21/7/12

Η διεκδίκηση της επιθυμίας

ΤΗΣ ΤΑΝΙΑΣ ΒΟΣΝΙΑΔΟΥ

Στη γενιά της μητέρας μου, που είναι σήμερα 86 χρόνων, μόλις που είχαν αρχίσει να μιλούν για το φαινόμενο της κλιμακτηρίου, στη δε της γιαγιάς μου νομίζω πως δεν υπήρχε καν λέξη για να το αποδώσει. Στα ελληνικά υπήρχε η γνωστή έκφραση “ήρθαν τα ρούχα της” ή “έχει τα ρούχα της”, για την εμφάνιση της περιόδου, που σηματοδοτεί την είσοδο μιας γυναίκας στη γόνιμη φάση, όπως και η έκφραση “είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση” για να σηματοδοτήσει την εγκυμοσύνη -ένα είδος κωδικών που, πάντως, δεν έπρεπε να λένε τα πράγματα με το όνομά τους- αλλά ως προς την εμμηνόπαυση νομίζω ότι επικρατούσε για αιώνες η πλήρης αποσιώπηση. Η ζωή μιας γυναίκας τέλειωνε, μέχρι και την προηγουμένη γενιά ακόμη, με το τέλος της γόνιμης φάσης της. Από εκεί και πέρα, μπορούσε να απολαμβάνει κάποιο κοινωνικό κύρος ως πεθερά, όπως μας έχουν δείξει και οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, και αυτό για να μπορεί να διαφυλάττει την τιμή του γιου της, ελέγχοντας τη ντροπή της νύφης της.

Στο περιθώριο των παλιών κοινοτήτων, κινουμένη ανάμεσα στο θρύλο και μια πραγματικότητα που κάνεις δεν ήθελε να πολυξέρει, αν και συχνά κατέφευγαν σ’ αυτήν, υπήρχε και η φιγούρα της γριάς (the old crone), που κάλυπτε όλη τη γκάμα από την κάκια μάγισσα μέχρι τη λευκή γιατρέσσα και μαία. Βέβαια οι γυναίκες είχαν πάντα τον τρόπο να αντιμετωπίζουν την προαιώνια υποτίμηση και περιθωριοποίηση τους μέσα από τις άτυπες ομάδες που συγκροτούσαν στο πλαίσιο της οικογένειας, της γειτονίας, του χωριού ή όποιας άλλης κοινότητας ανήκαν, χρησιμοποιώντας τη θαυμαστή γνώση των εσωτερικών χώρων που έλεγχαν, τόσο ως προς τον εαυτό τους (τις συναισθηματικές τους δεξιότητες δηλαδή) όσο και ως προς τους άλλους (την αποκλειστική ευθύνη που τους είχε αποδοθεί ως προς το μεγάλωμα των παιδιών και τη φροντίδα των υπόλοιπων ενηλίκων).
Το 1980, η καθηγήτρια της φιλοσοφίας Σάρα Ρούντικ, σε ένα κλασικό πλέον σήμερα δοκίμιό της, έδωσε σε αυτήν τη γνώση, που μέχρι τότε καλυπτόταν από τον θολό όρο μητρικό ένστικτο, την ονομασία Μητρική Σκέψη (Maternal Thinking). Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτό τον τρόπο (δηλαδή της άτυπης μικρής ομάδας) χρησιμοποίησαν πάλι οι γυναίκες όταν, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, επιχείρησαν -και τα κατάφεραν- να αναστρέψουν αυτή την υποβαθμισμένη κοινωνικά θέση και να αρχίσουν να βγαίνουν στον κόσμο ως ισότιμα κοινωνικά υποκείμενα.
Οι γυναίκες που πρωτοσμίξαμε μαζί με άλλες στο γυναικείο κίνημα κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ήμασταν τότε γύρω στα 30 μας, άλλες ετεροφυλόφιλες και άλλες ομοφυλόφιλες, οι περισσότερες είχαμε σπουδάσει, άλλες είχαμε παντρευτεί και άλλες όχι, άλλες είχαμε κάνει παιδιά και άλλες όχι, κάποιες είχαμε χωρίσει, οι περισσότερες εργαζόμασταν ή κάναμε κάποιο μεταπτυχιακό ή και τα δύο, πάντως όλες ξέραμε ότι χρειαζόμασταν η μία την άλλη για να αρχίσουμε να βγάζουμε κάποιο νόημα από αυτήν την καινούρια θαυμαστή ζωή και ελευθερία, που πρώτη η γενιά μας είχε αρχίσει να απολαμβάνει, μετά από αμέτρητες γενιές εγκλεισμού των γυναικών στο σπίτι.
Αρχίσαμε λοιπόν να συγκροτούμε μικρές ομάδες, στα πρότυπα εκείνων που  έκαναν τότε οι γυναίκες σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Ομάδες που είχαν στόχο να διερευνήσουν τη νέα θέση μας στον κόσμο, για να συνεχίσουμε να την υπερασπιζόμαστε και να την διεκδικούμε, αλλά κυρίως για να μας δώσουν τη δυνατότητα να μιλήσουμε για το πώς αισθανόμασταν και πώς βιώναμε τη θέση αυτή. Τότε ήταν η εποχή που καθιερώθηκε το περίφημο σύνθημα “το προσωπικό είναι πολιτικό”. Εκείνο τον καιρό, διαπνεόμασταν από μεγάλο ενθουσιασμό και μαχητικότητα. Πιστεύαμε ότι είχαμε κατακτήσει την ελευθερία μας και τίποτα πια δεν θα μπορούσε να μας σταματήσει. Είμασταν νέες και νιώθαμε παντοδύναμες. Η εμπειρία ήταν εντελώς καινούργια.
Ο κόσμος των γονιών μας -κυρίως οι μητέρες ενθάρρυναν την έξοδο και την ανεξαρτητοποίησή μας- ήταν ένας άλλος κόσμος, με άλλους νόμους, άλλες αξίες, άλλους ρόλους. Τα λόγια και οι πράξεις τους έρχονταν τις περισσότερες φορές σε έντονες αντιφάσεις στην προσπάθειά τους να μας προετοιμάσουν για μια πιο ελεύθερη ζωή και ταυτόχρονα να μας κρατήσουν στην ασφάλεια του οικείου και του δοκιμασμένου. Νομίζω ότι αυτό υπήρξε και το καθοριστικό γνώρισμα αυτής της γενιάς. Γαλουχηθήκαμε μέσα στις αντιφάσεις και διαμορφωθήκαμε με άξονα την ψυχική αμφιθυμία.
Όπως έγραφα το 2000, “... όλο αυτό φάνηκε σαν μια εκπληκτική ευκαιρία, την οποία προσπάθησα να εκμεταλλευτώ όσο μπορούσα καλύτερα. Ήταν αρκετά αργότερα, και σταδιακά καθώς μεγάλωνα, που ήρθα αντιμέτωπη με ένα υπαρξιακό δίλημμα ως προς τα όρια και το νόημα τού να είμαι ελληνίδα γυναίκα της εποχής μου, κάτι που συχνά με ξεπερνούσε.”
Παρ’ όλα αυτά, και όσο βασανιστική κι αν αποδείχτηκε η αμφιταλάντευση και η σύγκρουση, εσωτερική και εξωτερική, ανάμεσα σε αντιθέσεις και δίπολα που καθόριζαν και εξακολουθούν να ορίζουν την ψυχική ζωή των γυναικών, και όχι μόνο, η διαδικασία αυτή αποδεικνύεται κατά τη γνώμη μου η κατεξοχήν αρμόζουσα σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Όπως είχα τη δυνατότητα να δω διεξοδικά σε μια έρευνα που έκανα τη δεκαετία του ’90, είναι η άσκηση στην αβεβαιότητα και η αντοχή στην αμφιθυμία που καθιστά ικανές τις γυναίκες να απαλάσσονται σταδιακά από μονοσήμαντους επικαθορισμούς, που επικαλούνται τη φύση τους, και να μπορούν να κινούνται μέσα τους, σε μια μεγάλη κλίμακα αντιθετικών συναισθημάτων. Γιατί τούτο ήταν το διακύβευμα για αυτή τη γενιά των γυναικών: η διεκδίκηση της επιθυμίας τους, μιας επιθυμίας να διαθέσουν τον εαυτό τους όπως εκείνες θα επέλεγαν και όχι μόνο όπως προδιαγραφόταν για αυτές μέσα από τους πατριαρχικούς θεσμούς.
Όταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο Φρόυντ επινοούσε την ψυχανάλυση, την αποκάλεσε ομιλούσα θεραπεία, δανειζόμενος την έκφραση αυτή από μια ασθενή του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρακτική και η θεωρία της ψυχανάλυσης βασίστηκαν στην κλινική δουλειά του Φρόυντ, με γυναίκες κυρίως, ένα νέο είδος υποκειμένων που άρχισε να εμφανίζεται τον 19ο αιώνα, όταν στα πιο προηγμένα αστικά κέντρα της Ευρώπης οι γυναίκες πρωτοάρχισαν να αφυπνίζονται και να βιώνουν τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις με τις οποίες τις έφερνε αντιμέτωπες η νέα τους κατάσταση. Τότε άρχισαν καταρχήν να ακινητοποιούνται, από πόνους και παθήσεις που έπλητταν το σώμα τους. Ο Φρόυντ έδειξε ότι η κατάστασή τους αυτή δεν είχε οργανικά αίτια αλλά οφειλόταν σε συγκρούσεις ψυχικές, που δεν μπορούσαν να εκφραστούν μέσα από την ανάμνηση και τον λόγο. Έδειξε επίσης ότι, στο βαθμό που μέσα από τη θεραπεία οι γυναίκες μπορούσαν να θυμηθούν και να μιλήσουν, τα συμπτώματα εξαφανίζονταν. Έτσι οι γυναίκες άρχισαν να μιλούν όλο και περισσότερο στη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, με πολλούς τρόπους και όχι μόνο μέσα στις μικρές άτυπες ομάδες τους. Βγήκαν στον δήμο και στην πόλη, στα πανεπιστήμια και στα εργαστήρια και κυρίως άρχισαν να παρεμβαίνουν στον αντρικό λόγο, να τον αμφισβητούν, να τον κριτικάρουν, να αναδεικνύουν τις προκαταλήψεις του και τελικά να τον επαναπροσδιορίζουν με έναν τρόπο ριζοσπαστικό.
Αν, όπως λέει ο ιστορικός Τόμας Λάκερ, η γυναίκα ήταν πάντα στην ιστορία η άδεια κατηγορία, αυτή δηλαδή της οποίας η υποκειμενικότητα επανακαθοριζόταν μέσα στις εποχές και κυρίως, προκειμένου να αναδειχθεί και να επιβεβαιωθεί η προτεραιότητα του αρσενικού υποκειμένου, στις μέρες μας, και με τη δική της συμμετοχή, όντως επαναπροσδιορίζεται η υποκειμενικότητα, αλλά αυτή τη φορά με τη θηλυκότητα να προβάλλει ως το κατεξοχήν πρότυπο μιας πάντα ανοιχτής υποκειμενικότητας-σε-διαδικασία. Η “αινιγματική και επικίνδυνη φύση” της, στο βαθμό που ταυτίστηκε ως φύση, ξέρουμε τώρα ότι αντιπροσωπεύει αυτό που οι άνθρωποι προαιώνια φοβόμασταν και προβάλλαμε επάνω της, πείτε το: Σκότος, αισθησιασμό, παθητικότητα, θάνατο ή ακόμη ακόμη κι αυτό το ίδιο το ασυνείδητο, αυτό το “εκείνο” (id), δηλαδή, με το οποίο όλες και όλοι μας πια καλούμαστε να έρθουμε αντιμέτωπες και αντιμέτωποι.

H Τάνια Βοσνιάδου είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια   

Δεν υπάρχουν σχόλια: