, τους δίνουν χαρακτήρα ανοιχτής εξέγερσης. Η πανελλαδική ακτινοβολία τους και η ζώσα εξιδανικευτική τους μνήμη, ακόμη και 46 χρόνια μετά, πιστοποιούν τον τρόπο βίωσής τους από τη λαϊκή συνείδηση, ως ηθική νίκη, ως στάση αξιοπρέπειας και δημοκρατικότητας, απέναντι στην αυθαιρεσία, τον αυταρχισμό και τη βαρβαρότητα, ως αποκλειστικά δικό της γεγονός. Ακριβώς γι’ αυτό και οι εκ των υστέρων προσπάθειες υποταγής της εξέγερσης, σε σκοπιμότητες, από την αγιοποίηση-μυθοποίηση κάποιων αδούλωτων νιάτων, τα οποία ξαφνικά ως εις άνθρωπος... κλπ μέχρι την πλήρη αμφισβήτηση αυτών καθ’ αυτών των γεγονότων, δεν μπορούν να αντέξουν στη βάσανο της κριτικής ανάλυσης, ούτε και να κλονίσουν ή να καλουπώσουν σε προκατασκευασμένα πλαίσια το γεγονός της εξέγερσης. Πολλοί περισσότερο να αποδεχτούν την πρόσφατη ύβριν της νεαράς υφυπουργού Εργασίας, ότι η μνήμη αυτής της αντίστασης αποτελεί «βαθιά συλλογική ψυχική νόσο» και όσοι την επικαλούνται «είναι ψυχικά νοσούντες»!
Γι’ αυτό εκείνο που έχει σημασία είναι η κατανόηση ότι ο Νοέμβριος του ’73 είναι το αυθόρμητο αποτέλεσμα των συνολικών και συλλογικών διεργασιών, όλης της δεκαετίας του ’60 –εσωτερικών και εξωτερικών– όπως βιώθηκαν με όρους κινήματος, από την κοινωνική κατηγορία φοιτητές στις ιδιαιτερότητες του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
Οι πολιτικές συνέπειες της εξέγερσης και η βίαιη καταστολή της ανέδειξαν την δομική αστάθεια του κράτους εκτάκτου ανάγκης  την πλήρη αποκοπή του από τις συντελούμενες διεργασίες σε επίπεδο κοινωνίας πολιτών, το όριο αντοχής της διαδικασίας νομιμοποίησης που επιχείρησε, την τελειωτική αποτυχία του να πετύχει κάποια μορφή συναίνεσης. Σήμαναν το τέλος όχι μόνο του Παπαδόπουλου και του εγχειρήματος της ελεγχόμενης από τον στρατό «φιλελευθεροποίησης», αλλά και την ολοκληρωτική κρίση της στρατιωτικής δικτατορίας. Γεγονός στο οποίο η τρομοκρατία των επόμενων οκτώ μηνών δεν μπόρεσε να αλλάξει τίποτα. Η επανάληψη δεν ήταν παρά η τελευταία πράξη ενός χαμένου και αδιέξοδου παιχνιδιού. Δεν ήταν άλλωστε τα γεγονότα της εξέγερσης, που οδήγησαν στο ενδοχουντικό πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου, το οποίο είχε προετοιμασθεί ακόμη και ως προς τις ημερομηνίες από τον Αύγουστο, ανεξάρτητα αν έδωσαν στο σκληρό χουντικό πυρήνα την ιδανική ευκαιρία.
Ευκαιρία κατάληψης της αρχής χωρίς καμία όμως δυνατότητα πολιτικών πρωτοβουλιών, πέρα από την καταδίκη του πολιτικάντικου καιροσκοπισμού του Παπαδόπουλου και την προδοσία των «ιδανικών της επαναστάσεως». Καθώς και την επανεμφάνιση της ρητορικής του αρχικού αντιολιγαρχικού λόγου, τον εκθειασμό των παραδοσιακών αγροτικών και «ελληνοχριστιανικών» αξιών, τις πατερναλιστικές διακηρύξεις υπέρ του λαού, την ηθικολογία, τον πουριτανισμό, την έντονη πατριδοκαπηλία, που οδήγησε τελικά στην εγκληματική προδοσία της Κύπρου και την επακόλουθη κατάρρευσή του.
Καταλυτικές όμως ήταν οι συνέπειες και σε κοινωνικό επίπεδο. Το φοιτητικό κίνημα καταρρακώνει την όλη κυρίαρχη εμφυλιοπολεμική ιδεολογία και οδηγεί την κοινωνία να συνειδητοποιήσει ότι η πτώση της χούντας είναι δική της υπόθεση. Ότι η εξουσία της απόφασης μπορεί να είναι στα χέρια των ίδιων εκείνων που ανιδιοτελώς αναλαμβάνουν και το κόστος της εφαρμογής της. Ότι είναι δυνατή, στην πράξη, η δημιουργία ιστορίας από τα ίδια τα υποκείμενα που την ζουν. Πρόκειται για διεργασίες πρωτόγνωρες, οι οποίες δημιουργούν όρους ανατροπής σειράς προκαταλήψεων, υπερβαίνουν παραδοσιακές πολιτικές εντάξεις και δόγματα, διαμορφώνουν πιεστικές συνθήκες διαλόγου για τις δυνάμεις της αντίστασης, διευρύνουν «τον κύκλο των κατακτήσεων του προοδευτικού κινήματος [όπως το έχει αναλύσει ο Ολ. Δαφέρμος] σε σφαίρες που ως εκείνη τη στιγμή ήταν αδιανόητες τόσο για τις δυνάμεις της αριστεράς, όσο και για τις αντίπαλες δυνάμεις».
Η σημαντική αυτών των διεργασιών έχω την αίσθηση ότι αποτελεί τομή στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, λόγω της ανυπαρξίας, για λόγους ιστορικο-πολιτικούς, μιας δυναμικής κοινωνίας πολιτών –με την Γκραμσιανή έννοια του όρου– ικανής να αρθρώνει όρους πολιτικής ανυπακοής, ως το δημοκρατικό ισοδύναμο, απέναντι στην οργανωμένη κρατική βία.  Και αυτή είναι, θαρρώ, η μεγαλύτερη συμβολή του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Κινήματος που αναδείχθηκε, στο μόνο άλλωστε πολιτικό υποκείμενο, το οποίο με όρους κινήματος, συγκρούστηκε ανοικτά δημόσια, χωρίς «κουκούλες» αλλά υπεύθυνα και κατά πρόσωπο, με το δικτατορικό καθεστώς, ανέτρεψε τους προγραμματισμούς του, του αφαίρεσε κάθε ευχέρεια διαχειριστικών ελιγμών και κινήσεων, ενέτεινε τις εσωτερικές του φατρίες, το οδήγησε στην πλήρη απομόνωση από την κοινωνία. Ακριβώς και γι’ αυτό, η κοινωνία παραχώρησε στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα μια ιδιότυπη πολιτική εξουσιοδότηση, βρίσκοντας σ’ αυτό τη δυνατότητα της άδολης έκφρασης της και υπεύθυνης δράσης.  Και είναι, έχω την αίσθηση, η μνήμη αυτής της μόνης αδιαμεσολάβητης παρουσίας της κοινωνίας των πολιτών, σ’ όλη τη μεταπολεμική πορεία, που όσο και αν ενοχλεί την αστική εξουσία, καθιστά το Πολυτεχνείο ’73 διαχρονικό σημείο αναφοράς που υπερβαίνει τα όποια όρια επιχειρούν κατά καιρούς να θέσουν στη δυναμική του φύση, εχθροί μα και άσπονδοι φίλοι…
Η γρήγορη κατάρρευση του στρατιωτικού καθεστώτος και η πολιτική βραδύτητα των ενωτικών διεργασιών στους κόλπους των δυνάμεων της αριστεράς και της αντίστασης, να χαράξουν έγκαιρα μια σαφή εναλλακτική στρατηγική πρόταση, απέναντι στην κρίση εκπροσώπησης του όλου μετεμφυλιοπολεμικού συστήματος οργάνωσης της αστικής εξουσίας που δημιούργησε η τομή του Πολυτεχνείου, οδήγησε βέβαια τη μεταπολίτευση στα γνωστά περιοριστικά αστικά πλαίσια-όρια. Μέσα στα οποία το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, παρά την αναμφισβήτητη αίγλη του, δεν ήταν δυνατό να δράσει πια ηγεμονικά. Να υπάρξει με όρους αυτόνομου κινήματος
Το «ειδικό βάρος» του στην πολιτική σφαίρα είχε πια εξαντληθεί, όχι όμως και το ηθικό, που παραμένει αμείωτο. Γι’ αυτό και όλα τα πολιτικά κόμματα χρησιμοποίησαν, ως άτομα όμως, στελέχη του, στη πλαισίωση των μηχανισμών τους. Η ελπίδα όμως μιας άλλης στρατηγικής διεύρυνσης και υπέρβασης των ορίων της έμμεσης δημοκρατικής διαχείρισης, δεν ήταν δυνατό να βρει έκφραση μέσα στη νέα μορφή και δομή αστικής εξουσίας, όπως αυτή κυριάρχησε μετά τις 23 Ιουλίου 1974, όσο κι’ αν επηρέασε την πορεία ουσιαστικοποίηση της Γ΄ Ελληνικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Της πιο μακρόβιας και σταθερής ομαλής πορείας του τόπου από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους…
Το όνειρο έμεινε ανεκπλήρωτο, οι πρωτόγνωρες πολιτικές και πολιτιστικές ελευθεριακές διεργασίες νέων οριζόντων που είχε κατακτήσει, δεν μπόρεσαν να μετουσιωθούν σε μονιμότερα στοιχεία κοινωνικού μετασχηματισμού, και γρήγορα χάθηκαν. Οι φορείς τους, έξω οι περισσότεροι από το κυρίαρχο κομματικό σκηνικό, ακόμη και αν παραμένουν ενταγμένοι σε κομματικούς σχηματισμούς της Αριστεράς, όπως και πολλοί και πολλές από εκείνους και εκείνες που συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών, παραμένουν πάντα ενεργοί πολίτες, σε διάφορα κοινωνικο-πολιτισμικά κύτταρα.

Έργο του Νίκου Παπαδημητρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: