29/5/10

Βαθιά στο βάλτο της μεταπολιτικής

Η ιδιότυπη, ημιεπίσημη «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» στην οποία διατελούμε, χαρακτηριστική της μεταδημοκρατικής εκτροπής σε διεθνή κλίμακα, συντείνει καίρια στην αποκάλυψη της ιστορικής αλήθειας, καθώς επιτρέπει στην πραγματικά κυρίαρχη εξουσία να φανερώσει το πρόσωπό της, ακάλυπτο από το πέπλο της κανονικότητας

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΙΟΥΠΚΙΟΛΗ

«Το σύγχρονο κράτος...έχει πέσει ολοκληρωτικά στα χέρια τους μέσω του συστήματος του δημόσιου χρέους, και η ύπαρξή του έχει γίνει τελείως εξαρτημένη από την εμπορική πίστη, που οι κάτοχοι ιδιοκτησίας, οι αστοί, την επεκτείνουν σ' αυτό, όπως αντικαθρεφτίζεται στην άνοδο και πτώση των κρατικών ομολογιών στο χρηματιστήριο» (1). Όταν ο Μαρξ και ο Έγκελς κατέγραφαν αυτές τις ζοφερές σκέψεις, δεν θα μπορούσαν ίσως να φανταστούν ότι 165 χρόνια μετά, σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία της νότιας Ευρώπης, η ουσιαστική πώληση του κράτους στις χρηματαγορές θα θεωρούνταν ομολογουμένως νόμιμη και επί της ουσίας αυτονόητη. Πόσο μάλλον ότι η βελτίωση της αξιοπιστίας του πωλούμενου προϊόντος θα γινόταν πρωταρχικός στόχος μιας (σοσιαλ)δημοκρατικής κυβέρνησης, σε βάρος των πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Η εξάρθρωση των συμβολικών και υλικών αξόνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως συγκροτήθηκε στην ημεδαπή την περίοδο της μεταπολίτευσης, έχει φτάσει έτσι πλέον σε οριακά σημεία. Καταλύεται κάθε ουσιαστική έννοια λαϊκής κυριαρχίας, όταν η πολιτική εξουσία υπακούει απροκάλυπτα και εμφατικά όχι στις διατυπωμένες εντολές της πλειοψηφίας αλλά στις επιταγές των αγορών και των διεθνών θεματοφυλάκων τους. Το κυβερνών κόμμα καταστρατηγεί απροσχημάτιστα κάθε αρχή πραγματικής αντιπροσώπευσης, όταν, έχοντας κηρύξει άτυπα κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, εφαρμόζει με ακραίο τρόπο το πολιτικό σχέδιο που καταδικάστηκε προ ολίγου στις εκλογές, το αντίθετο από το κυβερνητικό πρόγραμμα με βάση το οποίο εξελέγη. Η ηγεσία της κυβέρνησης μεταφράζει την εκλογική διαδικασία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε ανάδειξη απόλυτου άρχοντα με εν λευκώ εξουσιοδότηση («δικτάτορα», ακριβώς, με την αρχική έννοια) αντί να την αντιλαμβάνεται ως μια δεσμευτική μεταβίβαση εξουσιών που καλείται να κάνει πράξη την εκπεφρασμένη βούληση της πλειοψηφίας.
Η δημοκρατική πολιτική μπαίνει στο γύψο και με άλλους, λιγότερο κραυγαλέους, αλλά εξίσου επώδυνους τρόπους. Ο πιο χυδαίος οικονομικός ντετερμινισμός, μια ιδεολογία που συμμερίζονται οι Ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού και ένας παρωχημένος μαρξισμός, επανέρχεται αλαζονικά από τα χείλη των κυβερνητικών στελεχών και της κοινωνικής ολιγαρχίας που συνθέτουν το ηγεμονικό σύμπλεγμα της εξουσίας. Διακηρύσσουν ex cathedra, και με την απόλυτη βεβαιότητα μισαλλόδοξων φανατικών, ότι «δεν υπάρχει άλλη λύση» πέρα από την οικονομική πολιτική που επικράτησε - ακολουθούμε τον μονόδρομο ή πέφτουμε στον γκρεμό. Η ιδεοληψία του μοναδικού δρόμου προς τη σωτηρία διέπνεε τις βάρβαρες σταυροφορίες του Μεσαίωνα και νομιμοποίησε ολοκληρωτικά καθεστώτα που εμφανίζονταν ως εκτελεστές ιστορικών πεπρωμένων. Σήμερα βάλλει και πάλι εναντίον της ανοικτής απόφασης που αποτελεί στοιχειώδη όρο ύπαρξης για την πολιτική πράξη της δημοκρατίας: την αντιπαράθεση, τη διαβούλευση, την επιλογή από τους ίσους και ελεύθερους πολίτες. Όταν ο δρόμος είναι ένας, δεν χρειάζεται να τον αποφασίσει η συλλογική ετυμηγορία. Μπορούν να αναλάβουν ποικιλώνυμοι φωστήρες και σωτήρες που γνωρίζουν τη μία και μόνη αλήθεια.
Η εύλογη εναντίωση στη φενάκη που εκφράζει σήμερα η θέση του μονόδρομου δεν έχει μόνον οικονομικά ερείσματα. Οικονομολογικά αντεπιχειρήματα έχουν διατυπωθεί από διάφορες, ακόμη και ιδεολογικά αντίθετες, σκοπιές. Αλλά η ακαθοριστία, που διανοίγει το πεδίο της δημοκρατικής συναπόφασης και καλεί τους πολίτες να επιλέξουν και να τοποθετηθούν, πηγάζει κρίσιμα από τη σφαίρα των αξιών και των στοχοθεσιών. Οι αυτόνομοι πολίτες ορίζουν ενεργά τους στόχους και τους αξιακούς τους προσανατολισμούς από το πλήθος των διαφορετικών δυνατοτήτων. Ακόμη και αν δεχθεί κανείς, για χάρη της συζήτησης, ότι η μη υποταγή στους όρους του ΔΝΤ και η αποφυγή της μετωπικής επίθεσης στις βιοτικές συνθήκες των λαϊκών στρωμάτων θα οδηγούσε στην εξωτερική χρεοκοπία του κράτους και στην εκθετική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών, είναι αυτονόητο, αλήθεια, ότι δεν τίθεται ζήτημα επιλογής ανάμεσα στην οικονομική δυσπραγία και την εκχώρηση της δημοκρατικής κυριαρχίας σε ξένες αγοραίες δυνάμεις, ανάμεσα στη μονομερή λεηλάτηση των φτωχών και τη δικαιότερη αναδιανομή ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ;
Εκτός από τη διαγραφή των εναλλακτικών και την πρόκριση «τεχνοκρατικών» λύσεων, η προκλητική επιχείρηση αναστολής της πολιτικής σύγκρουσης, της δημοκρατικής αίρεσης και της συλλογικής πρωτοβουλίας επιστρατεύει εντατικά και άλλους οικείους μηχανισμούς και λόγους της μεταπολιτικής, η οποία διατηρεί, ως γνωστόν, το προσωπείο της δημοκρατικής πολιτικής ενώ την κενώνει από ουσιαστικά της περιεχόμενα. Η ηθικοποίηση των πολιτικών ζητημάτων, που τα απομακρύνει από τη συγκρουσιακή συλλογική διευθέτηση υπάγοντάς τα σε «ηθικούς» λόγους με «προφανείς» επιταγές, κινητοποιεί τώρα κατά κόρον το ιδεολόγημα της ενιαίας ευθύνης για την οικονομική κρίση. Η κοινή, δήθεν, ευθύνη για την ασωτία του παρελθόντος εμφανίζεται να επιβάλλει ένα συλλογικό αυτομαστίγωμα και εξουσιοδοτεί τη σαρωτική τιμωρία του αμαρτωλού πλήθους. Εξοβελίζεται μια κατεξοχήν πολιτική δυναμική της ευθύνης η οποία διέπει τη δημοκρατική αυτονομία μιας πολιτείας που διαμορφώνει το πεπρωμένο της. Μπροστά σε μεγάλους κινδύνους και ριζικά διλήμματα, μια δημοκρατική κοινότητα καλεί τους πολίτες της να αναλάβουν τις ευθύνες τους για το παρόν και το μέλλον, κρίνοντας και διαλέγοντας ανάμεσα στις αντιπαρατιθέμενες προτάσεις. Δεν υπάρχει πλήρης συναίνεση για τη δέουσα λύση. Αλλά οι διαφορετικές κοινωνικές τάσεις καθίστανται υπόλογες για τις πολιτικές που προκρίνουν απέναντι στους διαφωνούντες συμπολίτες τους και τις νέες γενιές, όταν όλοι καλούνται να δεσμευθούν ρητά υπέρ της μίας ή της άλλης δυνατότητας.
Η παράλληλη πρόταξη της εξατομικευτικής ποινικοποίησης των ευθυνών, μέσω μιας αστυνομικής πάταξης της διαφθοράς, δεν αποπροσανατολίζει μόνο από την προοπτική πολιτική ανάληψη των συλλογικών ευθυνών. Συγκαλύπτει ταυτόχρονα τα μείζονα πολιτικά διακυβεύματα γύρω από τις θεμελιώδεις κοινωνικές ρυθμίσεις, που εκτρέφουν την οικονομική αδικία και φαυλότητα, στοχοποιώντας μεμονωμένες συμπεριφορές αντί για τις κοινωνικές συνθήκες που τις υποθάλπουν. Η αναβίωση, τέλος, εθνοπατριωτικών και κοινοτιστικών λόγων, που παραληρούν για τις κοινές ευθύνες του παρελθόντος και την ανάγκη μιας νέας εθνικής συστράτευσης (σε προδιατεταγμένες εντολές), συνεπικουρεί τις κατασταλτικές και αντιπολιτικές λειτουργίες της ηθικολογικής ευθύνης. Ανασύρει την ιδεολογική κοινοτοπία του έθνους, για να συσκοτίσει τις ταξικές διαιρέσεις και άλλους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και να αποσοβήσει έτσι την όξυνση των πολιτικών αγώνων.
Βρισκόμαστε ενώπιον του βαθύτερου ίσως κλονισμού του ηγεμονικού σχηματισμού της μεταπολίτευσης, κλονισμός που ξεγυμνώνει τις εκ γενετής παθογένειές της. Η οικονομική κατάρρευση είναι σωρευτικό αποτέλεσμα του σαθρού κοινωνικού συμβιβασμού που προσέφερε μια επισφαλή και μερική υλική ευημερία σε ευρύτερες μερίδες μέσω του εξωτερικού δανεισμού, των πελατειακών σχέσεων, του ατομικού βολέματος και της διαφθοράς, και όχι με την εγκαθίδρυση ισχυρών, δημοκρατικών θεσμών κράτους πρόνοιας και αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου, που θα έθιγαν κυρίαρχες οικονομικές ελίτ. Τα μαζικά δημοκρατικά οράματα αρθρώθηκαν μέσα από ηγετοκεντρικές και κομματικοκρατικές διαμεσολαβήσεις που τα εκφύλισαν, εγκλώβισαν τα μαζικά υποκείμενα σε καταναλωτικούς ρόλους, και επέτρεψαν την αναπαραγωγή μιας διαπλεκόμενης, πολιτικο-οικονομικής ολιγαρχίας, που ληστεύει συστηματικά τον δημόσιο πλούτο, όντας πολιτικά ανεξέλεγκτη από το πλήθος. Η ιδιότυπη, ημιεπίσημη «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» στην οποία διατελούμε, χαρακτηριστική της μεταδημοκρατικής εκτροπής σε διεθνή κλίμακα (2), συντείνει καίρια στην αποκάλυψη της ιστορικής αλήθειας, καθώς επιτρέπει στην πραγματικά κυρίαρχη εξουσία να φανερώσει το πρόσωπό της ακάλυπτο από το πέπλο της κανονικότητας. Και έτσι αναφαίνονται ευκρινώς οι πλέον αντιδημοκρατικές αιχμές της μεταπολιτευτικής συναίνεσης: η βαθιά άδικη οικονομική πολιτική υπέρ των εύπορων τάξεων και ο ελέω ψηφοφόρων κυβερνητικός αυταρχισμός, που αντιστρέφει τη σχέση κυρίαρχου λαού-εντολοδόχου κυβέρνησης, ποδοπατώντας τις δεσμεύσεις προς την εκλογική πλειοψηφία, βιάζοντας τις κοινωνικές ανάγκες της πλειονότητας των πολιτών, εκχωρώντας μέρη της δημοκρατικής κυριαρχίας.
Εν προκειμένω, όμως, τα βάθρα της δημοκρατικής νομιμοποίησης έχουν διασαλευθεί, σε βαθμό που ακόμη και μια ανανεωμένη πλειοψηφική εντολή στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν θα αρκούσε για να επικυρώσει την ολιγαρχική έφοδο στην κοινωνία. Αν στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες η πολιτική εξουσία εκχωρείται περιοδικά στους άρχοντες που εκλέγει η σχετική πλειοψηφία, αυτό γίνεται με τους ρητούς (συνταγματικούς) και υπόρρητους (ιστορικούς) όρους ενός «κοινωνικού συμβολαίου». Η υποταγή της απόλυτης (συνήθως) πλειοψηφίας σε μια σχετικά ισχυρή εκλογική προτίμηση γίνεται δεκτή πρόσκαιρα και υπό την αίρεση ότι η κυβέρνηση θα σεβαστεί θεμελιώδη δικαιώματα και συμφέροντα του μεγαλύτερου πλήθους των πολιτών που την απέρριψαν. Με την άμεση υπαγωγή στο ΔΝΤ και τα ευρωκρατικά επιτελεία, την ανατροπή κεντρικών κοινωνικών κατακτήσεων των τελευταίων δεκαετιών και τη στυγνή αναδιανομή πλούτου από τα κάτω, η σημερινή κυβέρνηση έχει παραβιάσει πλέον βασικούς όρους της ηγεμονικής κοινωνικής συναίνεσης στη μεταπολιτευτική δημοκρατία: τη σχετική ευημερία και κοινωνική ασφάλεια των μαζών, τη στοιχειώδη αντιπροσώπευση της λαϊκής βούλησης, την τυπική πολιτική κυριαρχία της δημοκρατικής πολιτείας. Ένας πολίτης που δεσμεύεται από τις καθοδηγητικές αρχές της δημοκρατίας δεν έχει καμία πολιτική υποχρέωση να υποταχθεί στη σημερινή επιδρομή στις ελάχιστες προϋποθέσεις της πολιτικής και κοινωνικής του ελευθερίας, από μια ηγεσία που επελέγη από το 43,92 % ή και μεγαλύτερα ποσοστά του εκλογικού σώματος. Ακριβώς όπως οι δημοκρατικοί πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να ανεχτούν, ή, μάλλον, είναι υποχρεωμένοι να μην ανεχτούν, πλειοψηφικές αποφάσεις που θα στερούσαν βασικές ελευθερίες από κοινωνικές μειονότητες. Γιατί δημοκρατία δεν είναι η τυραννία της πλειοψηφίας, πόσο μάλλον των ολίγων, των αγορών και των διευθυντηρίων. Δημοκρατία είναι το πολίτευμα της ίσης ελευθερίας.
Μια δημιουργική υπεράσπιση αυτής της δημοκρατίας στην Ελλάδα του σήμερα δεν πρέπει να αρκεστεί στη συντηρητική διάσωση των μεταπολιτευτικών κεκτημένων. Πρέπει να απαντήσει με μια εξίσου ορμητική έφοδο σε κεντρικούς άξονες της μεταπολιτευτικής συναίνεσης, που παρήγαγαν ως λογική συνέπεια τα τωρινά αδιέξοδα και την προϊούσα αποσάθρωση της ελεύθερης ισοπολιτείας: τα χαίνοντα ελλείμματα αντιπροσωπευτικότητας, την ανύπαρκτη άμεση συμμετοχή του πλήθους στην πολιτική εξουσία, την απούσα θεσμική διασφάλιση μιας δίκαιης παραγωγής και διανομής του κοινωνικού πλούτου.

(1) Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Έγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τ.1, μτφρ. Κ. Φιλίνης, Εκδόσεις Gutenberg, Aθήνα, 1997, σ.129. Για μια εύγλωττη επίκαιρη ανάλυση της απώλειας της πολιτικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους από τις διεθνείς χρηματαγορές, βλ. Frédéric Lordon, «Να δρομολογήσουμε τη χρηματοοικονομική αποπαγκοσμιοποίηση», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία/ Le Monde diplomatique, 16 Mαϊου 2010, σσ. 31-34.
(2) Είναι αντίστοιχη π.χ. του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» στη Δυτική Ευρώπη και τις Η.Π.Α. που δικαιολογούσε την παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων.


Ο Αλέξανδρος Κιουπκολής διδάσκει Πολιτική Θεωρία στο ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: