7/9/13

Φεμινιστική γραφή

ή οπτική γωνία της γυναίκας που γράφει;

ΤΟΘΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ, Κλειστή πόρτα, διηγήματα, σελ. 167

Γιώργος Σικελιώτης
Ο Ευαγγελισµός
1970, Λινόλεουµ σε ιαπωνικό χαρτί, 
πλάκα 103,8 x 66,5 εκ., φύλλο 104,9 x 69 εκ.
∆ωρεά του καλλιτέχνη
Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου
Σε μια εποχή όπως η δική μας, που διακρίνεται από βαθιές και συνεχείς εναλλαγές που συνοδεύουν την καθημερινότητα όμοιες με τις ταλαντεύσεις ενός σεισμογράφου, ιστορία και γλώσσα φαίνεται να συγκρούονται μεταξύ τους και να αποκλίνουν σαν να παρασύρονται από θαλάσσια ρεύματα. Με μια κίνηση γρήγορη και απρόβλεπτη η ιστορία αναστατώνει τις παλιές επικοινωνιακές συμβατικότητες σέρνοντάς τες στους στροβίλους της. Και η γλώσσα μεταμορφώνεται: προσχωρώντας ανοικτά στις επιταχυνόμενες απαιτήσεις του καινούριου, διατηρώντας με τρόπο απόκρυφο, λεκτικά ερείπια, υπολείμματα και απολιθώματα, για να ανάψει το φιτίλι των πιο ριζοσπαστικών νεωτερισμών.
Οι πεζογράφοι, με μόνο εφόδιο το λόγο, διχασμένοι ανάμεσα στην επιλογή του γεγονότος που πρέπει να περιγράψουν και τις εναλλακτικές λύσεις της φραστικής απόδοσης, σπρώχνονται σε έναν εκφραστικό εξτρεμισμό για να σώσουν τη γλώσσα όχι τόσο από τη μόλυνση από άλλα media, όσο από τη φθορά και την ανικανότητα: να τη σώσουν ως μοναδικό εργαλείο έρευνας και επινόησης άλλων κόσμων.

Εδώ, θα μιλήσουμε για την Ευγενία Μπογιάνου και τη συλλογή διηγημάτων της «Κλειστή πόρτα». Η Μπογιάνου εκτός από συγγραφέας είναι και φίλη. Η φιλία όμως δεν εμποδίζει την κριτική απόσταση: μπορεί καμιά φορά να την περιπλέξει, να την καθυστερήσει, να την μετατοπίσει, να την προσβάλει, αλλά, όταν πρόκειται για ένα έργο που έχει την αγάπη μας και την εκτίμησή μας, όπως σ’ αυτή την  περίπτωση, η κριτική διαύγεια που απαιτεί η φιλία θα είναι μια προτροπή να διαβάσουμε καλύτερα, να δούμε πιο καθαρά το έργο της σε όλες τις διαστάσεις του. Εξάλλου και για τους συγγραφείς του παρελθόντος που αγαπάμε, μας φαίνεται ότι θα μπορούσαν να ήταν φίλοι μας, και κατά κάποιο τρόπο είναι. Και είναι βέβαιο, σ’ αυτή την περίπτωση, ότι η φιλιά που νιώθω για την Ευγενία Μπογιάνου προηγήθηκε εκείνης που νιώθω για το έργο της. 
Οι ιστορίες της, κατασκευασμένες με εκπληκτική διαύγεια που οφείλεται στην ίδια την ποιότητα της γραφής και στην αυστηρή ενορχήστρωση των αφηγηματικών δομών, παρουσιάζονται ως τέλειοι μηχανισμοί ικανοί να εντυπωσιάσουν, από την πρώτη στιγμή, για την επιφανειακή γραμμικότητά τους. Προϊόντα ενός μελετημένου μοντάζ χωρίς ρήγματα, αλλά πολυσύνθετης πραγματοποίησης, δεν είναι ποτέ «παιγμένες» σε ένα και μοναδικό επίπεδο, ούτε μπορούν ή θέλουν να καταλήξουν σε ένα καθαρά αφηγηματικό μήνυμα. Είναι σε θέση να γοητεύσουν για την εξέλιξή τους, μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, σύμφωνα με την πλοκή τους, για την ενεργό παρουσία μιας σειράς από γεγονότα που είναι ηθικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, πολιτισμικά και που επιτρέπουν ακριβώς την απλοποίηση με μια ιστορία, για να προσφέρουν την ερμηνεία  των ιστοριών.
Διαβάζοντας λοιπόν τα κείμενα της Μπογιάνου έχουμε την εντύπωση ότι ο λόγος της, ανοίγοντας ένα πέρασμα μέσα από τους μαιάνδρους μιας σύνθεσης εκλεπτυσμένης και σύνθετης, είναι ένας λόγος της αίσθησης. Είναι επίσης ένας λόγος αυστηρά προσανατολισμένος στα να επισημάνει την καταγωγή, πάντα παρούσα (το αίμα που τρέχει στις φλέβες φτάνει σ’ εμάς από ολόκληρη την προηγούμενη ανθρωπότητα) και ταυτόχρονα πάντα λεηλατημένη. Οι ίδιες οι ιστορίες της Μπογιάνου, η ίδια η ζωή, είναι παράδοση, γιατί μεταβιβάζεται και κληρονομείται, πέρα από τον εφήμερο χαρακτήρα της ατομικότητας. Η γραφή της είναι γραφή αίματος, των σχέσεων αίματος, όχι βέβαια με την έννοια της ράτσας ή της βιολογικής κληρονομιάς, αλλά με την έννοια μιας αλληλεγγύης των ζωντανών και των νεκρών, μιας καταχώρησης του θανάτου στη ζωή μέσα από αυτή τη στοιχειώδη, φυσιολογική αντίληψη, της ευθραυστότητάς της, αλλά και της παντοδυναμίας της.  Ο λόγος της Μπογιάνου έχει την ικανότητα να λέει πώς, διαφεύγοντας το όραμα, τα πράγματα αναδιπλώνονται στον εαυτό τους και αποφεύγουν το βλέμμα, επιστρέφοντας στην αυτονομία τους, στο μυστικό τους που πάντα λεηλατείται, που πάντα χάνεται. 
Η θέληση, και ταυτόχρονα η δυσκολία καμιά φορά αφηγηματικής επεξεργασίας της πραγματικότητας, και μεταφοράς σε διήγηση φαινομένων συλλογικού κοινωνικού ενδιαφέροντος, είναι εμφανής στις επιλογές της Μπογιάνου, που αφιερώνει τα κείμενά της εναλλακτικά στην fiction και στην non fiction, δηλαδή εμπλέκει με διαφορετικούς τρόπους την ίδια την αφήγηση, με αποτελέσματα πότε απόλυτα πειστικά, πότε ερωτηματικά, αλλά πάντα με μια χαρακτηριστική ένταση.
Τα διηγήματα της Μπογιάνου, ένα είδος κινέζικων κουτιών, φαινομενικά ασύνδετα, αλλά με μια απόλυτη συνοχή και αλληλουχία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως ένα ενιαίο μυθιστόρημα,  είναι δυνατόν να ηχήσουν διδακτικά και πράγματι το λογοτεχνικό τους μοντέλο είναι η πρόζα της εκπαίδευσης και της διδασκαλίας.  Και είναι ακριβώς αυτή η γυναικεία υπομονή, που εξηγεί χωρίς αλαζονεία και ψεύτικη μετριοφροσύνη, που τους δίνει αξία. Όπως γνώριζαν οι αρχαίοι κλασικοί και οι άγγλοι ρομαντικοί, η λογοτεχνία μπορεί να χρησιμεύσει για να μεταδώσει σημαντικές πληροφορίες (ή για να διδάξει, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε ένα ρήμα κάπως σε αχρησία τα τελευταία χρόνια).
Ζούμε χρόνια όχι μόνο αρνητικά και με μια τάση επιστροφής στο παρελθόν, αλλά και γεμάτα εμπνεύσεις και προσδοκίες με μια διαρκή παραγωγή εικόνων και συναισθημάτων. Αυτή η παραγωγή είναι μια συνεχής δημιουργία μιας νέας γλώσσας, μιας νέας μη επιβεβλημένης λογικής, μιας μη υποχρεωτικής γνώσης και το να κάνεις λογοτεχνία είναι ζωντανό και όχι δευτερεύον μέρος μιας κοινωνικής διαδικασίας. Η ανάγκη δημιουργικότητας της Μπογιάνου δεν είναι ένας αφελής ορισμός μιας πνευματικής κατάστασης αλλά αποδεικνύεται, λόγο με το λόγο, σε θέση να ανατρέψει κάθε παραδοσιακή ιδέα ύπαρξης που εμπνέεται από την «κλασική λογική», όχι για να ανασυνταχθεί στο παράλογο, άλλο τόσο κλασικό και άχρηστο, αλλά για να προσπαθήσει να μιλήσει μια νέα γλώσσα.
Σ’ εκείνες τις ακαλλιέργητες -από μια λογική σε κρίση- περιοχές, όπου «μόνον η τρέλα μεγαλώνει», όπως έλεγε ο Μπένζιαμιν, η Μπογιάνου εισβάλλει με νέα εργαλεία κι ανάμεσα σ’ αυτά τα πιο χρήσιμα, τα λιγότερο ασαφή, είναι εκείνα της ποιητικής της.   


Ο Φοίβος Γκικόπουλος διδάσκει Ιταλική φιλολογία στο ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: