10/3/12

Εικαστικές συναντήσεις στο Μοναστηράκι

«Σχέδια σχεδόν μαύρα», Μαργαρίτα Βασιλάκου, Νίκος Κασκούρας, Γιάννης Στεφανάκης, Γιάννης Τζερμιάς, επιμ. έκθεσης Ευριδίκη Τρισόν-Μιλσανή, στο Art-Bar Ποιήματα και εγκλήματα, των εκδόσεων Γαβριηλίδη (Αγ. Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, διάρκεια έκθεσης 3-16 Μαρτίου, ώρες λειτουργίας: καθημερινά: 9 π.μ. – 9 μ.μ., πλην Κυριακής)

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Η ιστορία του «μαυρόασπρου» είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξέγερση ενάντια στην κατεστημένη, παραστατική  τέχνη. Τα έργα δείχνουν την πορεία της. Αρκεί να ανατρέξουμε, ενδειγματικά, στις παραμορφωτικές, καυστικές  καρικατούρες του βασιλιά Λουδοβίκου Φιλίππου, αλλά και των εκπροσώπων της Βουλής, του κατ’ εξοχήν γελοιογράφου του 19ου αιώνα, Ονορέ Ντωμιέ, αλλά και στις αποκαλυπτικές της ανθρώπινης βαρβαρότητας, «Συμφορές του πολέμου» του Φρανσίσκο ντε Γκόγια. Να αναλογισθούμε ότι με το «Μαύρο τετράγωνο σε λευκό φόντο» του Μάλεβιτς, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο πρωτοπόρος σουπρεματιστής θέλησε να απελευθερωθεί «από το έρμα της αντικειμενικότητας» και να αναδείξει, όπως και ο ιδρυτής του εξπρεσιονιστικού κινήματος «Γαλάζιος Καβαλάρης», Καντίνσκυ, την πνευματικότητα του έργου τέχνης. Να αποδεχθούμε, όπως και ο εκπρόσωπος του μεταπολεμικού, αφηρημένου, αμερικανικού εξπρεσιονισμού, Φραντς Κλίνε, ότι «οι ασπρόμαυρες, αφηρημένες μορφές γεννούν ακόμα σκέψεις σχετικά με την κατάσταση του ανθρώπου.»

Αρκεί να συγκρίνουμε τη λιθογραφία της «Κραυγής» του Μουνκ με το αντίστοιχο ζωγραφικό έργο ή την τρισδιάστατη, ασπρόμαυρη και παλλόμενη «Ζέβρα» του Βαζαρέλι με τις άλλες, τρισδιάστατες και πολύχρωμες οφθαλμαπάτες που έφτιαξε ο ίδιος στα πλαίσια του κινήματος της λεγόμενης Οπ Αρτ.          
Η αποδοχή του «ασπρόμαυρου» στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε, ίσως, να ταυτιστεί με έναν επιβεβλημένα συγκεκριμένο τρόπο θέασης του κόσμου, που προβάλλεται ως αλλοτριωμένος και αποσβησμένος από κάθε βαθειά, «μαυρόασπρη» μνήμη του παρελθόντος, πολύχρωμος και επιφανειακός όπως στις διαφημίσεις καταναλωτικών αγαθών.
Γιάννης Τζερμιάς
Η έκθεση «Σχέδια σχεδόν μαύρα», που επιμελήθηκε η ιστορικός τέχνης Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή, αντιστρέφεται αυτήν ακριβώς τη στερεότυπη πρόσληψη του έργου τέχνης και του κόσμου. Τα έργα που παρουσιάζονται στον 1ο όροφο των εκδόσεων Γαβριηλίδη είναι «μαυρόασπρα». Παρότι οι δημιουργοί τους έχουν στο ιστορικό τους εικόνες πλασμένες με μια πλούσια παλέτα χρωμάτων. Τα έργα των  τεσσάρων εικαστικών καλλιτεχνών μιλούν μιαν αισθητά διαφορετική, εικαστική γλώσσα. Στημένα όμως επιδέξια, συνομιλούν μεταξύ τους, εκφράζοντας εκλεκτικές συγγένειες.
Οι ανδρόγυνες συνθέσεις της Μαργαρίτας Βασιλάκου μοιάζουν να αντλούν τα λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά τους από την τέχνη της Άπω Ανατολής. Η λιτή σχηματοποίησή τους, με τις ευθείες και καμπύλες γραμμές, και η συγκρατημένη αφαίρεσή τους, τις ενσωματώνει στον περιβάλλοντα χώρο και τους επιτρέπει να συνδεθούν με έργα όπως τα όψιμα ερωτικά σκίτσα του Πικάσο, αλλά και με τα έργα που έχουν αναρτηθεί πλάι τους.
Πρόκειται για τα κρανία κατσικιού του Γιάννη Τζερμιά, τα πλασμένα με (νέο)άγριες εξπρεσιονιστικές πινελιές, περίεργα, θλιμμένα, απογοητευμένα. Σπουδές, εστιασμένες στα λίαν απαραίτητα στοιχεία για τη θεματική του «Οιδίποδά» του, που μας παρασύρουν, όπως και οι στιλιζαρισμένες συνθέσεις της Βασιλάκου στη δίνη των συναισθημάτων τους.
Με τον ίδιο τρόπο έχουμε την αίσθηση ότι διαμορφώνεται μια άτυπη συνομιλία μεταξύ των έργων των δύο άλλων ζωγράφων. Τα δένδρα του Γιάννη Στεφανάκη υψώνονται σε μια ικεσία γραμμένη με το πυκνό αποτύπωμα των εκρηκτικών γραμμών των κλαριών τους. Θυμίζει την τεχνική των κινέζων ταοϊστών τοπιογράφων. Το φυσικό τοπίο εσωτερικεύει το συναίσθημα, γίνεται εκφραστής του.
Οι ανθρώπινες μορφές και τα πρόσωπα του Νίκου Κασκούρα προβάλλουν μέσα από ένα δίχτυ μαύρων και γκρίζων, οριζόντιων και κάθετων, διακεκομμένων και ευθειών και καμπύλων γραμμών και συμπυκνωμένων κηλίδων.
Επιπλέον, η χειρονομιακή γραφή του Κασκούρα δημιουργεί σημεία επαφής με τη γραφή του Τζερμιά, όπως και η ονειρική γλώσσα του Στεφανάκη επικοινωνεί με τη μυθική γλώσσα της Βασιλάκου.
Έτσι διακρίνουμε τη δύναμη της νηφάλιας, βουβής «άχρωμης» συμπύκνωσης της εικαστικής γλώσσας, αφηρημένης ή μη, στις αναρίθμητες τονικές αποχρώσεις του μαύρου πάνω στο λευκό, ή του γκρίζου, έτσι όπως αποτυπώθηκε σε αναρίθμητα δείγματα εκπροσώπων όλων ανεξαιρέτως των πρωτοποριακών κινημάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: