19/3/11

Είναι διαρκώς φθινόπωρο…


ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΟΥΒΑΡΑ

ΝΑΤΑΛΙΑ ΚΑΤΣΟΥ, Μαγωδός, ποιήματα, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 96

Η Ναταλία Κατσού, νομικός με θητεία στην υποκριτική και τη σκηνοθεσία, εμφανίστηκε στο ποιητικό στερέωμα με την ανά χείρας ποιητική συλλογή, που της χάρισε μάλιστα μια υποψηφιότητα για τα βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων λογοτεχνών του περιοδικού Διαβάζω. Ο τίτλος προκαλεί συνειρμούς ότι αποτελεί λεξιπλασία της ποιήτριας (κάτι σε ραψωδό της μαγείας), ωστόσο σε υποσημείωσή της στο διαδίκτυο διευκρινίζει ότι ο «Μαγωδός» είναι είδος ηθοποιού στο ύστερο Βυζάντιο, άντρας ή γυναίκα (σημ: η γυναίκα «ανεβαίνει» στη σκηνή μετά τον Σαίξπηρ), με ειδικότητα στις προκλητικές μεταμορφώσεις. Η συλλογή αυτή είναι τελικά όλα τα παραπάνω: πρώτιστα μυθοπλασία (η ποιήτρια είναι εξάλλου σκηνοθέτης) και αναζήτηση της μαγείας στον υποδόριο ιστό της ζωής, μα και τα εισόδιά της στην ποιητική σκηνή με ολόκληρη την αρσενική και τη θηλυκή πλευρά της ως ανθρώπου, όπως άλλοτε οι Μαγωδοί του Βυζαντίου.

Μια πρώτη ποιητική συλλογή (αν όχι κάθε συλλογή) δεν μπορεί παρά να είναι αναζήτηση ταυτότητας, αγωνία αυτοπροσδιορισμού γιατί «Αν δεν καταφέρω να γίνω εγώ/ ποιος θα ’μαι;» («Λεπιδόπτερο»). Σε ένα κόσμο όπου «οι εποχές έχουν γεράσει/ είναι διαρκώς φθινόπωρο»(«Ανίσχνευσις»), και η ποιήτρια «Εξόριστη/ τριγυρνά σε χίλια εκτάρια ονείρων» («Ύπνος»), ένα μόνο απέμεινε: η ικανότητα να κραδαίνουμε. Γιατί, όπως λέει σε ένα εξαιρετικό τετράστιχό της, «δεν υπάρχει ουρανός/ κι αυτό που λέμε άστρα/ δόντια είναι/ πετάχτηκαν από τα στόματα/ όποιων τόλμησαν/ να μιλήσουν/ σφηνώθηκαν στο χρόνο». Κι αν ζούμε την εποχή της εικόνας, τα ποιήματα αυτά φαίνεται να αντέχουν γιατί είναι πρόπλασμα θεατρικών έργων, ο ποιητικός τους αιθέρας, ανόθευτος ακόμα από τις ανάγκες μιας γραμμικής αφήγησης. Είναι εξάλλου γνωστή η εγγύτητα ποιητή-ηθοποιού, γι’ αυτό και στην Κατσού είναι τόσο εύκολες οι προκλητικές μεταμορφώσεις του ζέοντος ψυχισμού της. Άλλοτε υποδυόμενη τον μύχιο εαυτό της, «Κάθε μέρα αγγίζω ένα όριο/ το στήθος μου κόβεται/ σε ένα συρμάτινο κλαδί/ που χθες δεν ήταν εδώ» («Δεν υπάρχει ύπνος»), άλλοτε αποδρώντας από την αδιέξοδη πραγματικότητα, για να ξαναγεννηθεί ανίκητη, «Δεν έχει άλλο – το βάζο πέφτει - με κοιτάζεις -/ αμέτρητα γυαλάκια - στα νερά - κι ένα όστρακο-/ εγώ είμαι - που ανθίζει - δες με» («Να μιλήσω»). Αξίζει κανείς να χαθεί για λίγο στα ποιήματα αυτά, μόνο και μόνο για το συναίσθημά του να βιώνει κάποιος αβίαστα και εναλλακτικά το γήινο και το ονειρικό, το ρεαλισμό με τη σουρεαλιστική λαγνεία. Αλλού λοιπόν στοχάζεται «καθένας είναι ένα κομμάτι σώμα/ από αυτό ξεκινά/ για να καταλήξει στον εαυτό του» και αλλού παραδίδεται στις αισθήσεις «τα βλέμματα οσμίζονται/ κρασί και ροδάκινο, εγώ/ κρεμάνε τη γλώσσα, περιμένουν» («Μαγωδός»). Ειδικότερα, τα μακροσκελή ποιήματα που θυμίζουν σε επίπεδο και αναλογία πλοκής Έρημη Χώρα («Λεπιδόπτερο», «Αγγελική»), μας ρουφούν με το μαγνητισμό τους στο δικό τους σύμπαν, όπως ρουφούν την ίδια τη δημιουργό: «φωνές/ διψασμένες προβοσκίδες/ βουτάνε στο κεφάλι μου φωνές / πιτσιλάνε τη διαύγειά μου («Κλώνος»). Εκεί όμως βρίσκεται η νίκη του δημουργού, στην ήττα από την αυθυπαρξία της ψυχής που ενστάλαξε στις λέξεις του. Ο ίδιος ο δημιουργός παύει να υφίσταται, ήδη μάλιστα νωρίς στην αλληλουχία των στίχων της η ποιήτρια, φαίνεται να το έχει ήδη ομολογήσει: «θα ’θελα να ‘μαι ‘γυναίκα ξαπλωμένη’/ ή ‘γυμνό’, μολύβι σε χαρτί» Cobalt blue»). Πράγματι αυτό είναι.

Ο Ηλίας Κουβαράς είναι νομικός

Δεν υπάρχουν σχόλια: