16/6/12

Η τέχνη της πολύ μικρής αφήγησης

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

ΤΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το μαγαζί με τα μπαχαρικά και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 112

Η Τίτσα Διαμαντοπούλου είναι κύπρια στην καταγωγή αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στην Ελλάδα. Φιλόλογος, έγραψε ποίηση και πεζογραφία, αλλά νομίζω ότι αυτό που ξεχωρίζει στην συγγραφική της ταυτότητα σχετίζεται και με τα δυο, καθώς τα πολύ σύντομα πεζά της -μικρά διηγήματα στην κυριολεξία- συνδυάζουν τον ρεαλισμό της εξ αντικειμένου περιγραφής και με τον ενδιάθετο, συνειρμικό λόγο της ποίησης. Σπάνια ξεπερνούν τις 5-6 σελίδες, αλλά το κυριότερο δεν βρίσκεται στην έκτασή τους, όσο στο ότι είναι εξαιρετικά πυκνά: σύντομες φράσεις που συνήθως αναλογούν σε μεμονωμένες εικόνες, οι οποίες κι αυτές όμως δεν είναι στρογγυλεμένες. Πολύ συχνά δεν είναι καν πλήρεις νοήματος, σαν να κρέμονται μετέωρες ή σαν να είναι αποσπασμένες από τη ροή μιας αφήγησης που γίνεται ερήμην μας, στη φαντασία της συγγραφέως, χωρίς να μας δίνεται συνολικά. Ένα μικρό πράδειγμα από τις πρώτες πρώτες αράδες του διηγήματος «Κατεχόμενα»: «Ήταν δύσκολη η απόφαση της επιστροφής. Όμως ο δρόμος ίσιος, ευθύς, διέσχιζε τα χωράφια, σπαραγμένα από την αργία τόσων χρόνων. Ο τόπος, καταιγισμός πικρών ενθημημάτων. Ένας κόμπος μου έκοβε την ανάσα. Ήταν ο ίδιος αέρας μοιρασμένος στα δύο. Δικός τους και δικός μας».

Στην αρχή ο αναγνώστης έχει την εντύπωση της περιδιάβασης σε μια άγνωστη χώρα, έτσι όπως χωρίς εισαγωγικά η Διαμαντοπούλου τον αναγκάζει να ακολουθεί το βλέμμα της. Στη συνέχεια, όταν εμφανίζονται τα τοπονύμια και οι άλλες γεωγραφικές αναφορές, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για την επιστροφή μιας οικογένειας ελληνοκύπριων στα περίχωρα της κατεχόμενης Κερύνειας, όταν πριν από μερικά χρόνια έπαψε να ισχύει η απαγόρευση της εισόδου ελληνοκυπρίων, προσφύγων ή άλλων, στο τμήμα της τουρκοκρατούμενης βόρειας Κύπρου.
Εκτός από τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας μάς εισάγει, με δυο τρεις φράσεις, στο τοπίο και στον χώρο, σημασία έχει και ο τρόπος που μας ξεσκεπάζει τη συναισθηματική  διάθεση της περσόνας της. Περιφέρεται σ’ ένα τοπίο γνωστό αλλά και ξένο, σ’ ένα πεδίο που αυτοματικά προκαλεί εύφορες αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια της αλλά τώρα είναι μια δυστοπία. «Το μεσημέρι», λέει σε κάποιο σημείο, «είναι ένα κίβδηλο νόμισμα». Μια φράση μοναχική και αινιγματική που παίζει ανάμεσα στο γνήσιο και στο κίβδηλο, χαρακτηρίζοντας ψεύτικο αυτό που σε άλλες πρώιμες εποχές, δημιουργούσε μια ιαματική αίσθηση του χρόνου.  Ο τρόπος που μπαίνει σαν απότομη σφήνα η αμφίσημη ετούτη φράση, «Το μεσημέρι είναι ένα κίβδηλο νόμισμα», όπως και άλλες επόμενες: «Ξεθωριασμένα από χρώματα και μνήμη τα σπίτια» ή «Σαν τυφλοί που αποζητούν το φως, κάνουμε την αναγνώριση των σπιτιών και των οικείων στιγμών», μας δείχνει την προτίμηση της συγγραφέως να μπαίνει απευθείας, in medias res, χωρίς εισαγωγικά και άλλα προειδοποιητικά τερτίπια στο προκείμενο. Οι φράσεις αυτές είναι αυτοματικοί συνειρμοί που προδίδουν μια συναισθηματική ένταση, μια εσωτερική κατάσταση η οποία εκφράζεται ως λόγος με τον ίδιο απότομο τρόπο της ηφαιστειακής λάβας που ξεπετάγεται από τα έγκατα της γης. Το πυκνό κείμενο αποδίδει ένα ρευστό βίωμα που καταγράφεται όπως  μια κινηματογραφική ταινία με διακεκομμένη ροή. Η μέσα θλίψη χρωματίζει το περιβάλλον και η ερήμωση του περιβάλλοντος έρχεται και ανακυκλώνει  τη μέσα θλίψη.
Αυτό το φευγαλέο και άρρυθμο που ξεχωρίζει σε όλα τα πεζά της Διαμαντοπούλου, τόσο στο Μαγαζί με τα μπαχαρικά όσο και σε άλλα βιβλία της, λόγου χάριν στο προηγούμενο Λερωμένο φουστάνι (2008) είναι μόνιμα στοιχεία ύφους και σύνταξης του λόγου της. Και εμφανίζονται σε κάθε ιστορία της, ανεξάρτητα από το αν σε κάποιες η φαντασία λειτουργεί ελεύθερα, χωρίς φραγμούς, καταργώντας τις συμβάσεις του χρόνου, ή αν σε άλλες που μοιάζουν εκ πρώτης όψεως αληθοφανείς και ρεαλιστικές αποδεικνύεται ότι και σ’ αυτές συνυφαίνονται θέματα που θεωρούνται από τη λογική μας εκ διαμέτρου αντίθετα, όπως η ζωή και ο θάνατος. Στο πρώτο πρώτο ήδη πεζό, «Στο μπαρ», σε μια ατμόσφαιρα ζοφερή, σκοτεινή, μισο-ονειρική μισο-ρεαλιστική, όπου η αντίληψη του αφηγητή είναι συγκεχυμένη, καθώς μπερδεύει πράγματα που έζησε και πράγματα που ζει, στο τέλος εμφανίζεται ο θάνατος με τη μορφή ενός θαμώνα του μπαρ και τον τραβάει μαζί του από το χέρι λέγοντας «Ήρθε η ώρα!». Στο κατά σειρά επόμενο, «Αυτός και ο θάνατος», είναι ακόμα πιο έντονη και καθαρή η φασματική ταυτότητα του αφηγητή. Ο Τάκης ξυπνάει, πληροφορείται το θάνατό του, επαναλαμβάνει τις καθημερινές κινήσεις που έκανε ως ζωντανός, ετοιμάζεται μάλιστα να παραβρεθεί στην κηδεία του, αλλά όσο προχωρά η μέρα συνειδητοποιεί ότι έχει περάσει ήδη αλλού, ότι είναι αθέατος από τους άλλους, ότι τα ρούχα που φοράει έχουν αρχίσει να διαλύονται.
Η συνεχής παλινδρομική κίνηση στις ιστορίες της Διαμαντοπούλου από το μέσα στο έξω, από τη ζωή στο θάνατο και αντίστροφα, μια κίνηση που σε ορισμένα πεζά, όπως «Η κρυψώνα» ή το «Κελί», καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο αισθητό και το υπεραισθητό, δείχνει βέβαια την εμμονή της ως προς τη διερεύνηση του χρόνου. Όμως ο χρόνος που την ενδιαφέρει είναι ο οντολογικός, ο ψυχικός χρόνος. Η φαντασία χτίζει με τα δικά της υλικά μια άλλη πραγματικότητα για να μπορέσει να επιζήσει, καταδιωγμένη από τη δυναστεία της ευρυθμίας που επιβάλλει η κοινωνική τάξη αλλά και τα τετελεσμένα της ιστορίας. «Ό,τι ζούμε  υπάρχει μόνο στη φαντασία», λέει στο μονόλογό του ο αφηγητής στο διήγημα «Το μαγαζί με τα μπαχαρικά». Κατά συνέπεια -κάτι που άλλωστε το βλέπουμε αμέσως σχεδόν σε κάθε πεζό αυτού του βιβλίου- ο κόσμος του ονείρου ή της φαντασίας και ο πραγματικός κόσμος, «αν τελικά υπάρχει, κι αν πράγματι υπάρχει αυτός ο κόσμος έτσι όπως θέλουμε να τον βλέπουμε», για να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα λόγια της Διαμαντοπούλου, είναι δυο κόσμοι που ενίοτε ο ένας, ο υπερβατικός,  μπαίνει στον άλλο, ανατρέποντας την ευταξία και τη λογική του. Και τούτο διότι στα σύντομα πεζά της παρουσιάζονται έτσι  ώστε να τους διαπερνά μια τελείως άλλη, αντισυμβατική  αίσθηση του χρόνου.
Στις Όψεις της κυπριακής πεζογραφίας 1900-2000 (2010), εντόπισα ένα ενδιαφέρον, δομικό χαρακτηριστικό που επαναλαμβάνεται σε μια μεγάλη σειρά διηγημάτων και μυθιστορημάτων γραμμένων από κύπριους, από το ‘30 ως σήμερα. Το ότι σε μεγάλη έκταση μεταφέρουν ποιητικούς τρόπους, όπως η μεταφορά, η μετωνυμία, η χρήση της μεμονωμένης φράσης-εικόνας, ο συνειρμικός λόγος εντέλει, θέλοντας να ανασυνθέσουν  με μεγαλύτερη διάθεση αληθοφάνειας την εσωτερική, υπαρξιακή  ρευστότητα ή τη συσπείρωση του σύγχρονου ανθρώπου στον εαυτό του. Όλα αυτά όπως γνωρίζουμε σχετίζονται άμεσα με την αλλαγή της εννοιας του χρόνου στη μοντέρνα πεζογραφία, και από αυτή την άποψη αξίζει να σημειώσουμε ότι οι συγγραφείς αυτοί, ακόμα και σήμερα, παραδόξως ίσως, είναι πιο ανοιχτοί απ’ όσο οι της κυρίως Ελλάδας σε ό,τι ονομάζουμε νεοτερική γραφή. Η Τίτσα Διαμαντοπούλου νομίζω ότι ήδη έχει καταφέρει με τις πρόζες της κάτι καθόλου ασήμαντο: να ξεχωρίζει. Κάποιες από τις λιλιπούτειες αλλά γοητευτικές ή και συχνά μαγικές ιστορίες της -δεν έχει και τόση σημασία το πώς θα τις ονομάσουμε- έχουν τέτοια πυκνότητα και δύναμη ώστε ενεργούν σαν ζωογόνες μετακενώσεις της φαντασίας στην τακτοποιημένη λογική της πεζογραφίας μας των τελευταίων χρόνων.
  
Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: