10/3/12

Επισημάνσεις, ερωτήματα και εκδοχές μιας μεταμοντέρνας κριτικής

ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗ

Η κριτική εμφανίζεται ως επί το πλείστον ως η κινητήρια δύναμη της θεωρίας. Ακολουθούν ορισμένες πρώτες, σχεδόν αυτονόητες, επισημάνσεις για την έννοια της και στη συνέχεια ορισμένες όψεις της σημασιολογίας της εντός αυτού που επεκράτησε να αποκαλείται μεταμοντέρνα φιλοσοφία.
α) η κριτική αποτελεί εν γένει αμφισβήτηση, αμφιβολία, επιλογή (κατά το χιλιοειπωμένο άλλο εννοιολογικό προσωπείο της λέξης κρίση). Με άλλα λόγια είναι αναστοχασμός.
β) Η κριτική εμφανίζεται κατά βάση ως μεταγλώσσα. Εν τούτοις, επί της ουσίας δεν είναι ακριβώς μεταγλώσσα. Αποτελεί έναν παράλληλο κι ως ένα βαθμό παρασιτικό –δίχως αυτό να εννοείται απαραίτητα αρνητικά- λόγο, ή ενδεχομένως μια εγκόλπωση.

γ) Η κριτική είναι κατά βάση ετερότητα. Αφενός επειδή εμφανίζεται συνήθως ως ετερογενής και όχι ως αυθύπαρκτος λόγος και αφετέρου επειδή στην περίπτωση που αποτελεί μια απλή συμφωνία προς την αρχή θέση ή επαύξησή της τότε μάλλον δεν είναι κριτική.
δ) Ο κριτικός λόγος απετέλεσε βασικό εργαλείο της ανάπτυξης των φιλοσοφικών συστημάτων, έτσι όπως στο πέρασμα του χρόνου το ένα συμπλήρωνε, αναιρούσε ή ισοπέδωνε το άλλο.
ε) Η κριτική είναι σε μεγάλο βαθμό μέθοδος, και μάλιστα μια μέθοδος που εμφανίζεται ως υπερ-μέθοδος, ως υπερ-δομή, αν θελήσουμε να εκφραστούμε με στρουκτουραλιστικούς όρους.
στ) Η κριτική αποτελεί σε μεγάλο βαθμό διαδικασία αισθητικής τάξης.
ζ) Η κριτική συγκροτεί παράλληλα μια κατηγοριοποίηση, μια ανασύσταση των μορφών.
Να λοιπόν όμως που στα τέλη του εικοστού αιώνα εμφανίζεται ένα φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο επιδιώκει την ολιστική κριτική ως αυτοσκοπό, σε σημείο να φλερτάρει με το μηδενισμό: ο μεταμοντερνισμός μετεωρίζεται μεταξύ μιας ολικής κριτικής και μιας διάθεσης παραίτησης από τη συγκροτημένη κριτική προς χάρη μιας –αβέβαιης και απροσδιόριστης- απελευθέρωσης. Πρόκειται, στις πλείστες των περιπτώσεων, για έναν ακραίο σχετικισμό, που σε τελική ανάλυση αναιρεί την ίδια την έννοια της κριτικής. Η αναίρεση της έννοιας της κριτικής συνεπάγεται με τη σειρά της μια έμμεση αμφισβήτηση της ίδια της θεωρίας.
Ο μεταμοντέρνος κριτικός σχετικισμός λοιπόν διατρέχει και τους δύο «εταίρους» της κριτικής: το «υποκείμενο», του οποίου από καιρό έχει διακηρύξει την πολυδιάσπαση, το θάνατο, τη διάλυση ή ακόμα και την ανυπαρξία, και το (προς κρίσιν) αντικείμενο που –συνήθως- το αντιμετωπίζει ως ομοίωμα, σύμβολο, εν τέλει ως μια οντότητα τιθέμενη, δομημένη στη διάσταση σημαίνοντος-σημαινομένου. Υποκείμενο και αντικείμενο αμφισβητούνται ως οντότητες και ως συγκροτήσεις, σε τέτοιο βαθμό, ώστε φθάνουν να περιπλέκονται και να αναδύεται έτσι το περιώνυμο ερώτημα: ποιος μιλάει; Η κρίση αυτών που λέει εκείνος που μιλάει είναι μια αρκετά μεταγενέστερη και δυσχερέστερη διαδικασία, από την οποία προς ώρας μπορούμε να κρατήσουμε μόνο τις πολυσημίες.
Η κριτική εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό και ως η κατάδειξη των άλλων όψεων, των συνεκδοχών και των πολυσημιών. Η μεταμοντέρνα δυνητική πανσημία, η ριζική ενδεχομενικότητα, καθιστά την αμφιβολία μόνιμη υποψία και προφανώς ακυρώνει την πολυσημία. Τι είναι λοιπόν αυτό που μένει;
Αυτό που απομένει στον μεταμοντερνισμό, στο βαθμό που μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε ως κάτι το «ενιαίο», είναι ενδεχομένως ο αισθητικός λόγος ως αυτοσκοπός, άρα μια ολική αισθητικοποίηση του κριτικού λόγου. Έχει όμως νόημα μια ολική αισθητικοποίηση άνευ νοήματος, με άλλα λόγια ένας ηδονισμός (σχεδόν) ενστικτώδους τάξης;
Ένα άλλο δυσχερές σημείο της δυνατότητας μιας μεταμοντέρνας κριτικής είναι η έλλειψη σημείου αναφοράς: από τη στιγμή που εκλείπει το καθολικό ως σύλληψη, είναι πολύ δυσκολότερο να επινοηθεί το μέτρο, το κριτήριο, το εργαλείο. Εργαλεία είναι τα πάντα! Εκλείπει λοιπόν ο αξιολογικός χαρακτήρας της κριτικής –συσχετισμός που συχνά λαμβάνει χώρα στο πεδίο της ηθικής. Η απέχθεια για τον ηθικισμό θυσιάζει και την αξιολογική κρίση, ταυτίζοντάς την με την ιεραρχική. Έναντι του αξιολογικού προβάλλεται το παιγνιώδες, έναντι της ιστορικότητας η ασυνέχεια. Η διασπορά του νοήματος, εξαίσια κατά την άποψή μας ντεριντιανή κληρονομιά, καταλήγει εξαΰλωσή του. Έτσι, από την καθολική καντιανή ανύψωση της κριτικής φτάνουμε σε μια νέα ανύψωσή της, με έναν τρόπο –εξ αιτίας του ασταθούς χαρακτήρα της- που καταλήγει να εσωτερικεύει την ίδια τη γελοιοποίηση που επιφυλάσσει για τα προς κρίσιν αντικείμενά της, ιδιαίτερα όσα συγκαταλέγονται στην κατηγορία της νεωτερικότητας. Μπορούν όμως να «αντιμετωπιστούν» οι μεγάλες αφηγήσεις της κλασικής και της νεωτερικής φιλοσοφίας, με όπλο την αποσπασματικότητα;
Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω αδυναμίας υπήρξε η –σε μεγάλο βαθμό- αντικατάσταση της φιλοσοφικής κριτικής από τις πολιτισμικές σπουδές. Η αναγνώριση της διαφοράς οδήγησε σε μια ενδελεχή μελέτης της, αλλά στην ταυτόχρονη υστέρηση στο πεδίο της κριτικής – καθώς όλες οι διαφορετικότητες θεωρούνται a priori αυθεντικές και αληθείς. Πρόκειται για μια μετά-θεωρία, κατά τη διατύπωση του Ίγκλετον, ο οποίος κάθε άλλο παρά προκατειλημμένος είναι έναντι του μεταμοντέρνου λόγου. Η κριτική επικεντρώνεται στις κυρίαρχες μορφές εκφορές του λόγου, αλλά ως απάντηση προβάλλεται –συνήθως- η διερεύνηση των δευτερευόντων λόγων και όχι κατ’ ανάγκην νέες μορφές άρθρωσής του.
Το magnus opus της κριτικής αποτελεί ασφαλώς η τεχνοκριτική, και ειδικότερα η κριτική λογοτεχνίας. Αυτό δεν είναι τυχαίο: πρόκειται ασφαλώς για το περιώνυμο γλωσσικό παιχνίδι. Ας σκεφτούμε λοιπόν με συνθήκη την αισθητική ως κριτική: από τη νατουραλιστική εκδοχή της κριτικής (συνδεόμενη με την πιστότητα της αναπαράστασης) μέχρι τη φορμαλιστική (όπου αναλύονται οι μορφές) παρεμβάλλεται το διαπερατό και οι τελολογικοί κίνδυνοι. Εάν η καντιανή κριτική στοιχειοθετείται στη βάση της διάκρισης αισθητού-νοητού και στη σύνδεση της γνώσης με την παράσταση του εμπειρικού, η μεταμοντέρνα κριτική συνδέεται κατ’ εξοχήν με τη σύνδεση της γνώσης (ή ενδεχομένως του αδύνατου της γνώσης) με την κειμενικότητα και τις άπειρες συνεκδοχές της, και ασφαλώς με το ίχνος, ως την κατάδειξη της απουσίας που ορίζει εν μέρει μια παρουσία. Το ίχνος αποτελεί μια αρκετά πειστική εκκίνηση ερμηνείας και κριτικής.
Η κριτική μπορεί και σήμερα να παίξει το ρόλο του αρμού μεταξύ έργου τέχνης και (ενεργού) θεατή, θεωρίας και πραγματικότητας, υποκειμένου και αντικειμένου. Γνωρίζοντας πως συγκροτεί ένα πεδίο όπου εκκινεί την πορεία της η έκφραση μιας κατά βάση αρνητικής βούλησης ή θέσης, μπορεί να αποτελέσει τη μετάπλαση, τη δημιουργία ενός νέου λόγου, που διατηρεί την αυτονομία παρά τις καταβολές του. Μια μεταμοντέρνα κριτική, όπως λόγου χάρη η αποδομητική προσέγγιση, είναι ικανή να υπερβεί το δυαδικό τρόπο σκέψης ακόμα και στο εσωτερικό της (αντικείμενο-κριτική) αποδιαρθρώνοντας τις δυαδικές αντιθέσεις – σε αντίθεση με μια δύσθυμη, ολιστική κριτική που καταντά αντί-κριτική ή μη κριτική.
Μια ορθότερη, ριζοσπαστική κριτική σήμερα θα χαρακτηριζόταν από την υπέρβαση της κατάστασης της εμπειρικής περιγραφής και θα κατευθυνόταν προς την έννοια της απόφανσηςnoncé, με τη σημασία που της προσδίδει ο Φουκώ) που δε θα βασίζεται σε ένα ολικό, εξωτερικό επεξηγηματικό σχήμα. Ένα πρόκριμα της διαφοράς και της διαφωράς (différance, ή εναλλακτικά διϊστάμενο με τη σημασία του Ντεριντά) έναντι μιας άκαμπτης διαλεκτικής. Αλλά αυτό αποτελεί θεματική μιας άλλης κριτικής, φιλοσοφικής ανάλυσης η οποία έχει παρερμηνευθεί και διαστρεβλωθεί συστηματικά.  

Ο Ιορδάνης Κουμασίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας και συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια: