16/9/18

Ιστορική τοιχογραφία

ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ Θ. ΚΑΣΒΙΚΗ

Αθηνά Ιωάννου, Η αγαπη αλλιώς-τρίπτυχο, 2016/17, 3 πίνακες από λάδι σε ύφα- σμα/καμβά, 95 x 80, 110 x 87, 103 x 81 εκ. κρεμάμενοι σε σιδερένιες βέργες 100 x 05


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Λίγες και μία νύχτες, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 573

Η περίφημη ρήση του Hegel, ότι η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, πετά το σούρουπο, έρχεται αναγκαία στον νου του αναγνώστη του βιβλίου. Ένας πλούσιος αλλά ανήμπορος και τυφλός γέρος, ο Ευγένιος Ζιρντό, υποκύπτοντας στη βαθιά πανανθρώπινη ανάγκη της αυτογνωσίας (την ανάγκη που γέννησε την τραγωδία του Οιδίποδα), έχει διηγηθεί την προσωπική του ιστορία σε έναν νεαρό φιλόλογο, με στόχο τη λογοτεχνική αποτύπωσή της. Ο νεαρός επίδοξος συγγραφέας αναγιγνώσκει το ολοκληρωμένο πλέον έργο στον πρωταγωνιστή- χρηματοδότη, και στο τέλος κάθε νοηματικής και χρονικής ενότητας διακόπτει την ανάγνωση, αναζητώντας την επικύρωση του πρωταγωνιστή και απαντήσεις σε αδιευκρίνιστες απορίες του.
Μέσω του συγγραφικού αυτού τεχνήματος των αλλεπάλληλων «εγκιβωτισμένων» αφηγήσεων, που εναλλάσσουν τον –υποτιθέμενο– ιστορικό με τον αφηγηματικό χρόνο καθ’ όλη την έκταση του μυθιστορήματος, καθίσταται προφανές ότι πρόκειται για λογοτεχνία που ακολουθεί την λειτουργία της φιλοσοφίας, παρεμβαίνοντας τη στιγμή που η πραγματικότητα έχει εκπληρώσει τη διαδικασία του σχηματισμού της και είναι εντελώς ολοκληρωμένη· ακριβέστερα, τη στιγμή που μια μορφή ζωής έχει ήδη ξεπεραστεί και δεν μπορεί πλέον να αναζωογονηθεί μα μόνο να γνωσθεί. Και αυτό διαπιστώνεται όχι μόνο στην κεντρική αφήγηση, κατά την οποία ο Λευτέρης Ζεύγος επιδιώκει τη συνολική εποπτεία της ύπαρξής του αλλά ήδη και από το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο του έργου, όπου ο έκπτωτος Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, εισερχόμενος στο λυκόφως της δράσης και του βίου του, προβαίνει στην προσωπική του αποτίμηση εξομολογούμενος στην ενδεκάχρονη Μίρζα. Ο απαρτισμένος κύκλος ζωής και των δύο προσώπων συνιστά προνομιακή θέση για την αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων, εφ’ όσον αίρονται οι περιορισμοί της ενεργού δράσης και της συμμετοχής τους στα τεκταινόμενα του κόσμου.

Ειδολογικά, το έργο κατατάσσεται στο ιστορικό μυθιστόρημα και, ως εκ τούτου, εδράζεται στους άξονες του χρόνου και του χώρου. Η εξωτερική και εσωτερική δράση εκτείνεται σε εύρος εβδομήντα χρόνων, από τον Απρίλιο του 1909, όταν πραγματοποιείται η μεταφορά του Πατισάχ στην Θεσσαλονίκη, έως τον Ιούνιο του 1979, που ολοκληρώνεται η συγγραφή τού κατά παραγγελία βιβλίου στην ίδια πόλη. Ο χρονικός άξονας χαράσσει τις εγκοπές του σε εμβληματικές ιστορικές στιγμές, όπως αυτές της επανάστασης των Νεοτούρκων και της επακόλουθης μεταβολής του εκτουρκισμού στην οθωμανική αυτοκρατορία, του εθνικού διχασμού και της εμπλοκής της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, της oυκρανικής εκστρατείας, της γερμανικής Κατοχής. Αντίθετα, ο άξονας του χώρου, παρ’ όλο το γεωγραφικό εύρος των μετακινήσεων της πρωταγωνιστικής περσόνας –Θράκη, Κριμαία, Παρίσι, Πειραιάς, Μασσαλία, Αμβέρσα– εστιάζει στην τοπογεωγεωγραφία και ανθρωπογεωγραφία του γενέθλιου, και για τον Ζουργό και για τον ήρωά του, άστεως της Θεσσαλονίκης.
Η μορφή και η ψυχή της πόλης, που ανέκαθεν απετέλεσε χοάνη εθνοτήτων, φυλών, γλωσσών, θρησκειών, κοινωνικών και πολιτικών απόψεων, και οι μεταβολές που αυτές υπέστησαν κατά τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα, αποτυπώνονται εντυπωσιακά, με την αποθησαύριση μιας εκτεταμένης ιστορικής μελέτης και έρευνας αρχείου, και αρωγό τη γλωσσική δεινότητα του γράφοντος, η οποία αξιοποιεί στο έπακρο τον λεκτικό και νοηματικό πλούτο της νεοελληνικής, σε βαθμό που να συγχωρεί την αναγωγή, όσον αφορά τη χρήση του γλωσσικού εργαλείου, στην εμβληματική γενιά του ’30. Η βίλλα του Αλλατίνι και η έπαυλη του Λεβή Μοδιάνο, η Γεωργική Σχολή και η Καθολική εκκλησία, το τραμ και η λεωφόρος Χαμιδιέ, το εβραϊκό νεκροταφείο και το Hotel Mediterranee, μαζί με πλήθος ακόμη κτισμάτων, περιοχών, θρησκευτικών τόπων, θα περιγραφούν, θα μετονομαστούν, θα καούν, θα ισοπεδωθούν ή θα αλλάξουν χρήση, ακολουθώντας τις συγκυρίες και υποτασσόμενα στην εκάστοτε εξουσία, στην πυρκαγιά του ’17, στην οικονομική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας, στην αισθητική του μπετόν. Και μέσα στο δομημένο περιβάλλον, οι ανθρώπινες μορφές, που το εμψυχώνουν και το νοηματοδοτούν, εξελίσσονται με εναλλαγές ευτυχίας και δυστυχίας, ερωτεύονται και επιθυμούν, προσλαμβάνουν και υφίστανται τα συγκλονιστικά γεγονότα του πλέον ταραχώδους αιώνα, αγωνίζονται για να αλλάξουν, άλλες τον κόσμο και άλλες τον εαυτό τους.
Τα χαρακτηριολογικά γνωρίσματα της Θεσσαλονίκης την καθιστούν το ιδανικό σκηνικό για τις πολλαπλές αναζητήσεις του συγγραφέα, σε βαθμό τέτοιο που θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι δεν αποτελεί απλό πλαίσιο αλλά κυρίαρχο πρόσωπο του έργου. Πρόκειται για τη μοναδική σχεδόν πόλη της νότιας βαλκανικής χερσονήσου, η οποία εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης και του μωσαϊκού της πληθυσμιακής της σύνθεσης, αφ’ ενός επεξεργάστηκε ανά τους αιώνες όλες τις τεχνικές συνύπαρξης της διαφορετικότητας, και αφ’ ετέρου γνώρισε σχεδόν εξ αρχής τις ανατροπές και την κοσμογονία της ύστερης βιομηχανικής επανάστασης και του πρώιμου καπιταλισμού, τη διαμόρφωση των σοσιαλιστικών ιδεολογιών και την ανάδυση των εργατικών κινημάτων, όπως αυτό της διαβόητης Φεντερασιόν. Παράλληλα, για τους ίδιους ακριβώς λόγους και κατά την ίδια, περίπου περίοδο (μέσα 19ου - μέσα 20ού αιώνα), κατέστη το επίκεντρο των διαδικασιών εθνογένεσης, συγκρότησης δηλ. εθνικής συνείδησης και κατ’ επέκταση επιδιώξεων των λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, γεγονός που την ανέδειξε σε μήλο της έριδος των τοπικών αλλά και πανευρωπαϊκών αντιπαραθέσεων, με καταλυτικές, προφανώς, για τους κατοίκους της και φυσικά για τους ήρωες του βιβλίου, συνέπειες.
Παρ’ ότι όμως ο Ζουργός γράφει ιστορικό μυθιστόρημα και το υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο, όχι μόνο στην ανασύσταση των εποχών αλλά και στην αναζήτηση αιτίων και αιτιατών, δεν φαίνεται να αρκείται στα κάθε είδους τεκταινόμενα και εξελίξεις, ούτε καν στη δημιουργία χαρακτήρων και την ανατομία της ανθρώπινης ψυχής. Επιδιώκει σαφέστατα τη μετάβαση στο βαθύτερο, και ίσως μεταφυσικό, επίπεδο των υπαρξιακών αναζητήσεων. Η πόλη και τα κτίριά της αποτυπώνουν με συγκλονιστικό τρόπο την αλληλοδιαδοχή αυτοκρατοριών, βασιλιάδων, θρησκειών, ισχυρών κάθε είδους, που μεσουράνησαν, για να ταφούν στη συνέχεια στην λήθη του παρελθόντος, όπως ακριβώς κατέρρευσε μέσα στη σκόνη του το σπίτι του Αλμπερέν μπέη, μαζί με την εποχή που το δημιούργησε.
Την ίδια πορεία –άνοδος, μεσουράνημα, γήρας/θάνατος– ακολουθούν και οι ζωές των ηρώων του έργου, για να μας υπενθυμίσουν επώδυνα ότι όλες οι αγωνίες, οι προσπάθειες, οι σκέψεις, οι έρωτες, κάθε ανθρώπινο πάθος θα απολέσει το νόημά του εξ αιτίας της αναπόδραστης ανθρώπινης μοίρας του θανάτου. Vanitas vanitatum omnia vanitas, ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης, ως ευκαιρία να αρθούμε από τον ατομικό μας μικρόκοσμο και να επιχειρήσουμε τη σύλληψη του κόσμου, να αναμετρηθούμε με τα υπαρξιακά μας ερωτήματα και να αναθεωρήσουμε το αξιακό μας σύστημα, όπως ακριβώς φαίνεται να επιχειρεί στα χρόνια της τυφλότητάς του, ο πάλαι ποτέ Λευτέρης Ζεύγος και στην πορεία Ευγένιος Ζιρντό. Πρόκειται, προφανώς, για το γνωστό σοφόκλειο μοτίβο του παντογνώστη Οιδίποδα, που αυτοτυφλούμενος ακυρώνει την περιοριστική, όπως αποδεικνύεται, φυσική όραση για να ”εσωτερικεύσει το φώς» και να οδηγηθεί στην ουσιαστική γνώση και καθολική αλήθεια.

Η Σοφία Θ. Κασβίκη είναι φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια: