12/5/19

Τριάντα χρόνια από τον θάνατό του



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, το όνομα του κορυφαίου ερευνητή του Βυζαντίου και των μεταβυζαντινών χρόνων, και διανοούμενου της Αριστεράς, Νίκου Σβορώνου, ανακαλεί στη μνήμη πολλών, όχι το κυρίως έργο του, αλλά μάλλον μια διαμάχη περί του «αντιστασιακού χαρακτήρα» και της πολιτισμικής συνέχειας του ελληνικού λαού, διαμάχη που κορυφώθηκε στις επιφυλλίδες του Τύπου, το εμβληματικό, και τόσο μακρινό, πια, 2004, με την κυκλοφορία της Γένεσης και διαμόρφωσης του Νέου Ελληνισμού, το οποίο αναπαράγει ένα κείμενο που γράφτηκε, κατά πάσα πιθανότητα, την περίοδο 1963-65, για ένα Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό το οποίο ουδέποτε κυκλοφόρησε, αλλά απηχεί απόψεις τις οποίες ο Σβορώνος είχε εκφράσει τόσο πριν όσο και μετά τη δεκαετία του 1960, και μέχρι το τέλος της ζωής του.
Κάποιες φορές, η απόσταση, είτε χρονική είτε γεωγραφική, από ένα αντικείμενο, βοηθά να το δούμε καλύτερα. Άλλες φορές, πάλι, η απόσταση οδηγεί στην απόλυτη αποστασιοποίηση, ή στην αποξένωση από το αντικείμενο. Σωστή και υπερβολική απόσταση, απουσία πάθους ως κριτική απόσταση, απουσία πάθους ως αποανθρωποποίηση: για τις γνωσιακές απολήξεις της εγγύτητας και της απομάκρυνσης έχει γράψει κάποιες λαμπρές σελίδες ο Κάρλο Γκίντζμπουργκ, στα Ξύλινα μάτια (Αλεξάνδρεια 2006), το οποίο γράφτηκε, μεταξύ άλλων, και για να αποκρούσει «την άποψη ότι η οικειότητα, που σε τελευταία ανάλυση συνδέεται με την πολιτισμική ένταξη, μπορεί να αποτελεί κριτήριο σχετικότητας» (σ. 13).

Η αναφορά στη συγκεκριμένη συλλογή δοκιμίων, δεν είναι τυχαία. Θεωρώ ότι θα μπορούσε να συμβάλλει σε μια άλλη ερμηνεία των σκέψεων του Σβορώνου, πέρα από τις αναγνώσεις των επιφυλλιδογράφων του 2004. Ας υπενθυμίσω μία από τις κυρίαρχες αναγνώσεις, η οποία επικεντρωνόταν στη βιογραφία, και την οργανική σχέση του Νίκου Σβορώνου με την Αριστερά: Ο Σβορώνος προσπαθούσε, με επιστημονικοφανή τρόπο, να κατασκευάσει ένα νέο εθνικό αφήγημα, αντικαθιστώντας την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνικού έθνους με αυτή του ελληνικού λαού, στη βάση, όχι της φυλής αλλά του πολιτισμού, κυρίαρχο χαρακτηριστικό του οποίου ήταν η αντίσταση κατά της ανελευθερίας. Προσπαθούσε να επανεντάξει, δηλαδή, την Αριστερά στον «εθνικό κορμό», διά της ιστορίας. Μπορεί να μην ισχύουν όλα αυτά περί «αντιστασιακού χαρακτήρα», έγραφαν πολλοί, αλλά ο Σβορώνος, εδώ, θα έπρεπε να αναγνωσθεί και να κριθεί στο πεδίο της πολιτικής, ως στρατευμένος διανοούμενος, κι όχι ως ιστορικός. Μια υποκατηγορία από τους επιφυλλιδογράφους που ενστερνίζονταν αυτή την ανάγνωση, συσχέτισαν το συγκεκριμένο δοκίμιο με τις αναλύσεις, εντός του μαρξισμού, σχετικά με τον ορισμό του έθνους και τον χαρακτήρα των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.
Δεν θα αναφερθώ εδώ στις κατηγορίες περί «μεταφυσικής θεμελίωσης της (ελληνικής) εθνικής ιστοριογραφίας, ακόμα και στη μαρξιστική της εκδοχή», ούτε στον συσχετισμό με τον Ζαμπέλιο και τον Παπαρρηγόπουλο. Ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρομαι, είναι γιατί δεν θεωρώ ότι τα πράγματα είναι τόσο απλά.
 «Κανένας άλλος λαός δεν άσκησε τέτοια αποφασιστική επίδραση στην παγκόσμια ιστορία όσο οι Έλληνες. Έτσι, η μελέτη του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού κρατεί μια ξεχωριστή θέση στην ανώτερη εκπαίδευση σ’ όλες τις χώρες. Ωστόσο, ανάμεσα στους ειδικούς στο θέμα, πολύ λίγοι υπάρχουν, στη Δυτική Ευρώπη που αναγνωρίζουν τη συνέχεια της Ελληνικής Ιστορίας από τα αρχαιότερα χρόνια ίσαμε σήμερα. Πάρα πολλοί τους περιορίζονται στην αρχαιότητα, αγνοώντας τις λαμπρότητες της μεσαιωνικής και νεότερης Ελλάδας. Όμως, κλείνοντας τα μάτια τους στο σήμερα, λιγοστεύουν τις δυνατότητές τους να κατανοήσουν το περασμένο. Γιατί, ακριβώς όπως το περασμένο ζει στο τώρα, έτσι και το τώρα φωτίζει το περασμένο». Αυτά έγραφε, το 1958, στον Πρόλογο για την ελληνική έκδοση του Προϊστορικού Αιγαίου, ο Τζορτζ Τόμσον, ο συγγραφέας του Αισχύλος και Αθήνα, που γράφτηκε για να γνωρίσει τον Αισχύλο «στις μάζες του Βρετανικού λαού, ξεχωριστά στην εργατική τάξη».
«Η συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού είναι ένα τεράστιο και πολύπλοκο πεδίο μελέτης που απαιτεί από τους ερευνητές του εις βάθος γνώση της αρχαίας, βυζαντινής και νέας ελληνικής γλώσσας, λογοτεχνίας και ιστορίας, της σλαβικής και τουρκικής γλώσσας και ιστορίας, του τυπικού και της θεολογίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και μιας σειράς συναφών επιστημονικών κλάδων, περισσότερων από όσους μπορεί να δαμάσει ένας μελετητής στη διάρκεια μιας ζωής. Είναι επίσης μια περιοχή αδιάπτωτου ενδιαφέροντος και αντιδικίας», έγραψε ο (πολεμιστής των Διεθνών Ταξιαρχιών) Μπέρναρντ Νόξ, το 1993, στους Αρχαιότερους Νεκρούς Λευκούς Ευρωπαίους Άνδρες (Αλεξάνδρεια, 2005).
Αν απομακρυνθούμε από τον αθηναϊκό μικρόκοσμο, αυτό που συνδέει το Παρίσι της δεκαετίας του 1960 με το Μπέρμινχαμ της δεκαετίας του 1950 και το Γέηλ της δεκαετίας του 1990, δεν είναι ούτε η πολιτική της ΕΔΑ, ούτε η μεταφυσική του Παπαρρηγόπουλου ή του Ζαμπέλιου, ούτε η νεοελληνική εθνοσυγκρότηση. Είναι ένα ανοιχτό ερευνητικό ερώτημα. Σε αυτό προσπάθησε να απαντήσει, με τη συμβολή του, ο Νίκος Σβορώνος. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, το ερώτημα, εντός του πεδίου της ιστορικής πειθαρχίας, βρίσκεται ακόμα ενώπιόν μας.

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός

Δεν υπάρχουν σχόλια: