24/1/15

Ελεγεία θανάτου

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Νίκος Παπαδόπουλος, Άτιτλο, μολύβι και χρωματιστά μολύβια σε χαρτί, 40x40εκ., 2010

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΣ, Η λάσπη, εκδόσεις Μελάνι σελ. 208

Ο βορειοηπειρώτης Χρήστος Αρμάντο Γκέζος εμφανίστηκε στα Γράμματα πριν από δύο χρόνια με την ποιητική συλλογή Ανεκπλήρωτοι φόβοι. Με ποιήματα ενδεικτικά της αγωνιώδους προσπάθειας ενός νέου ανθρώπου να εγκλιματιστεί, πρώτα οντολογικά και ύστερα κοινωνικά, στο άφιλο περιβάλλον μιας πόλης απρόσωπης και ανίκανης να δεχτεί και να αφομοιώσει κάθε μορφής διαφορετικότητα. Στην προσπάθειά του αυτή, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, ή αντιφατικό, τον στέργει η ιδέα του θανάτου, αφενός προσφέροντάς του τρόπους διαφυγής από μνήμες σκληρές, ενίοτε τραυματικές και αφετέρου ξανοίγοντας μπροστά του εναλλακτικές λύσεις φυγής.
Ο θάνατος αποτελεί το επίκεντρο και στο παρόν μυθιστόρημα. Ως άμεση προοπτική κανοναρχεί το παρόν του ήρωα-αφηγητή και του προσφέρει το νήμα για την εκ του ασφαλούς πραγματοποίηση επώδυνων αναδρομών σε καταστάσεις και σε συμβάντα των παιδικών του χρόνων, σε ένα χωριό της βορείου Ηπείρου· σε καταστάσεις και σε συμβάντα με πρωταγωνιστές πρόσωπα του στενού οικογενειακού (πατέρα, μητέρα, αδελφή, παππούδες και γιαγιάδες κ.ά) και εξίσου στενού κοινωνικού του περιβάλλοντος, που χαράχτηκαν στη μνήμη του και συνέβαλλαν στη διαμόρφωση του ιδιαίτερα ευάλωτου ψυχισμού του.

Και λέω ο θάνατος ως άμεση προοπτική, γιατί όλα στο εν λόγω μυθιστόρημα συμβαίνουν και εξελίσσονται υπό το βάρος και με την προοπτική μιας προαποφασισμένης και λεπτομερώς προγραμματισμένης, θα έλεγα και σκηνοθετημένης αυτοχειρίας του εικοσιοχτάχρονου αφηγητή, την ημέρα των γενεθλίων του, μπροστά στη χαροκαμένη μάνα του και τη μικροαστικοποιημένη αδερφή του, προκειμένου να απελευθερωθεί από τα δεσμά της ισοβιότητας που αισθάνεται να περικλείουν ασφυκτικά τη ζωή του στο «μπετόν ενός παρόντος που δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει και να τον συγκινεί».
Δύο μέρες πριν από την πραγματοποίηση του σχεδίου του, τον παρακολουθούμε να κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας, βομβαρδιζόμενος ανελέητα από ήχους, εικόνες λόγια, χειρονομίες και όλα όσα συνθέτουν τη σφύζουσα από ζωή, πλην όμως γι’ αυτόν αδιάφορη και ξένη, περιρρέουσα πραγματικότητα, την οποία διαπερνούν ακατάπαυστα ήχοι, σκηνές, αγωνίες και φόβοι μιας άλλης ζωής, παρελθούσας κι ωστόσο παρούσας και, θα πρόσθετα, διεκδικητικής. Τον παρακολουθούμε να περιφέρεται σε γνωστά και σε άγνωστα στέκια της Αθήνας με ένα περίστροφο στην τσέπη, ατέρμονα μονολογώντας, ολοένα κλείνοντας και ανοίγοντας λογαριασμούς, ατομικούς και συλλογικούς, αλλάζοντας ρόλους, με απώτερο στόχο, λίγο πριν θέσει τέρμα στη ζωή του,  να ανασυνθέσει το διασπασμένο πρόσωπό του, να ενώσει τις ηλικίες που δεν πρόλαβε, λόγω των συνθηκών να βιώσει, σε μιαν ηλικία ενιαία, αυτήν του παρόντος του.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανασύνθεση του προσώπου του και τη συρραφή των ηλικιών του σε μία, καθώς και για τον εντοπισμό, τη συνειδητοποίηση, ίσως και την κατανόηση, των βαθύτερων αιτίων του αβάσταχτου παρόντος του, είναι η επώδυνη αναδρομή στα περασμένα, η επιστροφή του εκεί απ’ όπου ξεκίνησε· κι αυτό κάνει, ενεργοποιώντας τη μνήμη του στο έπακρο, διανύοντας ανάστροφα αποστάσεις στερήσεων και, κυρίως, ματαιώσεων και διαψεύσεων. Ξαναζώντας τις στιγμές του οικογενειακού και ομαδικού (μαζί με χιλιάδες άλλες οικογένειες) ξεριζώματος από τα πατρώα εδάφη, τα πρώτα χρόνια του ’90, ανάμεσα σε πολλούς πρώην κατάδικους για βαριά εγκλήματα, με ξεχαρβαλωμένα αυτοκίνητα που τους ταξίδευαν με ξεφουσκωμένα λάστιχα, τις ατέλειωτες πεζοπορίες σε πλαγιές και σε χαράδρες, με το όραμα μιας καλύτερης ζωής στην Ελλάδα, που την είχαν για παράδεισο και συχνά στη σκέψη της δάκρυζαν.
Φτάνοντας έτσι στις απαρχές της μνήμης του, στα πέντε με έξι του χρόνια, όπως αυτές σηματοδοτούνται από μικρές φωτογραφίες και τον δείχνουν στην «εκδοχή του που νιώθει περισσότερο οικεία»· τόσο που θα επιθυμούσε μια απ’ αυτές να μπει στη μελλοντική του ταυτότητα -αν βέβαια είχε μέλλον, όπως λέει ο ίδιος. Με προεξάρχουσα τη φωτογραφία που βγάζει όλη η οικογένειά του λίγο επιχειρήσει το απονενοημένο της διάβημα: το ταξίδι στην Ελλάδα. Που είναι όλοι τους «λες και πόζαραν πριν οδηγηθούν στην εκτέλεση μιας ομαδικής θανατικής καταδίκης»· με ανάμεσά τους τον ίδιο ντυμένο σαν πρόωρα νεκρό, με ύφος που δείχνει ότι βιώνει ενορατικά τον πόνο που τώρα τον ταλανίζει.
Αδιάφορος για το μέλλον, δέσμιος ενός συγκεχυμένου, ίσως και δια της νοσταλγίας ωραιοποιημένου, παρελθόντος, ανήμπορος να βάλει σε μια τάξη, να τιθασεύσει τις μνήμες του, χωρίς φίλους, χωρίς συνδέσμους, σαν ένα δημιούργημα αποσπασμένο, εγκαταλελειμμένο από τον δημιουργό του, αποστασιοποιημένος από όλα όσα τον καθόρισαν, δια της βίας ζώντας, «με το ζόρι και με τα γόνατα», όπως λέει ο ίδιος, ανικανοποίητος από όλα, δύσπιστος και απορριπτικός προς όλα, δεν βρίσκει εντιμότερο, αξιοπρεπέστερο τρόπο αντίδρασης από αυτόν της αυτοχειρίας· δεν βρίσκει τι πιο σημαντικό μπορεί να κάνει με τη ζωή του από το να την τερματίσει.
Δεν επιρρίπτει ευθύνες σε κανέναν· κανέναν δεν θέλει να εκδικηθεί, παρά μόνο τη ζωή, βάζοντας τέλος στη δική του, διεκδικώντας και θέλοντας να αποδείξει, αν μη τι άλλο, την αυτεξουσιότητά του –και μάλιστα με τρόπο εντυπωσιακό, θα τολμούσα να χαρακτηρίσω θεατρικό και μάλλον αταίριαστο με τον χαρακτήρα του, τουλάχιστον όπως αυτός έχει διαγραφεί στα καθέκαστα της αφήγησης: ζυμωμένος, χαραγμένος με τον πόνο, τον δικό του και των άλλων και ιδιαιτέρως εσωστρεφής.
Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι η Λάσπη, το πρώτο πεζό κείμενο του Γκέτζου, αποτελεί ένα κλειστό, κλειστοφοβικό κι ωστόσο συναρπαστικό και άνετα προσβάσιμο αφήγημα, προφανώς εξαιτίας των συχνών -και αφηγηματικά δικαιωμένων- ρωγμών στη ροή της «ιστορίας», από τις οποίες παρεισφρέουν σκηνές της πρόσφατης και της τρέχουσας, καθημερινά βιωνόμενης, κοινωνικοϊστορικής  πραγματικότητας. Μιας «ιστορίας» που δομείται από έναν σταθερό μονόλογο, διακοπτόμενο από πραγματικούς ή υποθετικούς διαλόγους, αλλά και από συχνές καταβυθίσεις του μονολογούντος στα έγκατα μιας μνήμης σωματοποιημένης· από ακατάπαυστες αναδρομές σε κοντινούς και σε μακρινούς τόπους και χρόνους, σε συμβάντα και σε καταστάσεις, άμεσα ή έμμεσα σχετιζόμενων με τον βίο ανθρώπων του  στενού οικογενειακού ή κοινωνικού  του περιβάλλοντος, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούν, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, αιτίες της διαμόρφωσης του ευάλωτου ψυχισμού του. Οι παρεμβαλλόμενες, με πλάγια γράμματα, ενδόμυχες σκέψεις και τα συνακόλουθα συναισθήματα του ήρωα, εξάλλου, εκτός του ότι  αποτελούν, εκ πρώτης όψεως, το υπέδαφος, τον συνεκτικό ιστό, των όσων συμβαίνουν στην αφηγηματική επιφάνεια, προσδίδουν στον λόγο του μιαν επιπλέον δραματικότητα, που αποβαίνει προς όφελος ενός, ούτως ή άλλως, πολύ ενδιαφέροντος εγχειρήματος.

Ο Κώστας Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας 

Δεν υπάρχουν σχόλια: