6/7/13

Απελπισία και φόβος

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Ο πιο ισχυρός αντίπαλος της αριστεράς δεν είναι ούτε τα μέσα μαζικής εξαπάτησης ούτε οι κάθε λογής μνημονιακές μονταζιέρες, αλλά η διάχυτη απελπισία.
Διότι τα πρώτα δεν έχουν να πουν ή να αποκρύψουν  τίποτα περισσότερο από όσα  ήταν από καιρό γνωστά  (ή, μάλλον,  που  θα έπρεπε να είναι γνωστά): «Στην πραγματική ιστορία, τον πρώτο ρόλο τον παίζουν η κατάκτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας, με δυο λόγια η βία. Στην ήπια όμως πολιτική οικονομία, επικρατεί ανέκαθεν το ειδύλλιο. Το δίκαιο και η ‘εργασία’ ήταν ανέκαθεν τα μοναδικά μέσα πλουτισμού, εξαιρώντας φυσικά κάθε φορά τον ‘φετινό χρόνο’» (Καρλ Μαρξ)[1]. Αυτή η φράση, που αξίζει όσο τα άπαντα όλων των καναδών δημοσιογράφων, επαληθεύεται διαρκώς μπροστά στα μάτια μας.
Στη «Μεγάλη Χωματερή» (Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος)[2], ο κόσμος της εργασίας χάνει τη μια μάχη μετά την άλλη, τις κατακτήσεις δεκαετιών, όσα ψιχία δικαιωμάτων κατόρθωσαν να αποσπάσουν γενιές ολόκληρες. Και κάπως έτσι, διαβάζουμε στις εφημερίδες για την «νέα ανακάλυψη»: με ποιον τρόπο οι άνεργοι θα γίνουν αόρατοι από τις στατιστικές, αφού πρώτα απώλεσαν την ανθρώπινη υπόστασή τους και εξωθήθηκαν στην κοινωνική αφάνεια. Σε έναν τόπο όπου η τετράωρη εργασία μιας «εμφανίσιμης νέας» κυμαίνεται γύρω στα 220 ευρώ τον μήνα, πρόκειται να θεσμοθετηθεί η λεγόμενη «μικροεργασία» (mini job), στην οποία απασχολούνται σήμερα 7,8 εκατομμύρια γερμανοί, και η «εργασία του 1 ευρώ την ώρα» (1 euro job).   

Η «νέα ανακάλυψη» έχει πολλά «θετικά», διαβάζουμε. Καταρχάς, πέφτουν διαρκώς τα ποσοστά ανεργίας, αφού πλέον ακόμα και όσοι εργάζονται για 1 ευρώ την ώρα δεν θεωρούνται άνεργοι. Έπειτα, τα κρατικά κονδύλια δεν δίνονται πια στους ανέργους, μέσω του ΟΑΕΔ, αλλά στην «υγιή επιχειρηματικότητα», δημιουργούνται θέσεις εργασίας προσωρινής απασχόλησης (με εργαζομένους που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας), καθιερώνεται μισθός 350 ευρώ τον μήνα χωρίς φορολογία και χωρίς παράλληλα την καθιέρωση ανώτατου ορίου ωρών εργασίας την εβδομάδα, ενώ οι κανονικές δουλειές «σπάνε» σε δουλειές μερικής απασχόλησης, αφού οι εργοδότες, συν τοις άλλοις, πληρώνουν για τα mini-jobs αισθητά λιγότερες εισφορές (ή και καθόλου).
Πέρα από την οικονομική εξαθλίωση υπάρχει και η φυσική υποδούλωση, εφόσον ο εργαζόμενος οφείλει να είναι πάντα στη διάθεση του εργοδότη του, να είναι  διαθέσιμος  και εκτός του «βασικού» ωραρίου, να εργάζεται παραπάνω όποτε τον  χρειάζεται για υπερωρίες, με ωράριο που δεν καθορίζεται καν, αλλά «προκύπτει» από τις ανάγκες της αγοράς. Σαν να ηχούν οι καμπάνες των εργοστασίων μέσα στη νύχτα της βικτωριανής Αγγλίας, τις οποίες νομίζαμε πως είχαμε εξωθήσει για πάντα στη μακρινή Κίνα.
Η εργασία «του ενός ευρώ», πάλι, προσφέρεται ιδίως σε μακροχρόνια ανέργους: πληρώνονται με 1 ευρώ την ώρα για εργασία έως 30 ώρες την εβδομάδα για διάστημα 6 μηνών, οι θέσεις εργασίας υπενοικιάζονται σε εταιρείες-εργολάβους (οι συνήθεις ΜΚΟ) που προωθούν τους εργαζόμενους σε θέσεις εργασίας «κοινωφελούς σημασίας», οι οποίες δεν καλύπτουν «κανονικά» αμειβόμενες θέσεις. Στην Ευρώπη, ο  άνεργος δεν έχει καν το δικαίωμα να αρνηθεί τη θέση «εργασίας», αφού κινδυνεύει να χάσει μέρος του επιδόματος ανεργίας (το οποίο δίνεται ως συμπλήρωμα μισθού) ή άλλα προνομιακά επιδόματα. Αλλά, βέβαια, όταν στη Ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων φτάνει το 70%, δύσκολα φαντάζεται κανείς αρνήσεις.
Κι «εμείς»; Πολύς λόγος γίνεται, τώρα τελευταία, για μια «απουσία», ή για μια έλλειψη: λέγεται πως η αριστερά δεν έχει ένα «αφήγημα» ή μια «αφήγηση» να αντιπαραβάλλει στους τρέχοντες κοινούς τόπους του μνημονιακού στρατοπέδου, και ότι, ακριβώς εξαιτίας αυτού του κενού, η αριστερά δεν πείθει, δεν  συνεγείρει, δεν σαγηνεύει. Αφήνοντας κατά μέρος το λογικό (και πολιτικό) άλμα που προϋποθέτει η συγκεκριμένη απόφανση, το γεγονός δηλαδή ότι αιτείται ένας λόγος δίχως πρώτα να αναζητηθεί το αντικείμενο της απεύθυνσής του, που δεν μπορεί παρά να είναι μια συγκροτημένη ή υπό συγκρότηση κοινωνική, ταξική συμμαχία, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη απόφανση δεν είναι τελείως αβάσιμη. Χρειάζεται, όμως, πρώτα, μια θεμελιακή κίνηση: η αριστερά οφείλει να αποφασίσει, και μάλιστα επειγόντως, να χαράξει τη διαχωριστική γραμμή, όχι ακολουθώντας ασθμαίνουσα τον αντίπαλο, αλλά παράγοντας η ίδια μια διάκριση.
Εν προκειμένω, η αριστερά δεν μπορεί παρά να υποδαυλίζει «τη φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία» (Θωμάς Γκόρπας). Ώστε αυτή από αντίπαλος να γίνει σύμμαχος, κι ο φόβος να αλλάξει στρατόπεδο. Οτιδήποτε λιγότερο είναι σχεδόν τίποτα.


[1] Το Κεφάλαιο, τ. Α', Σύγχρονη Εποχή, χχ,  σ. 739
[2] «’Ρεαλιστές’ και ‘αιθεροβάμονες’», στο Ο Κάντιος και τα Βαλκάνια. Ασκήσεις λογικής, Ύψιλον, Αθήνα 2002, σ. 35. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: