23/10/10

Οι παρωδίες του Λαπαθιώτη


ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ήταν μια διττή προσωπικότητα: από τη μια μεριά ο λεπταίσθητος δανδής, ο μελαγχολικός, χαμηλότονος, ιδιωτικός ποιητής που βαδίζει στα χνάρια της γαλλικής συμβολιστικής και αισθητιστικής παράδοσης, και από την άλλη ο «χαριτωμένος χωρατατζής» (Kλ. Παράσχος), ο «είρων και ο δηκτικός» (Σ. Ξεφλούδας), ο σατιρικός και προκλητικός ανατροπέας των αστικών ηθών, ο υψηλόφωνος κατήγορος της λογοτεχνικής παράδοσης, αρχικά, και των μοντερνιστικών ποιητικών εξελίξεων αργότερα. Μία από τις όψεις αυτής της δεύτερης, αιχμηρής πλευράς της προσωπικότητάς του, είναι εκείνη της παρωδίας.
Τα περισσότερα «à la manière de» ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε ο Λαπαθιώτης, από τον Σεπτέμβριο του 1938 ως τον Μάρτιο του 1939 στην Πνευματική Ζωή του Μελή Νικολαϊδη, αποτελούν παρωδίες – ενέχουν, δηλαδή, μια μικρότερη ή μεγαλύτερη (κωμική συνήθως) απόσταση από το κείμενο τούς λογοτεχνικούς τρόπους του οποίου αναπαράγουν. Αντικείμενο των δώδεκα κειμένων είναι, κατά σειρά, οι Καβάφης, Παλαμάς, Σικελιανός, Χατζόπουλος, Maeterlinck, Μαβίλης, Καρυωτάκης, Καββαδίας, Δρίβας, Εμπειρίκος, Παπαδιαμάντης και, τέλος, ο ίδιος ο Λαπαθιώτης. Τα κείμενα αυτά δημοσιεύτηκαν με το ψευδώνυμο «Πλάτων Χαρμίδης», που πιθανώς ο Λαπαθιώτης εμπνεύστηκε όχι από τον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα αλλά από τον γοητευτικό «πλατωνικό Χαρμίδη» του ποιήματος «Eν πόλει της Οσροηνής» (1917) του προσφιλούς του Καβάφη. Δεδομένου, όμως, ότι σε αυτά τα όψιμα «à la manière de» σχεδιάσματα περιλαμβάνονται και δύο παλαιότερα (για τον Καβάφη και τον Παπαδιαμάντη), τα οποία ο Λαπαθιώτης είχε δημοσιεύσει επώνυμα, δίνεται στον ενημερωμένο περί τα ποιητικά αναγνώστη εκείνης της εποχής ο μίτος για να αποκρυπτογραφήσει το ψευδώνυμο. Σύμφωνα με μια πληροφορία, ως Πλάτων Χαρμίδης ο Λαπαθιώτης είχε εμφανιστεί και το 1921, όταν είχε υποβάλει υποψηφιότητα σε ποιητικό διαγωνισμό, στην κριτική επιτροπή του οποίου συμμετείχε και ο ίδιος (1). Και ενώ στο πλαίσιο της φάρσας εκείνης ο Λαπαθιώτης καλούνταν να κρίνει τον ψευδώνυμο εαυτό του, το 1939 είναι ο Πλάτων Χαρμίδης αυτός που εμμέσως «κρίνει» το λυρικό έργο του Λαπαθιώτη, μέσω ενός ποιήματος «à la manière de Λαπαθιώτης». Αυτή η οσκαρουαϊλδικής σπιρτάδας αντιστροφή ρόλων επαναλαμβάνεται το 1940, όταν ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε στην Πνευματική Ζωή δύο βιτριολικά κείμενα εναντίον των νεότερων ποιητικών εξελίξεων και ο Πλάτων Χαρμίδης απέστειλε στο περιοδικό επιστολή διαμαρτυρίας, η οποία έδωσε στον Λαπαθιώτη την ευκαιρία να ξεκαθαρίσει τη θέση του και να διευκρινίσει τα κίνητρα και τους στόχους της επίθεσής του.
Πολλές από τις παρωδίες του Λαπαθιώτη ανήκουν στην παλαιότερη και πιο διαδεδομένη εκδοχή του είδους, εκείνην που ασκεί αρνητική κριτική μέσω της διακωμώδησης του στόχου της. Ο Λαπαθιώτης μάς έχει δώσει δείγματα της κριτικής ικανότητάς του με ποικίλες μελέτες και βιβλιοκρισίες του για Έλληνες και ξένους δημιουργούς, αλλά και με το ίδιο το ποιητικό έργο του, το οποίο βασάνιζε ιδιαίτερα προκειμένου να το φτάσει στην τελική του μορφή. Με τις παρωδίες του, όμως, ενώνει σε μία τις ιδιότητές του ως ποιητή και κριτικού κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, τρόπο που ασφαλώς θα έχαιρε της εκτίμησης του αγαπημένου του Όσκαρ Ουάιλντ, παρά το γεγονός ότι στο γνωστότατο δοκίμιο του τελευταίου Ο κριτικός ως δημιουργός, το οποίο φαίνεται να είχε επηρεάσει τον Λαπαθιώτη, δεν κάνει λόγο για την παρωδία.
Με τις παρωδίες του ο Λαπαθιώτης φαίνεται να επιδίωκε, σε μια μεταβατική για την ποίηση εποχή, να τοποθετηθεί κριτικά τόσο απέναντι στην ποιητική παράδοση όσο και απέναντι στις τάσεις της ποιητικής «πρωτοπορίας», προκειμένου να υπερασπιστεί τη δική του ποιητική συμβολή, τη δική του θέση στον χάρτη της νεοελληνικής ποίησης. Έτσι, απορριπτική είναι η παρωδία του για τον Εμπειρίκο, δεξιοτεχνικότερος όμως -και ηπιότερα επικριτικός- είναι ο τρόπος με τον οποίο παρωδεί τους παλαιότερους, Παλαμά και Σικελιανό.
Πιο συγκεκριμένα, η αδηφάγα επιθυμία του Παλαμά να συγχωνεύσει στην ποίησή του τα πάντα ελέγχεται με στίχους όπως: «Κι όλα τ’ άνθη τάκοψα,/ κι’ όλα τα κρασιά τάπια!», ή «-κι’ ούτε πια που με χωρείς,/ ο Τόπος κι’ ο Χρόνος!», ενώ το ειρωνικό δίστιχο «κι’ είμαι εδώ, κι’ είμαι παντού,/ κι’ είμαι παραπέρα», παραλλάσσεται προς το τέλος σατιρικά σε «Κι’ είμαι δω, κι’ είμαι παντού,/ κι’ εμπρός και στην μπάντα», υπογραμμίζοντας δηκτικά την περιθωριοποίηση του Παλαμά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ο παλαμικός δυισμός, εξάλλου, εκφράζεται σε στίχους όπως «Κατακάθι στον αφρό,/ το “ναι”, μαζί και τ’ “όχι”», η δε ματαιότητα του παλαμικού ποιητικού εγχειρήματος και ο χωρίς αντίκρισμα ιδεαλισμός του δίνονται στη τελευταία στροφή της παρωδίας: «Κι’ έτσι ρεύουν και χάνουνται/ τα χρόνια τα ωραία,/ -και μόνη Εσύ, ακατάλυτη,/ καταλύτρα Ιδέα!», με Ι κεφαλαίο, φυσικά.
Η παρωδία για τον Σικελιανό διακωμωδεί με ευστροφία και επιδεξιότητα έναν δημιουργό που ως ιδιοσυγκρασία, όραμα και γραφή διόλου δεν ανταποκρινόταν στις λαπαθιωτικές προδιαγραφές. Η άλκιμη αρρενωπότητα της ποίησης του Σικελιανού, για παράδειγμα, αποτυπώνεται στη μαιανδρική παρομοίωση της ψυχής του ποιητή με την ορμή του βοδιού («...όμοια η ψυχή μου σείστηκε, δική μου και δική του,/τυπώνοντας στην ίδια γη, τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!»), ενώ γενικότερα το εκφραστικά και ιδιοσυγκρασιακά ‘ασυγκράτητο’ σφρίγος του Σικελιανού αναπαράγεται και μεγεθύνεται από έναν ποιητή ολιγόλογο, εργαστηριακό, διόλου φυσιολατρικό και διόλου ρωμαλέο και «υγιή», όπως ο Λαπαθιώτης.
Στο όνομα του Εμπειρίκου ο Λαπαθιώτης παρωδεί τον υπερρεαλισμό εν γένει, την απέχθειά του προς τον οποίο εξέφρασε ποικιλοτρόπως σε άρθρα της περιόδου 1937-1943. Το «À la manière de Εμπειρίκος» υποδύεται τους εκφραστικούς και γλωσσικούς τρόπους της Υψικαμίνου πυκνώνοντας αφύσικα την εμπειρίκεια σύνταξη και προσπαθώντας έτσι να παραμορφώσει τον παρωδιακό στόχο του. Ωστόσο, ο υπερρεαλιστικός λόγος είναι πολύ δύσκολο να παρωδηθεί αποτελεσματικά λόγω της εγγενούς παρωδιακής και αυτοπαρωδιακής του διάστασης. Ο Λαπαθιώτης φαίνεται να αντιλήφθηκε τη δυσκολία αυτή και έτσι κλείνει το κείμενό του με έναν σατιρικό δημοτικοφανές 15σύλλαβο, αλλάζοντας ριζικά ύφος και καθιστώντας εμφανέστατη την απορριπτική στάση του προς το πρωτοποριακό αυτό κίνημα: «τρία πουλάκια κάθονται, κατάπλασμα, λεκάνη…».
Παρωδώντας ευρηματικά τον στόχο τους, οι πολύτροπες παρωδίες του Λαπαθιώτη αφενός αποκαλύπτουν πτυχές της δημιουργικότητάς του που μένουν ανενεργές στην υπόλοιπη ποίησή του και αφετέρου συμπληρώνουν, με τον πλούτο και την τόλμη των δηκτικών τους επισημάνσεων, τις δοκιμιακές κριτικές καταθέσεις του. Απο-ιεροποιούν τον λόγο της ποιητικής παράδοσης, επιφυλάσσοντας τα βέλη του λιγότερο για τον φιλοσοφίζοντα παρνασσισμό του Μαβίλη και τον «στυλιζαρισμένο» συμβολισμό του Χατζόπουλου και περισσότερο για το ρητορικό και φιλόδοξο δίδυμο του Παλαμά και του Σικελιανού και, αντιστρόφως, ψέγουν ως βέβηλη την ποίηση των υπερρεαλιστών, ελέγχουν ποιητές που, όπως ο Δρίβας, προσχώρησαν στον ελεύθερο στίχο και εν γένει στις νεοτεριστικές τάσεις της δεκαετίας του ’30, και εκφράζουν επιφυλάξεις για τον επιδερμικό και πεζολογικό, όπως ο Λαπαθιώτης μοιάζει να τον αντιλαμβάνεται, εξωτισμό της ποίησης του Καββαδία. Όσο για τις περιπτώσεις του Καβάφη και του Καρυωτάκη, φαίνεται ότι δεν έχουμε να κάνουμε με παρωδίες αλλά με τιμητικές μιμήσεις, και μάλιστα ανεπιτυχείς. Η αστοχία του «à la manière de Καβάφης», μάλιστα, είναι τέτοια που θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για παρωδία μίμησης - δεν είναι τυχαίο ότι ο Louis Roussel, εκδότης του περιοδικού Libre, σχολίασε το ποίημα ως ειρωνικό και χλευαστικό απέναντι στο Καβάφη, προκαλώντας την αγανάκτηση του Λαπαθιώτη.
Με την εξαίρεση αυτών των δυο ιδιότυπων περιπτώσεων, ο Λαπαθιώτης παρωδεί παλαιότερους και νεότερούς του ποιητές στο όνομα μιας νεοσυμβολιστικής «ιερότητας» που εκπροσωπεί ο ίδιος και όλοι όσοι εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις που θέτει ο ίδιος για την ποίηση. Γι’ αυτό και η τελευταία παρωδία που δημοσιεύει, το «à la manière de Λαπαθιώτης», είναι λιγότερο αυτοπαρωδία και περισσότερο μίμηση, καθώς ο Λαπαθιώτης δεν θέλησε να αποστασιοποιηθεί από τους δικούς του ποιητικούς τρόπους, σε μια εποχή, μάλιστα, που η ποίησή του είχε αισθητά περιθωριοποιηθεί και ο ίδιος προσπαθούσε –μάταια- να τη φέρει ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας με τη δημοσίευση (το 1939) μιας επιλογής ποιημάτων του.

À la manière de…ΠΑΛΑΜΑΣ

ΕΚΑΤΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ

Λιώνω δίχως λυτρωμό,
μουσική κι’ αγιοκέρι˙
φύλλο ίδιο κιτρίνισε
το λευκό μου το χέρι.

Σκύβω, τρίσβαθη φωνή,
στα βάθη της αβύσσου,
και τη φλόγα σου αγροικώ,
Πλάση Εσύ, τη βουβή σου...

Ψάχνω, μέσ’ στα σκοτεινά,
τα παλιά τα κιτάπια,
κι’ όλα τ’ άνθη τά κοψα,
κι’ όλα τα κρασιά τάπια!

Κι’ είμαι δω, κι’ είμαι παντού,
κι’ είμαι παραπέρα,
με το τρεμοσάλεμα
του πρωινού του αγέρα,

στα παλάτια ο αρνητής,
στα καλύβια, θρόνος,
-κι’ ούτε πια που με χωρείς,
ο Τόπος κι’ ο Χρόνος!

Κατακάθι στον αφρό,
το «ναι», μαζί και τ’ «όχι»,
έτσι ο νους μου τ’ όνειρο
και τ’ αρνιέται, και τόχει...

Κι’ είμαι δω, κι’ είμαι παντού,
κι’ εμπρός, και στην μπάντα,
-κι’ είμαι μέσα στο Ποτέ,
κι’ είμαι μεσ’ στο Πάντα...

Κι’ έτσι ρεύουν και χάνουνται
τα χρόνια τα ωραία,
-και μόνη Εσύ, ακατάλυτη,
καταλύτρα Ιδέα!




À la manière de…ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ

Έτσι ως ρουθούνισμα βωδιού, με την αψάν ανέσα,
που σύγκορμα και σύψυχα νιώθει τη δύναμή του,
να ξεχειλάη ακράτητα και το ζεστό κορμί του,
να βγάνη φλόγα, σαν πηγή, και σπίθες από μέσα,

κι’ ανοίγοντας τις κόρες του, σαν κρούσταλλα καθάρια,
ρουφάει της μέρας τ’ αδρό φως, που θρέφει την αλκή του,
όμοια η ψυχή μου σείστηκε, δική μου και δική του,
τυπώνοντας στην ίδια γη, τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!

Κι ως ν’ άστραψε αναπάντεχα του γήλιου το γιορτάσι,
καθρεφτισμένο ξάστερα μεσ’ στ’ αρμυρά πελάη,
κι’ ο πόθος μου ασυγκράτητος, μου γιγαντώθη πλάι,
ζητώντας μεσ’ στο πλέριο φως να πιη και να χορτάση,

κι’ απαρατώντας του ασκητή τα μαύρα βαρειά ράσα,
διαμάντι πεντακάθαρο, μέσ’ στα διαμάντια τ’ άστρα,
σύφλογα και πασίχαρα σα μέλισσα βυζάστρα,
χιούμηξεν, όμοια αβάσταχτο, να σμίξη τη γη πάσα!...



À la manière de…ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ

Η παρονυχίδα των ενώσεων εμπαίζει τους κονίκλους των κροτάφων, υπόδημα και τελετή-ζουμπούλι. Δεν αποβλέπει τόσο στον ασπάλακα, πλην ελλοχεύει με κουφούς θυσάνους, φωταγωγός ανώφελων υπερθεματισμών, ακροβατικής αυθαιρεσίας. Σμήνος ευθέτων εξυπηρετήσεων – ανέφελος και πάνδημος Ηρώδης, εκκωφαντικών απομονώσεων και περιστροφικών εξιλασμών. Εκκρίσεις αφιλοκερδείς, ευνοϊκοί λαμπτήρες. Πυροσβέστης εθελοτυφλών προς τα βελουδένια περιθώρια, και καταστρατηγών την υποτείνουσαν, μεταξύ λιθίνων παραδείσων. Συλλήψεις ενδομύχων αναιρέσεων, παρεμφερών με Καναρίους νήσους – τρία πουλάκια κάθουνται, κατάπλασμα, λεκάνη…

Το κείμενο αποτελεί μέρος ανακοίνωσης που παρουσιάστηκε στη Γρανάδα τον Σεπτέμβριο του 2010, στο πλαίσιο του Τέταρτου Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών. Στην ολοκληρωμένη του μορφή θα δημοσιευθεί στο περιοδικό Νέα Εστία.

Η Αθηνά Βογιατζόγλου διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

(1) Η σχετική πληροφορία δίνεται (χωρίς βιβλιογραφικά στοιχεία) στην ιστοσελίδα του Σαραντάκου, http://sarantakos.wordpress.com/2009/10/31/genethli/ (23-8-2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια: