6/2/22

Ιστορίες και θραύσματα

Της Μαρίας Μοίρα*

ΒΕΡΑ ΠΑΥΛΟΥ, Ονειροπλασίες, διηγήματα, εκδόσεις Κουκκίδα, σελ. 68

Μικρές ιστορίες στο μεταίχμιο ονείρου και πραγματικότητας, ισορροπούν ανάμεσα στον κόσμο της νύχτας και στον κόσμο της μέρας. Υπερβατικές ακροβασίες στο χείλος της αβύσσου, με μια ολοφάνερη ποιητικότητα κι ας υιοθετούν την φόρμα του πεζού λόγου. Οι αφηγήσεις της συγγραφέως, άλλοτε συγκινητικές και τρυφερές, άλλοτε παράξενες και απρόσμενες, σκληρές και ρημαγμένες, αναμετρώνται με τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναζητούν παραμυθία και απαντοχή στα σπαράγματα της μνήμης, στις προσωπικές τελετουργίες, στα μυστικά κοιτάσματα της παιδικής ηλικίας. Μιλούν για την ανθρώπινη φθαρτότητα, για τον έρωτα και τον θάνατο. Αφουγκράζονται την αγωνία της παρακμής και του πόνου, την ανησυχία για την βεβήλωση του σώματος από την αρρώστια. Ψηλαφούν τις μικρές πληγές και τις μεγάλες ψευδαισθήσεις, τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες και τα ανεξίτηλα ψυχικά αποτυπώματα, ενώ υμνούν δοξαστικά την χαρά της κάθε μέρας, το μεγαλείο της φύσης, το θείο δώρο του φωτός και της ζωής.
Τα όνειρα στις αφηγήσεις της Βέρας Παύλου δεν είναι μια αχλή ρομαντισμού, μια έξοδος διαφυγής. Ένα πέπλο που θολώνει τα περιγράμματα των πραγμάτων, εξιδανικεύοντας και ωραιοποιώντας πρόσωπα, σχέσεις, καταστάσεις, αλλά μια απόκοσμη λάμψη που διαλύει τις σκιές του χρόνου, φέρνοντας στην επιφάνεια τα καταχωνιασμένα στο βάθος του ασυνειδήτου τραύματα. Μια αστραπή που συνεγείρει τον κοιμώμενο διαυγάζοντας τα κτερίσματα του χρόνου από τα κατάλοιπα της λήθης και της απώθησης. Μια ανερμήνευτη προφητεία, μια προειδοποίηση σ’ αυτόν που καθηλωμένος μέσα στον μαγικό κύκλο του ονείρου απολαμβάνει την ασυλία και την αφέλεια του ύπνου.
Οι ονειρικές εικόνες που παρεισδύουν ανάμεσα στις λέξεις, γονιμοποιώντας την εξέλιξη των αφηγημάτων, λειτουργούν σαν συγκολλητική ουσία ανάμεσα στις ενδόμυχες σκέψεις και την βιωματική εμπειρία. Φανερώνουν τα υλικά με τα οποία κτίστηκε το οικοδόμημα της ζωής μας, όπως γράφει ο Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο. Ανασύρουν όλα όσα ενταφιάστηκαν με την πάροδο του χρόνου στα θεμέλιά του και ξεχάστηκαν. Σπάνια αντικείμενα, αλλόκοτες αρχαιότητες, αδιόρατα προμηνύματα από το άγνωστο και το αφανές, για τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελλούμενα.
Οι καταδύσεις στον βυθό της μνήμης, οι ζεύξεις με την ηδύτητα της παιδικής ηλικίας και την αθωότητα της νεότητας, οι σκέψεις για την ανθρώπινη έπαρση και την αλαζονεία να καταστρέφει τη φύση, για την πλάνη του ανθρώπου να υποκύπτει στην γοητεία της ευζωίας και του καταναλωτισμού, την αμετροέπεια να εξαρτά την ευτυχία του από την παντοδυναμία της τεχνολογικής προόδου, είναι αφηγηματικά μοτίβα τα οποία εναλλάσσονται, αρθρώνοντας τη μια ιστορία με την άλλη.
Τα δεκαπέντε μικρά κείμενα ανακαλούν ορεινά τοπία, αγέρωχα βουνά, δύσκολους δρόμους, παλιά έρημα σπίτια, πάλλευκους οικισμούς που λούζονται στο φως. Είναι ονειροφαντασίες, «ονειροπλασίες» τις ονομάζει η συγγραφέας, που μεταμορφώνουν τα απειλητικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα «σε τεράστια λευκά περιστέρια που κινούνται νωχελικά πάνω από τις χιονισμένες κορυφές». Παροράματα και παραισθήσεις που αναδύονται από το έρεβος της θλίψης: ο ενταφιασμένος στο χιόνι νεκρός αντάρτης, το γαλάζιο κάτοπτρο της θάλασσας, η ζεστασιά της ανθρώπινης επικοινωνίας, οι αγαπημένοι νεκροί, οι ξεχασμένες παλιές ιστορίες αδελφοκτόνου μίσους που στοιχειώνουν τα παλιά σπίτια και την συλλογική μνήμη, το τρυφερό άγγιγμα της γάτας στο γυμνό πόδι κάτω από τον ανελέητο καλοκαιρινό ήλιο.
Καθώς ο αναγνώστης διαβάζει τα μικρά ποιητικά κείμενα της Βέρας Παύλου, ένα αχνό χαμόγελο χαράζεται στα χείλη του, για τον θρίαμβο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, για το αδιανόητο του θανάτου και το αδικαίωτο του έρωτα. Για τα μικρά και ελάσσονα θραύσματα γαλήνης και ευτυχίας που δίνουν νόημα στην κάθε μέρα. Για το θαύμα της επιβίωσης και την ομορφιά της αγάπης, αλλά κυρίως για την δύναμη του ανθρώπου να περπατά αγέρωχος προς το άγνωστο. Με πείσμα, επιμονή και ελπίδα.
«Άνοιξε τα μάτια και ατένισε τον ουρανό. Διέσχισε την αυλή, άγγιξε την καυτή πέτρα, άφησε το νερό να τρέξει. Δρόσισε τα πόδια της, τα χέρια της, τα μάτια της. Η μέρα είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Παιδικές φωνές ακούστηκαν στο δρόμο. Γύρισε, άνοιξε την αυλόπορτα και βρέθηκε στο καλντερίμι».

*Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Sean Scully, Madonna 1, 2018, λάδι και λαδοπαστέλ σε αλουμίνιο, 215.9 x 190.5 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: