16/7/11

Προσωπικές γραμμές άμυνας

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Νερό, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 129

Μου ’ρχονται στο μυαλό τα λόγια μιας κατοίκου της Κερατέας στα πρόσφατα επεισόδια. «Βγείτε στο δρόμο για να γιατρευτείτε» είπε μεταξύ άλλων με την αφοπλιστική απλότητα της λαϊκής θυμοσοφίας, που σε πείσμα της μιντιοκρατούμενης σκέψης επιμένει να παράγει λόγο. Χωρίς να παραγνωρίζω τα συγκεχυμένα όρια μεταξύ απλότητας και απλοϊκότητας, νομίζω ότι η διαπίστωση αυτή κομίζει, τώρα που οι άνθρωποι αναζητούν στο διαδίκτυο, στις πλατείες και στους δρόμους να συν-υπάρξουν σε νέες συλλογικότητες, έναν καίριο προβληματισμό που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη ούτε τη λογοτεχνική γραφή. Δεν αναφέρομαι μόνο στο αυξανόμενο πεζογραφικό ενδιαφέρον για ό,τι συμβαίνει στον κοινωνικό και πολιτικό χώρο αλλά και στο νέο τρόπο θεώρησης της ιδιωτικής σφαίρας.
Η λογοτεχνική αποθέωση ενός αυτάρεσκου και αλαζονικού εγώ, που κυριάρχησε στα πεζογραφικά πράγματα των προηγούμενων δεκαετιών, φαίνεται πως έχει εξαντλήσει το ούτως ή άλλως περιορισμένο δυναμικό της και αρχίζει σταδιακά να εκφυλίζεται.
Ο στενός οικογενειακός, επαγγελματικός, ερωτικός χώρος, που είτε υφίσταται ερήμην του κοινωνικού πλαισίου είτε οργανώνεται μέσα σε ένα αποστειρωμένο κοινωνικό περιβάλλον, παύει να παράγει ιδιωτικούς παραδείσους και να υπόσχεται ατομικές διεξόδους. Η αφηγηματική επεξεργασία του αναδεικνύει το συγκρουσιακό στοιχείο, από το οποίο αντί να βγαίνει ωριμότερος ο ήρωας, τις πιο πολλές φορές καταβυθίζεται σε μια κατάσταση ψυχικού και πνευματικού ευνουχισμού, που κάποτε προσλαμβάνει ακόμη και τη μορφή της απόλυτης διάλυσης. Της διάλυσης του εγώ. Από τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι Το θαύμα της Αναπνοής του Δημήτρη Σωτάκη. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με ακόμη πιο αποκαλυπτικό τρόπο στο Νερό του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου. Εδώ η διάλυση εξωθείται στις έσχατες υπαρξιακές διαστάσεις της: καθίσταται ενσυνείδητος και διαρκώς αυτοτροφοδοτούμενος παραλογισμός.
Περιληπτικά: Κάθε φορά που ο ήρωας τραβάει το καζανάκι της τουαλέτας του, ένας αντίστοιχος ήχος ακούγεται από το διαμέρισμα του πάνω ορόφου. Το αρχικό ξάφνιασμα μετατρέπεται σε ενόχληση που καλλιεργεί φόβο. Αρχίζει να νιώθει ότι κάποιοι τον παρακολουθούν, ότι κάποιοι τον περιπαίζουν, ότι κάποιοι τον πολιορκούν. Προσπαθεί να καταλάβει ποιοι και γιατί. Ίσως να είναι οι ένοικοι του κάτω διαμερίσματος, μια που το πάνω δεν κατοικείται από καιρό. Αλλά αν είναι άδειο, τότε πώς εξηγείται όλη αυτή η συγκέντρωση ανθρώπων, που θυμίζει μνημόσυνο; Και αν πράγματι είναι μνημόσυνο, ποιον άραγε πενθούν;
Από τη σκηνογραφία της αφήγησης λείπει ο εξωτερικός χώρος. Τα πάντα εξελίσσονται στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος, που από οικείος και προσωπικός χώρος αποβαίνει εχθρικός και απειλητικός. Από την πλοκή της αφήγησης λείπει η εξωτερική δράση. Αν εξαιρέσουμε, κάποια θραύσματα πράξεων, ό,τι εξιστορείται είναι σκέψεις, εικασίες και μνήμες ενεργειών. Από την ανθρωπογεωγραφία της αφήγησης λείπει το ακέραιο πρόσωπο. Ανθρώπινες φιγούρες έρχονται και παρέρχονται κι όσες ανάμεσά τους διεκδικούν έναν πιο σταθερό ρόλο διατηρούνται ανώνυμες, θαμπές, σχεδόν ασώματες.
Μέσα στο κλειστοφοβικό αυτό σύμπαν αρθρώνεται συγκεχυμένη, απορημένη και αμήχανη η αφήγηση του ήρωα, που ταμπουρωμένος στον μικρόκοσμο του διαμερίσματός του προσπαθεί να υπάρξει μπροστά στον κίνδυνο της έλλειψης που τον κυκλώνει. Από την υποτιθέμενη έλλειψη διακριτικότητας των ενοίκων της πολυκατοικίας μέχρι την πραγματική έλλειψη λογικού νοήματος, όλα κατατείνουν προς την έλλειψη του εγώ. Ενός εγώ, που με τη σταθερή επανάληψή του ως υποκειμένου διεκδικεί τη γλωσσική υπόστασή του στη μορφή των προτάσεων, τη στιγμή που το περιεχόμενο αυτών των προτάσεων ακυρώνει την πνευματική, ψυχική και σωματική του υπόσταση, αποδίδοντας από την αρχή ως το τέλος της αφήγησης την κατηφορική του πορεία προς τα πιο σκοτεινά έγκατα αυτής της έλλειψης: την τρέλα.
Ο στεγανός ιδιωτικός χώρος συρρικνώνει, ακρωτηριάζει, αλλοτριώνει και, τελικά, αφανίζει το εγώ του ήρωα. Στον περίκλειστο μικρόκοσμο του διαμερίσματος η γραμμή άμυνας μπροστά σε ένα επίβουλο οικογενειακό παρελθόν και σε ένα αφιλόξενο κοινωνικό περιβάλλον επιτάσσει τη μη επαφή, τη μη έκφραση και τη μη δράση, ό,τι δηλαδή στοιχειοθετεί την ανθρώπινη ύπαρξη και την ανθρώπινη ζωή. Ό,τι απομένει ως μακρινή ανθρώπινη υπενθύμιση απ’ όλα αυτά τα μη, είναι η σωματική λειτουργία της ούρησης και η πνευματική λειτουργία της σκέψης. Μάταια επιμένει ο ήρωας στην άσκησή τους: οι μνήμες διαλύουν τις σκέψεις του, όπως το νερό από το καζανάκι της τουαλέτας διαλύει το κάτουρό του. Μνήμες και νερά κατακλύζουν το διαμέρισμά του, ξεθεμελιώνουν τα τελευταία ερείσματά του και τον παρασέρνουν στον λασπερό βυθό τους άλλοτε με την ψευδαίσθηση της ανακούφισης και άλλοτε με το βίωμα της απόγνωσης και πάντως με την τραγική και ενσυνείδητη ομολογία του αδιεξόδου: «Εκεί ακριβώς που είχα εγώ ο ανόητος αφεθεί και είχα πιστέψει ότι ορίστε, κάπου ανήκω, ξέσπασαν του νιαγάρα τα νερά» (σελ. 84).
Ο Παπαγεωργίου καταφέρνει και δημιουργεί από το έλασσον το μείζον. Ξεκινώντας από τον ήχο του νερού μιας τουαλέτας συνθέτει ένα πολυεπίπεδο αφήγημα, μέσα στο οποίο ξεχωρίζω τρία απαιτητικά επίπεδα ανάγνωσης: ένα υπαρξιακών διαστάσεων με κεντρικό θεματικό πυρήνα το βίωμα της μοναξιάς. ένα ψυχολογικών διαστάσεων με κεντρικό θεματικό πυρήνα τα ρευστά όρια μεταξύ λογικής και τρέλας. ένα πολιτικών διαστάσεων με κεντρικό θεματικό πυρήνα τη θαμπή μορφή του πατέρα και την αλλοτρίωση της ιδιωτικότητας. Πρόκειται για αλληλοτροφοδοτούμενα αφηγηματικά επίπεδα που χωνεύονται μέσα σε ένα πεζογραφικό όλο, όπου το τι υπηρετείται με απόλυτη επιτυχία από το πώς: από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, από τους εγκιβωτισμούς, από την έντεχνη ανάμειξη του πραγματικού με το φανταστικό και του ρεαλιστικού με το υπερρεαλιστικό, από την απουσία εξωτερικής δράσης, από τα υπερβατά, τις επαναλήψεις, τις συμφύρσεις και τις αναστροφές της γλώσσας κτλ.
Μίλησα στην αρχή για μια νέα πεζογραφική θέαση της ιδιωτικής σφαίρας. Στην περίπτωση βέβαια του Κ. Γ. Παπαγεωργίου δεν είναι καθόλου νέα. Αλλά η νέα αυτή γραφή του έρχεται την κατάλληλη στιγμή και στις κατάλληλες συνθήκες για να επισφραγίσει μια ευρύτερη τάση, που εδώ και μια δεκαετία εκδηλώνεται ολοένα και πιο ορατά στα πεζογραφικά πράγματα του τόπου και απ’ ό,τι φαίνεται βρίσκει πλέον συνεχιστές και σε νεότερους πεζογράφους.

Ο Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης είναι πεζογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια: