15/10/17

Τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Νίκου Καρούζου: ἕνα παράδειγμα τῆς λογοτεχνίας τοῦ ὑψηλοῦ στὰ γράμματά μας

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Έργο της Μαρίας Τζανάκου


ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

Οἱ δι­αι­σθή­σεις μου γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ ἐ­πι­τεύγ­μα­τος τῆς κα­ρου­ζι­κῆς ποί­η­σης, γλωσ­σι­κοῦ καὶ πνευ­μα­τι­κοῦ, μὲ ὁ­δή­γη­σαν σύν­το­μα, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα καὶ στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ πα­ρόν­τος, στὴν συ­να­νά­γνω­ση καὶ με­λέ­τη ἑ­νὸς κλασι­κοῦ ἔρ­γου τῆς ὕ­στε­ρης ἀρ­χαι­ό­τη­τας, συγ­κε­κρι­μέ­να τοῦ πρώ­του χρι­στι­α­νι­κοῦ αἰ­ώ­να, τοῦ πε­ρί­φη­μου δο­κι­μί­ου Πε­ρὶ ὕ­ψους, ἀ­ταύ­τι­στου συγ­γρα­φέ­α γνω­στοῦ συμ­βα­τι­κῶς μὲ τὸ ὄ­νο­μα Δι­ο­νύ­σιος Λογ­γῖ­νος.
Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ πέν­τε πη­γαὶ τῆς ὑ­ψη­γο­ρί­ας τοῦ Λογ­γί­νου τὶς ὁ­ποῖ­ες συ­ναν­τᾶ­με στὸν σύγ­χρο­νό μας ποι­η­τῆ: (α) τὸ πε­ρὶ τὰς νο­ή­σεις ἁ­δρε­πή­βο­λον, ἡ δύ­να­μη δη­λα­δὴ δη­μι­ουρ­γί­ας ὑ­ψη­λῶν νο­η­μα­τι­κῶν συλ­λή­ψε­ων, (β) τὸ σφο­δρὸν καὶ ἐν­θου­σι­α­στι­κὸν πά­θος, (γ) ἡ πλά­σις σχη­μά­των λό­γου (νο­ή­σε­ως καὶ λέ­ξε­ως), (δ) ἡ γεν­ναί­α φρά­σις, αὐ­τὴ ποὺ τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ἡ σω­στὰ δι­α­λεγ­μέ­νη λέ­ξη, ἡ με­τα­φο­ρὰ καὶ ἡ λε­ξι­πλα­σί­α (κεφ. 8.1) καὶ τέ­λος ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα ἡ συναρ­μό­ζου­σα ὅ­λα τους, αὐ­τὴ ἡ ποιὰ σύν­θε­σις τοῦ ποι­ή­μα­τος, ἡ ὁ­ποία δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ φυ­σι­κὴ συμ­βο­λὴ στὴν πει­θὼ καὶ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λὰ καὶ ὄρ­γα­νον θαυ­μα­στὸ με­γα­λη­γο­ρί­ας καὶ πά­θους (κεφ 39.1), ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴν ποί­η­ση ποὺ έ­ξε­τά­ζου­με ἐ­δῶ.

Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα συ­νη­γο­ρεῖ στὴν συ­νε­ξέ­τα­ση αὐ­τή, ἑ­νὸς ποι­η­τῆ, δη­λα­δή, σὰν τὸν Νί­κο Κα­ροῦ­ζο, τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ σπου­δαῖ­ες κο­ρυ­φώ­σεις στὸ ἔρ­γο του συ­νυ­πάρ­χουν μὲ προ­φα­νῆ ἀ­νι­σό­τη­τα καὶ ἄλ­λες ἀ­δυ­να­μί­ες, εἶ­ναι ἡ δια­ρκὴς μέ­ρι­μνα τοῦ Λογ­γί­νου, κα­τὰ τὴν συ­νε­χῆ σύγ­κρι­ση ση­μαν­τι­κῶν ἐκ­προ­σώ­πων κά­θε εἴ­δους λό­γου ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, νὰ πα­ρα­βλέ­πει σκο­πί­μως ση­μαν­τι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις καὶ πα­ρα­πτώ­μα­τά τους, ἐ­ὰν τὸ συγ­γρα­φι­κό τους ἐ­πί­τευγ­μα εἶ­ναι ὑ­ψη­λό. Ὁ τρό­πος ποὺ ὁ Λογ­γῖ­νος στο­χά­ζε­ται συγ­κρί­νον­τας τὰ ἔρ­γα τοῦ λό­γου, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει σ’ αὐ­τὰ τὴν ἀ­ρε­τὴ τοῦ ὕ­ψους εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σα­φὴς καί, γιὰ τὶς δι­κές μου του­λά­χι­στον λο­γο­τε­χνι­κὲς προ­κα­τα­λή­ψεις, πο­λὺ πει­στι­κός:
«Ἐμ­πρός», γρά­φει, «ἂς πά­ρου­με ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α πραγματικὰ καθαρὸ κι ἀψεγάδιαστο. Ἄραγε δὲν θὰ ἄξιζε νὰ ἀναρωτηθεῖ κανεὶς σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ στὸ σύνολό του, τί θὰ ἤτανε ποιό σημαντικὸ στὰ ποιήματα ἢ τὰ πεζογραφήματα, τὸ μέγεθος τοῦ ἐπιτεύγματος τὸ ὁποῖο, ὅμως, θὰ εἶχε καὶ κάποια σφάλματα, ἢ τὸ μέτριο τοῦ ἀποτελέσματος ποὺ θὰ ἦταν σὲ ὅλα του ἰσορροπημένο καὶ δίχως λάθη; Καὶ ἀκόμη, μὰ τὸν Δία, ποιές ἀρετὲς στὰ ἔργα τοῦ λόγου δικαιοῦνται τὸ πρωτεῖο, αὐτὲς ποὺ εἶναι περισσότερες ἢ αὐτὲς ποὺ εἶναι σπουδαιότερες;» (κεφ. 33.1)
Δί­νει, μά­λι­στα, μιὰ πο­λὺ εν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τοῦ­τες τὶς πτώ­σεις τῶν με­γά­λων, ποὺ τὶς βλέ­πει σχε­δὸν ἀ­να­πό­φευ­κτες, γρά­φον­τας:

«ἐπιπλέον μήπως εἶναι ἀναγκαῖο νὰ συμβαίνει καὶ τοῦτο: τὰ χαμηλὰ καὶ μεσαῖα πνεύματα νὰ παραμένουν στὶς περισσότερες τῶν περιπτώσεων δίχως ἀποτυχίες καὶ σφάλματα, ἐπειδὴ δὲν διακινδυνεύουν σὲ τίποτα καὶ δὲν ποθοῦν τίποτα τὸ κορυφαῖο, ἐνῶ τὰ μεγάλα κινδυνεύουν νὰ πέσουν ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ μεγέθους τους;» (κεφ. 33.2)
Γιὰ νὰ κά­νει τὶς σχε­τι­κὲς ἀ­πό­ψεις του ἀ­κό­μη πιὸ γλα­φυ­ρές, συγ­κρί­νον­τας τώ­ρα τοὺς ρή­το­ρες Δη­μο­σθέ­νη καὶ Ὑ­πε­ρεί­δη, χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Λογ­γῖ­νος μιὰ πο­λὺ πε­τυ­χη­μέ­νη με­τα­φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ ἀ­θλη­τι­σμοῦ, καὶ συγ­κε­κριμέ­να ἀ­πὸ τὸ ἄ­θλη­μα τοῦ πεν­τά­θλου: Ὁ πεν­τα­θλη­τής, μᾶς λέ­ει, εἶ­ναι κα­λὸς σὲ ὅ­λα του τὰ ἀ­γω­νί­σμα­τα, ξε­περ­νών­τας κα­τὰ πο­λὺ τὶς δυ­να­τό­τη­τες κά­θε κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λὰ σὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ πέν­τε δὲν εἶ­ναι κο­ρυ­φαῖ­ος! (κεφ. 34.1). Ὁ­λο­κλη­ρώ­νει μά­λι­στα τὴν σύγ­κρι­ση μὲ μιὰ πο­λὺ ἰ­σχυ­ρή, ποι­η­τι­κῶς καὶ ρη­το­ρι­κῶς πα­ρα­τή­ρη­ση:
                οὐ­δεὶς γοῦν Ὑ­πε­ρεί­δην ἀ­να­γι­γνώ­σκων φο­βεῖ­ται
                «γιατὶ κα­νείς, βέβαια, δὲν τα­ρά­ζε­ται δι­α­βά­ζον­τας τὸν Ὑ­πε­ρεί­δη» (κεφ. 34.4)
                Σὲ ἀν­τι­κα­τά­στα­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ὑ­πε­ρεί­δη, ὁ κα­θέ­νας μας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ ἀρ­κε­τοὺς ποι­η­τὲς καὶ καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἀ­πο­σποῦ­νε τὸν θαυ­μα­σμό μας γιὰ τὸ ἄ­ψο­γο καλ­λι­τε­χνι­κό τους ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἀλ­λὰ ἐὰν πράγ­μα­τι κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἔ­νι­ω­σε κά­πο­τε εἰ­λι­κρι­νὰ μέ­σα στὴν καρ­διά του τρό­μο θα­νά­του, ἀ­γω­νί­α ζω­ῆς καὶ με­τα­φυ­σι­κὸ ρί­γος, τό­τε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὀ­νό­μα­τα ποὺ θὰ δι­εκ­δι­κοῦ­σε τὸ πρω­τεῖ­ο γιὰ νὰ τε­θεῖ στὸν ἀν­τί­πο­δα τῆς θέ­σε­ως τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ὑ­πε­ρεί­δη, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν γιὰ μέ­να σί­γου­ρα τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ποι­η­τῆ Νί­κου Κα­ρού­ζου!
Πε­ραί­νον­τας τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς ποι­η­τι­κῆς τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς συλ­λο­γι­σμοὺς καὶ τὰ κρι­τή­ρια τὰ ὁ­ποῖα ἔ­θε­σε μὲ τὸ ἔρ­γο του ὁ Λογ­γῖ­νος,[1] στέ­κο­μαι σὲ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ μᾶς φέρ­νει στὴν καρ­διὰ τῆς ὕ­πα­της ποι­η­τι­κῆς ἀρ­χῆς τοῦ ποι­η­τῆ τὸν ὁ­ποῖο ἐ­ξε­τά­ζου­με ἐ­δῶ: νὰ το­πο­θε­τεῖ, δη­λα­δή, τὴν πη­γὴ τῆς ἔμ­πνευ­σής του ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν γρα­πτὴ ποί­η­ση, καὶ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια «στὴν ἀ­νυ­πο­τα­ξί­α τοῦ θε­οῦ».
Τρεῖς φο­ρὲς στὸ σωζόμενο ἔρ­γο του ὁ ἀρ­χαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας συν­δέ­ει τὰ κα­τη­γο­ρή­μα­τα τοῦ ὕ­ψους μὲ τὴν θε­ό­τη­τα: ἄλ­λο­τε ὀ­νο­μά­ζον­τάς τα θε­ό­πεμ­πτα δω­ρή­μα­τα, ποὺ δὲν εἶ­ναι θε­μι­τὸ νὰ τὰ ὀ­νο­μά­σου­με ἀν­θρώ­πι­να (κεφ. 34.4)· ἄλ­λο­τε ἀ­πο­φαι­νό­με­νος ὅ­τι ἐκ φύ­σε­ως οἱ ψυ­χές μας ἐμ­φο­ροῦν­ται πάν­το­τε ἀ­πὸ ἄ­μα­χον ἔ­ρω­τα γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε με­γά­λο καὶ θε­ϊ­κό­τε­ρο μᾶς ξε­περ­νᾶ (κεφ. 35.2)· ἄλ­λο­τε —καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως αὐ­τό— δη­λώ­νον­τας ὅ­τι οἱ με­γα­λο­φυ­εῖς δη­μι­ουρ­γοί, τοῦ ἀ­να­μαρ­τή­του πο­λὺ ἀ­φε­στῶ­τες <ἡ ὑ­πο­γράμ­μι­ση δι­κή μου>, ὑ­πε­ρέ­χουν, ὡ­στό­σο, κα­τὰ πο­λὺ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, καί, ἐ­νῶ τὰ σφάλ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖα κά­νουν τοὺς δεί­χνουν ἀν­θρώ­πι­νους, τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ ὕ­ψους ποὺ δι­α­θέ­τουν τοὺς φέρ­νει κον­τὰ στὴν με­γα­λο­φρο­σύ­νη τοῦ θε­οῦ. (κεφ. 36.1) 
Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ πρώ­του χρι­στι­α­νι­κοῦ αἰ­ώ­να πα­τών­τας καὶ μὲ τὰ δύο του πό­δια στὸν πα­γα­νι­στι­κὸ κό­σμο καὶ βα­θειὰ ρι­ζω­μέ­νος στὴν κα­λύ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή του πα­ρά­δο­ση, ὁ λαμ­πρὸς σὲ κρι­τι­κὴ φι­λο­λο­γι­κὴ σκέ­ψη καὶ πο­λι­τι­κὴ σο­φί­α δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Πε­ρὶ ὕ­ψους δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ θε­ο­λο­γεῖ. Μο­λον­τοῦ­το, τὸ αὐ­το­νό­η­το καὶ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο κύ­ρος τῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς του ἀ­γω­γῆς καὶ πα­ρά­δο­σης, καὶ ἡ πι­θα­νό­τα­τη ἀ­που­σί­α σχε­τι­κῆς προ­σω­πι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας καὶ δι­αί­σθη­σης γιὰ τὰ νέ­α τε­κται­νό­με­να τοῦ και­ροῦ του, δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ἀν­τι­λη­φεῖ μιὰ νέ­α δι­ά­στα­ση τοῦ ὑ­ψη­λοῦ ποὺ μό­λις γεν­νι­ό­ταν γύ­ρω του: αὐ­τὴν πού, ὅ­πως στὸν συγ­κλο­νι­στι­κὸ πί­να­κα τῆς Σταύρωσης τοῦ Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λί, ἀν­τι­κρί­ζει, στραμ­μέ­νη πρὸς τὰ κά­τω μὲ συν­τρι­βή, τὴν τρα­γω­δί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τῆς ἀ­γω­νί­ας τοῦ Σταυ­ροῦ.
ΠΕΡ' ΑΠ' ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Χτυποῦσα τὰ χέρια μου στὰ γαλάζια κρύσταλλα τ' οὐρανοῦ
σὲ κατάμαυρο μέλλον ἐξοντωμένος.
Ἤτανε Σάββατο κι ὁ φτωχὸς Ἰησοῦς
ὁ ξιπόλητος ἐρωμένος τῆς ἀγωνίας
ὁ ξέχειλος ἀπ' τὴ σκιὰ τῶν λαῶν ἐπιστάτης
περίμενε τὰ χαρωπὰ γραΐδια στὸ μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμὸ σὰ νὰ ποτίζει περιβόλια
ὁ τρεμουλιάρης ἱερέας κι ὁ καθαρὸς
ἀέρας ὁ ὑπνοφόρος.
Εὐρώπη, Εὐρώπη δὲν εἶσαι τίποτ' ἄλλο,
εἶσαι μονάχα ἡ συνέχεια τοῦ Βαραββᾶ!

Προδημοσίευση απὸ τὸ βιβλίο τοὺ Γιάννη Πατίλη, Χε­ρου­βεὶμ Ἀ­ρου­ραῖ­ος. Ἀ­γω­νί­α, Πένθος καὶ Λύ­τρω­ση στὴν ποί­η­ση τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου, ποὺ θὰ κυκλοφορήσει ἀπό τὶς κδόσεις Γαβριηλίδη

Ὁ Γιάννης Πατίλης εἶναι ποιητής

[1] Τὸ εἶδος τῆς μοναδικότητας αὐτοῦ τοῦ ἀρχαίου συγγραφέα, τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει σὲ μᾶς, ὑπερβαίνοντας τὴν κειμενοκεντρικὴ ἑρμηνευτικὴ παράδοση, νὰ συνδέουμε τὸ συγκεκριμένο ποιητικὸ ἔργο ποὺ ἐξετάζουμε μὲ τὸν βιωματικὸ ψυχοπνευματικὸ κόσμο τοῦ δημιουργοῦ του, ὑποστηρίζει καὶ ἡ παρακάτω παρατήρηση τοῦ Παναγῆ Λεκατσᾶ: «Βλέπει ἔπειτα <ὁ Λογγῖνος> τὸ δημιούργημα σὰν κάτι ποὺ ἔχει ἄμεση συνάρτηση μὲ τὴν ἠθικὴ βίωση, ὄχι σὰν αὐτοτελὲς καλλιτέχνημα, καὶ μὲ τὴν μελέτη τοῦ πάθους ποὺ πρῶτος τὴν ἐπιχειρεῖ, ὑποσημειώνει πρῶτος στὴν παράδοση τῆς Ἑλληνικῆς τεχνογραφίας τὴ σχέση τοῦ δημιουργήματος μὲ τὶς ψυχοπνευματικὲς δυνάμεις, ποὺ ἡ ὑπεροχή τους καὶ ἡ εἰλικρίνειά τους ἐμψυχώνει τὰ τεχνικὰ μέσα.» («Εἰσαγωγή» στὸ Ἀνώνυμος, περὶ ὕψους, ἐκδ. «Δαίδαλος»-. Ζαχαρόπουλος, χ.χ., σελ. 4).   

Δεν υπάρχουν σχόλια: