25/3/17

Βαλκάνιοι «σοφοί» στην Ελληνική επανάσταση

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Ρήγας Φερραίος


ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Το πολιτικό πρόταγμα της Ελληνικής επανάστασης του 1821, εμπνευσμένο από το αντίστοιχο αντιμοναρχικό, δημοκρατικό και κοσμοπολίτικο του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης, μπορεί να γίνει σαφέστερο μέσα από τις πολιτικές και θεσμικές επιλογές των πρωτεργατών αλλά και από τον αντίκτυπό της στο εξωτερικό. Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα αναφερθούμε σε δύο βαλκάνιους εκπροσώπους της ολιγομελούς ομάδας «σοφών», που συστρατεύτηκαν με σαφώς νεοτερικούς πολιτικούς όρους στην Ελληνική επανάσταση, από κοινού με την πολυπληθέστατη των «μαχητών».[1] Η διάκριση «μαχητές»-«σοφοί» αποτυπώνεται στο ποίημα «Γραικομανία» του «ελληνιστή», γιατρού σπουδαγμένου στην Αθήνα (Γυμνάσιο 1839, Ιατρική Σχολή 1844) και στο Παρίσι, Πέταρ Πρότιτς (1822-81) εξέχοντος μέλους της βουλγαρικής ελίτ στη Ρουμανία έως το 1878, οπότε εγκαταστάθηκε στη Βουλγαρία. Αποδοκιμάζοντας με χιούμορ τη σπουδή αρκετών βαλκάνιων να υιοθετούν την ελληνική γλώσσα παραμελώντας τη μητρική τους, ο Πρότιτς θίγει έμμεσα μια αξιοσημείωτη ιδιοτυπία των αναδυόμενων εθνικοτήτων της Βαλκανικής, με την οικειοποίηση καταρχήν των ιδεών του Διαφωτισμού και των συναφών πολιτικών τους προταγμάτων μέσω της ελληνικής –μη εθνικής– γλώσσας, γεγονός που οδήγησε μερικούς από αυτούς στην πολιτογράφησή τους στο ελληνικό κράτος. Γράφει ο Πρότιτς στην Αθήνα το 1844:
«[…] Τρέχουν πανταχόθεν ξένοι/ Στας Αθήνας, αλλ’ εν γένει,/ Άμα φθάσωσιν εκεί,/ Πόθεν ήλθαν, λησμονούσι,/ Ποίοι ήσαν, αγνοούσι·/ Αίφνις γίνονται γραικοί./
Πόσοι δ’ εξ αυτών και πόσοι/ Φήμην, δόξαν αποκτώσι,/ Ως σοφοί, ή μαχηταί./
Αλλ’ ως Έλληνες περνώσι/Κι ως τοιούτοι έτι ζώσι/ Πλείστοι πρωταγωνισταί./
Η Ελλάς αυτούς εντίμως/ Παραδέχεται προθύμως·/
Η Πατρίς των δε πενθεί/ Τέκνα της τ’ απολωλότα,/ Τα δε άθλα των και φώτα/ Εκτιμά κ’ επιποθεί.».[2]
Όταν γράφεται το παραπάνω ποίημα, το φαινόμενο της βαλκανικής ελληνοφωνίας ή, απαξιωτικά, «γραικομανίας» βρίσκεται στην καμπή του. Δεν πρόκειται, ωστόσο, απλώς για την ανάσχεση της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας, αλλά γενικότερα για το αναδυόμενο μέτωπο ενάντια στον ριζοσπαστικό πατριωτισμό, από τον οποίο αντλούνταν αξίες και ιδεολογικά όπλα υπέρ του «φωτισμού τους γένους», με διαβατήριο την ελληνική γλώσσα. Όπως είναι γνωστό, αυτή η πρώιμη εκδοχή εθνικής ιδεολογίας[3]στις μετα-ναπολεόντειες ευρωπαϊκές συνθήκες («Ευρώπη των συνθηκών» 1815, καταστολή κινημάτων, παλινόρθωση) υποχωρούσε, ενώ το μοντέλο του εθνικού κράτους αναπροσανατολίστηκε προς ανταγωνιστικό πνεύμα και αντι-κοσμοπολίτικες εσωστρεφείς ιδεολογικές αφετηρίες (λαϊκή ψυχή, εθνικός χαρακτήρ, εθνική ατομικότης κ.τ.ό.). Σ’ αυτή τη συγκυρία, μορφωμένοι Βαλκάνιοι με συνείδηση έως τότε χριστιανού οθωμανού υπήκοου (Γραικοί/ Ρωμιοί), από την τελευταία δεκαετία του 18ου αι., επέλεξαν να ενστερνιστούν το νεοτερικό πνεύμα, εμπνεόμενοι από τον «Πατριωτισμόν», «τα όπλα του λογικού» και το σύμφυτο με τις «Πατριωτικές πράξεις» «πνεύμα της Θρησκείας». Σύντομα όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ανερχόμενο ευρωπαϊκό αντεπαναστατικό μέτωπο και την εκκλησία και, από το 1844,  με την επιρροή της ρωσικής «σλαβονιστικής» ιδεολογίας.

Σ’ αυτό τον άνισο αγώνα οι ετερόγλωσσοι «ελληνιστές»/ «ελληνόφρονες» πρώιμοι πατριώτες πρόλαβαν να βιώσουν την αντι-διαφωτιστική στροφή και απογοητεύτηκαν ή αναθεώρησαν τις απόψεις τους, κάτι που αποδείχτηκε εύκολο για ορισμένους, ενώ για άλλους οδυνηρό. Θα εστιάσουμε σε δύο παραδειγματικές περιπτώσεις «σοφών»/«ελληνιστών» και γιατρών, στους Νικόλα Σάβα Πίκκολο και Ιβάν/ Ιορδάνη Σελιμίνσκι, που μυήθηκαν στο διαφωτιστικό πρόταγμα και συμμετείχαν στην Ελληνική επανάσταση: Και οι δύο ήσαν γόνοι εύπορων εμπορικών οικογενειών με άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και της αρχαίας γραμματείας και με σπουδές σε δυτικο-ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Αποτελούσαν δηλαδή μέλη μιας ελίτ με κοσμικά κυρίως ενδιαφέροντα, που διακρίθηκαν συνομιλώντας με ευρωπαίους ομοϊδεάτες τους. Επιπλέον, προσέτρεξαν να συνδράμουν τους επαναστατημένους Έλληνες, στο πεδίο του διπλωματικού και στρατιωτικού αγώνα τους αντίστοιχα, από ριζοσπαστικές και κοσμοπολίτικες θέσεις.
Ο Ν. Σ. Πίκκολο (Τύρνοβο 1792-1865), με σπουδές στο ελληνικό σχολείο της γενέτειράς του, στην Αυθεντική Ακαδημία του Βουκουρεστίου και στη σχολή της Χίου, μετέφρασε και δημοσίευσε Γάλλους (π.χ. Ρουσσώ), Γερμανούς και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (π.χ. Αριστοτέλη). Εισήγαγε μάλιστα την αναπαράσταση αρχαίων έργων στο θέατρο της Οδησσού (1817-20), από όπου διαδίδονταν πατριωτικές ιδέες.[4] Στο Παρίσι, από το 1818, συνεργάστηκε στενά με τον Κοραή, μαθητεία από την οποία προέκυψαν ριζοσπαστικά αντικληρικά κείμενα που προκάλεσαν «εκρηκτικές εντάσεις και ρήξεις» και συνακόλουθα την πατριαρχική μήνιν.[5] Το 1822, συστημένος από τον Κοραή, όπως κι άλλοι του κύκλου του, έφτασε στην Ύδρα για να συμμετάσχει στην Επανάσταση, αλλά τελικά η παραμονή του αποδείχθηκε σύντομη και ατελέσφορη. Από το 1823 θα διδάξει φιλοσοφία στην Ιόνια Ακαδημία της Κέρκυρας μετά από πρόταση του Φρ. Γκύλφορδ, θα σπουδάσει Ιατρική στην Ιταλία και αργότερα θα ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού στο Βουκουρέστι (1830-39). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι, εκδίδοντας μεταφράσεις και φιλολογικές μελέτες, χωρίς ίσως να εγκαταλείψει τις θέσεις των «Ιδεολόγων»[6] ανάμεσα στους «πεζοτάτους» συγκαιρινούς του. Ο Πρότιτς, που δεν παρέλειψε να σκιαγραφήσει στη «Γραικομανία» το προφίλ τού εν ζωή ακόμα Πίκκολο, έθεσε το ζήτημα της εθνικής του συνείδησης που συζητιέται ακόμη:
«[…] Εκ Τουρνόβου Βουλγαρίας,/ Και καταγωγής γνησίας/ Πέφυκε βουλγαρικής,/ Ο σοφός και επιστήμων,/ Και κατ’ εξοχήν ειδήμων/ Γλώσσης τής Ελληνικής,/ Ο εν Κέρκυρα διδάξας,/ Και ελληνιστί συγγράψας,/ Γλαφυρός μεταφραστής/ Της τερπνής μυθιστορίας/ Παύλου τε και Βεργινίας,/ Και σοφός σχολιαστής/ Του σοφού Αριστοτέλους·/ Πλην βουλγάρου επί τέλους/ Ζήλον πατριωτικόν/ Έδειξε πριν τελευτήση,/ Αν κι ως Έλλην είχε ζήση,/  Μ’ όνομα δ’ ιταλικόν.* […]».
«*Ο Νικόλαος Πίκκολος ετελεύτησεν εν Παρισίοις εν έτει 1865 αφήσας μέρος της καταστάσεώς του εις την εν Τουρνόβω σχολήν και εις την εκκλησίαν της αναλήψεως.».[7]
Η ελληνική και βουλγαρική ιστοριογραφία ερίζουν για την «εθνικότητα» του «Τουρναβίτη λογίου» Πίκκολο ερήμην των συνειδητών επιλογών του. Ο ίδιος, ζωντανό παράδειγμα ατόμου που έζησε ανάμεσα σε δύο κόσμους, αυτοπροσδιορίζεται Γραικός και Έλληνας (τους όρους «Έλλην ή Γραικός» τους θεωρεί σε επιστολή του ένα «όνομα», Σεπτ. ή Οκτ. 1820),[8] διακρίνοντας τις ετερόγλωσσες α-εθνικές κοινωνίες του «γένους» των χριστιανών Ρωμιών/Γραικών της Βαλκανικής, που τότε μπολιάζονταν με το διαφωτιστικό πατριωτικό/εθνικό πνεύμα της γαλλικής «πολιτικής κοινωνίας» –πολιτογραφήθηκε μάλιστα «Υδραίος πολίτης [=Citoyen]», καθώς επρόκειτο να αναλάβει διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό εκπροσωπώντας τους επαναναστατημένους Έλληνες. Εμπνεόμενος, από την άλλη μεριά, από «τον έρωτα της ελευθερίας»,[9] επέλεξε να εξέλθει αμετάκλητα από τη γενέτειρά του και από το ασφυκτικό θεοκρατικό πλαίσιο του «Γραικού» Οθωμανού υπηκόου και, ως κοσμο-πολίτης, να πολεμήσει τις δεισιδαιμονίες και να διαδώσει τις ιδέες της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, του ορθού λόγου και του φυσικού δικαίου μέσα από τη φιλοσοφία, το θέατρο, την παρατήρηση και θεραπεία του ανθρώπινου και του κοινωνικού σώματος κι ακόμα, μεταφράζοντας επωφελή βιβλία στα ελληνικά για τους (μορφωμένους «ελληνιστές») «συμπατριώτες» του (mes compatriots)»˙[10] η ελληνική γλώσσα και η ευρεία γλωσσομάθειά του αποτέλεσαν τα απαραίτητα όπλα του, ενώ η Επανάσταση των Γραικών-Ελλήνων του έδινε μια ευκαιρία να δράσει και στο πεδίο της σύγκρουσης.
Η αντίληψή του για την Ελλάδα δεν φέρει το οικείο σε μας εθνικό/κρατικό περιεχόμενο, όχι μόνο γιατί αυτό μόλις τότε συγκροτείται αλλά και γιατί ο Πίκκολο εμμένει στην κοσμοπολίτικη διαφωτιστική «Ιδεολογία» (βλ. σημ. 6). Υπ’ αυτή την έννοια, και οι δύο ιστοριογραφίες, ελληνική και βουλγαρική, δεν πείθουν, υποστηρίζοντας την ελληνική εθνικότητά του, βάσει της ελληνομάθειάς του, μιας αναφοράς στην ελληνο-βουλγαρική καταγωγή του και της συμμετοχής του στην Επανάσταση,[11] ή τη βουλγαρική, βάσει της γενέτειρας και της μητρικής του γλώσσας αντίστοιχα, με στόχο τη νομιμοποίηση, με αναχρονιστικούς όρους, των επίδικων αντικειμένων του παρόντος.
Από τη σύντομη περίοδο της επαναστατικής εμπειρίας του Πίκκολο, αξιομνημόνευτα είναι δύο τουλάχιστον τεκμήρια, η θετική απάντηση των «προκρίτων» της Ύδρας (5-7-1822) στην αίτηση του να πολιτογραφηθεί Υδραίος και η επιστολή του, γραμμένη στην Καλαβρία (13-10-1822), μακριά από το μπαρουτοκαπνισμένο περιβάλλον «μετά πολλάς πλάνας και τρικυμίας». Σ’ αυτή ζητάει, παρόλο που εξέλιπε ο «σκοπός» της πολιτογράφησής του, μια φαινομενικά διαδικαστική διόρθωση στο σχετικό έγγραφο: Αποποιούμενος οποιοδήποτε «προνόμιον», απαιτεί «η λέξις ν’ αφαιρεθή, όχι μόνον ως απλώς ισοδύναμος με το Ανομία, αλλά και διότι κατά το πολιτικόν σύνταγμά μας, οι Έλληνες είναι όλοι ισόνομοι.», συλλογιστική στην οποία ανιχνεύεται μια εκδοχή ελληνικού συνταγματικού πατριωτισμού:
1. «΄Εμπροσθεν ημών των προκρίτων της νήσου Ύδρας ενεφανίσθη ο ευγενής κύριος Νικόλαος Πίκκολος εκ Τερνόβου, ανήρ φιλόπατρις, επιστήμων και κατά πάντα σπουδαίος, όστις, εκτός της προθυμίας του προς τα συμφέροντα του Ελληνικού έθνους όλου, επιδείξας εις πάσαν περίστασιν ξεχωριστόν ένθερμον ζήλον διά την δόξαν και διά τα συμφέροντα της πατρίδος μας, μας εζήτησε να καταγραφή πολίτης Υδραίος. Ημείς ουν εν κοινή συνελεύσει και ομοφώνως άπαντες, τη αξία, τη αρετή και τω πατριωτισμώ του ανδρός χαριζόμενοι, απεφασίσαμεν και εψηφίσαμεν συμπολίτην μας τον ειρημένον ευγενή κύριον Νικόλαον Πίκολον, θέλομεν δε και θεσπίζομεν, ότι, ως ημών συμπολίτης να έχη και να χαίρηται εις το εξής, τόσον εις την πατρίδα μας, ως και αλλού, άπαντα τα δίκαια και προνόμια, όσα ανήκουσιν εις τους γνησίους Υδριώτας, και ως τοιούτος να νομίζεται και να γνωρίζεται εις πάσαν περίστασιν.
Εις ένδειξιν δε τω δίδεται το παρόν πολιτογραφικόν γράμμα επεσφραγισμένον με την σφραγίδα του ημετέρου κοινού σήμερον τη πέμπτη Ιουλίου 1822, εν Ύδρα, Οι πρόκριτοι της νήσου Ύδρας».
2. «Ευγενέστατοι της Ύδρας πρόκριτοι Το πολιτογραφικόν γράμμα μ’ εδόθη διά σκοπόν, όστις δεν υπάρχει πλέον. Διά ταύτα, αν και τίμιον εις εμέ, κρίνω εύλογον να σας το αποδώσω, διά να μην έχη να είπει τις ύποπτος ή φιλαίτιος ότι με δόλον το ήρπασα. Προς τούτοις αν προαιρείσθαι να με το αφήσετε, δεν είναι δύσκολον να με σταλθή. Επεθύμουν μόνον η λέξις προνόμιον ν’ αφαιρεθή, όχι μόνον ως απλώς ισοδύναμος με το Ανομία, αλλά και διότι, κατά το πολιτικόν σύνταγμά μας, οι Έλληνες είναι όλοι ισόνομοι. Εν νήσω Καλαυρία 13 Οκτωβρίου 1822 Ν. Πίκκολος».[12]
Είναι γνωστό ότι ο Πίκκολο αναχώρησε από την Ύδρα απογοητευμένος, αλλά όχι λιγότερο αποφασισμένος να αγωνιστεί με το όπλο της γραφής. Γράφει από την Κέρκυρα στον Κ. Φοριέλ: «[…] Ίσως κ’ εγώ, αν έβγαινα γυμνός [όπως ο Οδυσσέας στο νησί των Φαιάκων], ήθελα …… διωχθή με ταις πέτραις, ή βαλθή εις την φυλακήν. Τι τα θέλεις; Ο ποιητικός αιών επέρασεν από πολλλής, και οι άνθρωποι του καιρού μας είναι πεζότατοι. […] Μη δυνηθείς να γίνω κλέφτης, εφρόντισα να συνάξω τουλάχιστον κλέφτικα τραγούδια. […]» (6/ 18-7-1823).[13] Οι λόγοι της ματαίωσης, την τελευταία στιγμή, της αποστολής του από κοινού με τον Κόντε Ανδρέα Μεταξά στη Βερώνα, όπου θα συνερχόταν η «Συνέλευσις των Μονάρχων»/«Κονγκρέσσον», όχι παράδοξα αποσιωπούνται ή θίγονται αόριστα στις πηγές της εποχής («ο Πίκολος διά τινας αιτίας εδυσκολεύθη», κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό),[14] αφού φαίνεται να σχετίζονται με τις πρώιμες συγκρούσεις των φατριών και με ρωσική «παρακίνησιν»: «Έλαβα γράμματα από τον Ιγνάτιον, είναι όμως παλαιά, […] Το πράγμα, διά το οποίον σας παρακινεί, είναι ωφελιμώτατον. […] Το Κονγκρέσσον βέβαια άρχισε και εστάλησαν άνθρωποι και εκ μέρους της Διοικήσεως (τούτο ας είναι μυστικόν), η αποστολή δε των ανθρώπων έγινε κατά παρακίνησιν της Ρωσσίας», γράφει σε επιστολή του ο Αλ. Μαυροκορδάτος στις 17-9-1822.[15]
Ήταν δυνατόν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, που φοβούνταν μήπως ανατραπεί το status quo, να είχαν λησμονήσει το στενό συνεργάτη του Κοραή και, αφορισμένο από το Πατριαρχείο, συγγραφέα τής πιο δηκτικής αντικληρικής σάτιρας;[16]

Ο Ιβάν/ Ιορδάνης Σελιμίνσκη (Σλίβεν 1799-1867) είναι ένας ακόμα «σοφός», που πήρε μέρος στην Ελληνική επανάσταση ως στρατιωτικός. Φοίτησε στο ελληνικό σχολείο της γενέτειράς του και στη σχολή των Κυδωνιών, όπου δίδασκε ο Θεόφιλος Καΐρης.[17] Από το 1821 έως το 1823 συμμετείχε στην Ελληνική επανάσταση. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Ιταλία και την Αυστροουγγαρία και δίδαξε στη γενέτειρά του και στη Φιλιππούπολη, από όπου διωγμένος κατέφυγε στη Βλαχία για να επιστρέψει στην Αθήνα στη δεκαετία του 1840. Εδώ απόκεινται οι πολυσέλιδοι αυτόγραφοι κώδικές του (Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος αρ. 1222-1227) με μεταφράσεις, από τα γαλλικά και γερμανικά, κλασικών έργων του δυτικο-ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (Baron DHolbach, Kαθολική ηθική, L'abbé de Mably, Καθολική ιστορία κ.ά.), που φανερώνουν τη γλωσσομάθεια και την ευρύτητα των διαφωτιστικών επιρροών που δέχθηκε. Στο προλογικό σημείωμα μιας από αυτές τις μεταφράσεις (Προς τους αναγινώσκοντας, o μεταφραστής), σε δύο διαφορετικές γραφές, κάνει λόγο για την περιπέτεια που βίωσε ως ιδιοκτήτης δύο σχολείων, τα οποία εξαναγκάστηκε να κλείσει τo 1826, αποκαλύπτοντας έτσι τη δυσμενή θέση των «ελληνιστών» στις βουλγαρικές κοινότητες και τις συγκρούσεις τους τόσο με τις ντόπιες αρχές όσο και με τους σταλμένους από το Πατριαρχείο ιεράρχες. Υπεύθυνο θεωρεί, ειδικότερα, τον «Αρχιερέα» Αδριανουπόλεως Γεράσιμο, ο οποίος «[…] διέλυσε τα δύο ελληνικά της πατρίδος μου σχολεία, ως αντιχριστιανικά, παρακινών τον λαόν να έρχεται εις την εκκλησίαν διά να διδάσκεται την ιεράν του πίστιν, και μάλιστα οι πατριώται μου! oίτινες την μεν λειτουργίαν ακούουσιν ελληνιστί, διάλεκτον δε κοινήν έχουσι την βουλγαρικήν. Τι παράλογος Αρχιερεύς. Τί ανθρωποφάγον τέρας! Αλλά τοιούτον η αμαθής και πονηρά εξουσία». Kαι στη β΄ γραφή: «[…] δια των ραδιουργιών του την κοινότητα έφερεν εις διχόνοιαν και παρέλυσε διά των αρών και επιτιμίων κατά του Διδασκάλου κατήργησε τα σχολεία ως διαφθοράς και ασεβείας πρόξενα, επιβουλεύων εκ πλαγίου της πατρίδος μου την ηθικήν βελτίωσιν. Ευθύς λοιπόν, αφού υπεσάλευσε ταύτα τα δύο της πατρίδος μου στηρίγματα ουδ’ εκλονίσθη […]. Οι μεν πολίτες διηρέθησαν εις φατρίας άλλοι μεν Αρχιερατικοί άλλοι δε Τουρκολάτραι άλλοι δε πατριώτες, πλην πολλά ολίγοι τον αριθμόν. […]» (45 r και 59 r).
Έχοντας λοιπόν εγκαταλείψει την εκπαιδευτική του δραστηριότητα, έρχεται στην Αθήνα για να σπουδάσει Ιατρική στο Αθήνησι (1840-44).[18] Στα μέσα ακριβώς της δεκαετίας του 1840, οπότε διαδίδεται ευρύτερα ανάμεσα στους Σλάβους οθωμανούς υπηκόους η ρωσική ιδεολογία του «Σλαβονισμού»,[19] ο Σελιμίνσκη αναπροσανατολίζεται από το δυτικο-ευρωπαϊκό διαφωτιστικό πρόταγμα του κοσμοπολιτισμού, στο οποίο είχε στρατευτεί για την ηθικήν βελτίωσιν της πατρίδος του, προς τη βουλγαρική εθνική ιδέα, δραστηριοποιούμενος στο εκκλησιαστικό κίνημα. Ενδεικτική είναι μεταξύ άλλων η παράκλησή του, προς τον έμπορο Ράλη Χατζή Μαυρίδη, να μεσολαβήσει ώστε να εξασφαλίσει τη βοήθεια του έμπορου και «ελληνιστή» στη Σμύρνη Κωνσταντίν Φώτεινοφ, για να εκδώσει με δικούς του πόρους συγγράμματά του μεταφρασμένα από τα ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά στα βουλγαρικά. Το αίτημά του ο Μαυρίδης το διαβιβάζει από την Κωνσταντινούπολη στον Φώτεινοφ στις 14-8-1845: «[…] επομένος σας ειδοποιηώ κάποιος χατζής Ιωρδάνης Σληβλελιώτης πρωτού δηλ. πρην τον πόλεμον των ‘Ρουσσών ήτον διδάσκαλος. Ίσως τον έχετε ακουστόν και μετά απέρασεν εις την Ελλάδα, και εις την Μασσαλία και εις τα Παρίσια εσπούδασεν την Ιατρικήν, εις το τέλος έγηνεν Ιατρός εντελής, λοιπόν προχθές την Κυριακήν έφυγεν διά Βραΐλαν και Βουκου[ρέστι] και […] μου είπεν να σας γράψω έχει μερικά σύγγραμα συναγμένα από άλλας διαλέκτους δηλ. από Ελληνικά, Ιταλικά και Γαλλικά όλα μεταφρασμένα εις το Ελληνικόν λοιπόν τώρα θέλει διά να μεταφρασθούν εις το Βουλγάρικον, αυτά τα συγγράμματα ομιλούν ενάντια τους δεσποτάδες, λοιπόν εάν είναι τρόπος να μεταφρασθούν και να σας τα στήλη να τα τιπώσετε, δίχως να εξεταχθή από τζενσούρα [=λογοκρισία], δηλ. από την εξουσίαν και τυπώνωντας με τρόπος να μερασθούν δόρων εις τους ομογενείς μας, ο ειριμένος θέλει τραβήξη όλα τα έξοδα, […]».[20]
Σ’ αυτή τη συγκυρία του εθνικού αναπροσανατολισμού του Βούλγαρου «οδηγού Στρατιωτών Ι. Σελιμίνσκη» το οθωνικό βασίλειο, μάλλον αργοπορημένα, τον βραβεύει για τη στρατιωτική του δράση στην Ελληνική επανάσταση με αργυρό αριστείο –το μόνο γνωστό δεδομένο για την επαναστατική του εμπειρία. Στο ελληνικό κράτος η μνήμη της συμμετοχής βαλκάνιων «μαχητών» και «σοφών» εξακολουθούσε να κατοικεί, αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι το προηγούμενο έτος δύο Μεγάλες ιδέες είχαν κιόλας συγκροτηθεί στα Βαλκάνια (στο ελληνικό και το σερβικό κράτος, 1844) βάσει των οποίων οι όποιες ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις σταδιακά θα διαρραγούν.
Παραθέτουμε το σκεπτικό του Υπουργού Στρατιωτικών προς τον βασιλιά Όθωνα:
«Μεγαλειότατε! Τα εις τον έγκλειστον κατάλογον σημειούμενα τριάκοντα έν άτομα λαβόντα ενεργητικόν μέρος εις τον υπέρ ανεξαρτησίας της Πατρίδος πόλεμον, επικαλούνται ήδη την απολαυήν του αργυρού αριστείου, παρουσιάζοντες διάφορα επίσημα έγγραφα, εκ των οποίων εξάγεται ότι και ενεργητικόν μέρος εις τον αγώνα έλαβον και τον χαρακτήρα του αξιωματικού τότε έφερον. Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος, βασιζόμενος εις το επίσημον των παρουσιαζομένων εγγράφων, συσταίνω την παραδοχήν της αιτήσεως ταύτης προσθέτων ότι τα περί ών ο λόγος άτομα δεν υπάγονται εις τας εξαιρέσεις του άρθρου 4 του από 20 Μαΐου 1834 καταστατικού Διατάγματος. Αθήναι, την 8 Μαΐου 1844 Ο υπουργός (υπογρ.) Π. Γ. Ρόδιος».

 Στη σπάνια φιλολογική σκευή και στην πατριωτική απελευθερωτική χρήση της αρχαίας γραμματείας των δύο «σοφών» ανιχνεύσαμε τη συνειδητή επιλογή εκκοσμικευμένων και κοσμοπολίτικων αντιλήψεων και στάσεων ζωής, όπως συμπυκνώνονται σε συμβολικούς τόπους και χρόνους (Διαφωτισμός/Γαλλική επανάσταση - ελληνική αρχαιότητα και Επανάσταση/δημοτικά τραγούδια), διαφορετικούς από τη μεταγενέστερη καταφυγή στη γενέτειρα-μητρική γλώσσα/ βουλγαρικά άσματα. Η αποδοκιμασία των «ελληνιστών»/ «ελληνοφρόνων» και η δυσφήμησή τους ως «γραικομάνων», στην πρώιμη φάση του βουλγαρικού εθνικού κινήματος (περίοδος μεταρρυθμίσεων/Τανζιμάτ), συνιστά την αιχμή της αντεπίθεσης λαϊκών και εκκλησιαστικών κύκλων στις ιδέες της εκκοσμίκευσης, της ισονομίας και της Επανάστασης. Στην ουσία, στόχος τους δεν ήταν η εξάλειψη της ελληνικής γλώσσας –κάτι αναμενόμενο στη διαδικασία συγκρότησης έθνους κράτους με τα οικεία διακριτικά του γνωρίσματα (γλώσσα κ.ά.)–,[21] αλλά κυρίως η κατίσχυσή τους επί του μόνου τότε ριζοσπαστικού πόλου. Έτσι, μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι το βουλγαρικό κίνημα λιγότερο με τη γέννησή του (α λα γκρέκα) και περισσότερο με τη σλαβονιστική του στροφή βρήκε τον αναγνωρίσιμο αντι-φαναριωτικό βουλγαρικό χαρακτήρα του και μπόρεσε να αρθρώσει συνεκτική εθνική ιδεολογία –και μάλιστα ερήμην των οικονομικο-κοινωνικών όρων που συνόδευαν αντίστοιχες δυτικο-ευρωπαϊκές ιδεολογίες, όπως συνέβη στα Βαλκάνια.[22] Γίνεται έτσι κατανοητή η ιδιοτυπία του βουλγαρικού πολιτικού προγράμματος, η πρόταξη δηλ. της θεσμοθέτησης Εξαρχίας (αποδέσμευση από το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, χωρισμός του βουλγαρικού ποιμνίου από το γραικικό γένος, φιρμάνι Φεβρ. 1870). Πόσο καταλυτική υπήρξε η αποδυνάμωση των «σοφών» και των ιδεών τους αλλά και η γενέθλια αυτή θεσμική/εκκλησιαστική πράξη, όπως αποτυπώθηκε στο γεωγραφικό χώρο και στις ανταγωνιστικές σχέσεις των εκκλησιαστικών-κοσμικών ομάδων εξουσίας, θα φανεί σύντομα με την καταδίκη της βουλγαρικής εξέγερσης του 1876 από τον οθωμανικό θεσμό της Εξαρχίας, όπως ακριβώς της Ελληνικής επανάστασης από το Πατριαρχείο˙ ανιχνεύεται όμως και στη μακρά διάρκεια, στον εύθραυστο χαρακτήρα του βουλγαρικού κράτους και στην ταλαντευόμενη πολιτική ιδεολογία του, μέχρι και σήμερα, ανάμεσα στην πρωτο-βουλγαρική και στην (κοινή με τους Ρώσους) σλαβική καταγωγή των πολιτών του.
Οι δύο περιπτώσεις των «σοφών»  συμμέτοχων στην Επανάσταση του ’21 είναι αξιομνημόνευτες, γιατί θέτουν εκ νέου το ζήτημα της συγκρότησης των βαλκανικών κρατών σε σχέση με τα ευρωπαϊκά επαναστατικά κινήματα.

Η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου διδάσκει Βαλκανική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

[1]  Μ’ αυτούς ασχοληθήκαμε στο σημείωμά μας ‘Βαλκάνιοι Φιλέλληνες’ στην επανάσταση του ’21, Η Αυγή 25-3-2006.
[2] Ανατύπωση από την κατεξοχήν ερευνήτρια του έργου των Βουλγάρων «ελληνιστών» Αφροδίτη Αλεξίεβα ανάγνωση, μετάφραση στα βουλγαρικά, πρόλογος, εισαγωγή, σχόλια, βιογραφικά σημειώματα, Φιλολογική κληρονομιά των Βουλγάρων στα Ελληνικά τον ΙΘ΄ αιώνα, τ. Α΄. Πρωτότυπα έργα/ Афродита Алексиева, Книжовно Наследствο на Българи на гръцки език прес ΧΙΧ век, τ. Ι. Оригинали, Gutenberg, Σόφια 2010, σ. 813-5 και 888, 901-2, από Petar Protič, Poesii, Bucureşti 1875, 20-21. Nadja Danova, Les étudiants bulgares à l’Université d’Athènes, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και παιδεία Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Αθήνα 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τ. Α΄, Αθήνα 1989, 262 και Eнциклопедия Българската Възрождеска Интелигенция, Hиколай Генчев, Kрасимира Даскалова επιμ., Σόφια 1988, 555.
[3] Βλ. Δοκίμιον περί Πατριωτισμού, 1815, αποσπάσματα με σύντομη εισαγωγή δημοσιεύσαμε παλαιότερα, Η Αυγή 24-3-2007.
[4] Δημ. Σπάθης, Ο ‘Φιλοκτήτης’ του Σοφοκλή διασκευασμένος από τον Νικόλαο Πίκολο Η πρώτη παρουσίαση αρχαίας τραγωδίας στο νεοελληνικό θέατρο, Ερανιστής 15(1978-79), 265-320 και μετάφραση του έργου.
[5] Φ. Ηλιού, Τύφλωσον κύριε τον λαόν σου Οι προεπαναστατικές κρίσεις και ο Νικόλαος Πίκκολος, Πορεία, Αθήνα 1988 [1980], 26, 27 και «γένος» και 30˙ ως προς τον όρο «έθνος», επίσης χρησιμοποιεί την παραδοσιακή από το μεσαίωνα σημασία του ‘αβάπτιστου φύλου’ (32 «υπερβόρεια έθνη»), αλλά και τη συγκαιρινή του νεοτερική (34 «τα πράγματα του έθνους»).
[6] Φ. Ηλιού, Στην τροχιά των Ιδεολόγων, Κοραής-Daunou-Φουρναράκης, Χιακά Χρονικά 10(1978), 36-68. Για την «επιστήμη» της «Ιδεολογίας», Μέλισσα ή εφημερίς ελληνική Β΄(εν Παρισίοις 1820), ανατύπωση: Τα προεπαναστατικά περιοδικά Κ. Θ. Δημαράς, Εισαγωγικά Αικ. Κουμαριανού, ΕΛΙΑ, Αθήνα 1984, 148.
[7] Μ. Παπαδόπουλος Βρεττός, Πίκκολος (Νικόλαος Σάββας), Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1866, έτ. Στ΄, 371 «[…] απέθανεν εις Παρισίους τω 1865 λησμονήσας αγνωμόνως την κοινήν ημών πατρίδα εν τη αυτού διαθήκη» και 145, αρ. 9. Το ιταλικό επώνυμό του κράτησαν κατιόντα μέλη της οικογένειάς του, όπως ο ανεψιός από αδελφή, Τεοχάρ Σάβοβιτς Πίκολο (;-1848) επίσης γαλλοσπουδαγμένος, Νάντια Ντάνοβα ανάγνωση, μετάφραση στα βουλγαρικά, σχόλια και εισαγωγή, Αρχείο του Κωνσταντίν Γεωργίεφ Φώτεινοφ, τ. Α΄ Ελληνική αλληλογραφία/ Надя Данова, Архив на Константин Георгиев Фотиноф, τ. 1 Гръцка кореспонденция, Σόφια 2004, 776 επιστολή του Φώτεινοφ (8-7-1847), πιθανόν προς τον Στέφανο Βογορίδη: «[…] πράγμα το οποίον δεν έλπιζον από τον Κύρ. Π[ίκουλον] μάλιστα ως αυτοεθνή, όστις είναι χθεσινός εγώ δε προχθεσινός, και ας αποδείξη τοιαύτην (διαγω.) ζωήν την οποίαν εγώ έως τώρα, και τότε ας διαβάλλη (απροσυ.) μίαν αθώον και καθαρά ζωήν.» (σε παρένθεση λέξεις σβησμένες). Για τον Τ. Σ. Πίκκολο κάνει λόγο και ο ίδιος Ν. Πίκκολο, Σ. Κουγέας, Ο Κοραής εις την αλληλογραφίαν του Ασωπίου, Ελληνικά 6(1933), 72.
[8] Ηλιού, Τύφλωσον, ό.π., 26, 27 και «γένος» και 30˙ ως προς τον όρο «έθνος» χρησιμοποιεί την παραδοσιακή από το μεσαίωνα σημασία του ‘αβάπτιστου’ φύλου (32 «υπερβόρεια έθνη») αλλά και τη συγκαιρινή του νεοτερική (34 «τα πράγματα του έθνους»). Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του, Αθηνά 68(1965), 81 κ.ε.. Αλέξης Πολίτης, Ν. Σ. Πίκκολος και Φοριέλ –και ένα αυτόγραφο του Στέφανου Κανέλου, Ερανιστής 16(1980), 17.
[9] Η φράση δική του από  τη νεκρολογία του Καρόλου Φωριέλ (Ελπίς 28-8-1844), Πολίτης, Πίκκολος και Φοριέλ, ό.π., 25.
[10] Stessi Athini, N. S. Piccolos: L’épreuve du littéraire, Greek-Bulgarian Relations in the Age of national Identity Formation, P. M. Kitromilides, Anna Tabaki eds, Athens 2010, 278 σημ. 34, επιστολή του Πίκκολο στον Sainte-Beuve, όπου εκφράζει το θαυμασμό του για τον ποιητή P.-J. Béranger (1835).
[11] Πρωτοψάλτης, Πίκκολος, ό.π., 81-82, όπου βιβλιογραφία. Μαρίνος Π. Βρετός, Βιογραφικό του Νικολάου Σάβα Πίκκολου (Τούρναβον Βουλγαρίας 1792-Παρίσι 1865), Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1866, έτ. Στ΄, σ.371.
[12] Πηγή: Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Ο Νικόλαος Πίκκολος, ό.π., 94 και Hиколай Τодоров, Βеселин Трайков, Българи участници в борбите за освобождението на Гърция [=Βούλγαροι συμμέτοχοι στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας] 1821-1828, Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, Σόφια 1971, αρ. 319-324, σ. 490-97 και αρ. 241-243, σ. 390-93 αντίστοιχα.
[13] Πολίτης, Πίκκολος και Φοριέλ, ό.π., 15
[14] Π. Πατρών Μητροπολίτου Απομνημονεύματα, έκδοσις τρίτη υπό Γ. Ι. Παπούλα, […] εκ παραβολής προς το αυτόγραφον του αοιδίμου Γερμανού υπό Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, εν Αθήναις 1900, 146.
[15] Γερμανού Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη επιμ., Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ΙΙ, Πρωτόκολλα αλληλογραφίας κ. λ. των ετών 1821-1823, τ. Β΄, εν Αθήναις 1965, 356-7. Του ίδιου, Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), Ι. Βιογραφία, εν Αθήναις 1959,  178 και 193 κ.ε.. Πρωτοψάλτης, Πίκκολος, ό.π., 95, 99.
[16] Ηλιού, Τύφλωσον, 24 και 69. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως, τ. Α΄, 170.
[17]  Nadja Danova, Une page des relations réciproques bulgaro-grecques au XIXe siècle: Les élèves bulgares de Theophilos Kaïris, Etudes Balkaniques 31, 3-4(Σόφια 1995), σ. 85 σημ. 15, σ. 93, σ. 103 σημ. 119-121, σ. 108 σημ. 150.
[18] Nadja Danova, Les étudiants bulgares, ό.π., 261-62.
[19] Ντάνοβα, Αρχείο του Κωνσταντίν Γεωργίεφ Φώτεινοφ, 537, επιστολή 250, 7-3-1844 του Γαβριήλ Μοραβένωφ στον Κ. Φώτεινοφ, όπου μαζί με τα «χαιρετίσματα» του υποδεικνύει τη νέα εκ Ρωσίας τάση του «Σλαβονισμού» ως προτιμότερη από τις «γνώσεις της δύσεως»: «“Οι ‘ρώσσοι περισσότερον πάντων επιμελούνται τον Σλαβονισμόν, γράφουσιν ακαταπαύστως και βιβλία και εις τα γιουρνάλια [=περιοδικά] τας νέας ανακαλύψεις κλ. ο Βούλγαρος μάλιστα ο εφημεριδογράφος δεν πρέπει να ήναι ξένος αυτών. αν ο κύριος Φωτεινός ήταν εις γνώσιν των ‘ρωσσικών ειδήσεων η γεωγραφία του ήθελε έχει εμφαντικωτέραν θέσιν κτλ. Το περιοδικόν σύγγραμμα όπου μελετά ερανισμένον μόνον από γνώσεις της δύσεως δεν θέλει είνε τόσον ευχάριστον ίσως εις τους συμπατριώτας μας, ωσάν αν ελαμπρύνετο από Σλαβωνικές ιδέες κτλ. […]”».
Και Иван Снегаров, Принос към Биографията на Райно Попович [=Συμβολή στη βιογραφία του Ράινο Πόποβιτς], BAN, Σόφια 1959, επιστολή 59, σ. 158, επιστολή στον Ράινο Πόποβιτς στις 2-9-1839 του Βασίλ Απρίλωφ (1789-1847) συγγραφέα «ελληνιστή» και εμπόρου, μέλους της βουλγαρικής παροικίας της Οδησσού, που πρωτοστάτησε στη βουλγαρική εθνική κίνηση με το συγγραφικό του έργο και με χρηματικές δωρεές (βλ. Η Διαθήκη του Βασιλείου Ευσταθίου υιού Απρίλλοβ, εν Οδησσώ, εκ της τυπογραφείας του Α. Βράουν, 1849 ρωσο-ελληνικό κείμενο): «[...] Eίναι αληθές, ότι πρέπει τινάς να λυπείται μερικά άτομα, γεννήματα της Bολγαρίας τα οποία θέλουσι να λέγωνται Γραικοί, ποίος πταίει εις τούτο; H ανατροφή των. Aυτοί δεν έμαθον να ήναι πρώτον Bόλγαροι, καθώς μανθάνουσιν όλα τα φωτισμένα γένη, ακόμη εις τα σπάργανα επήλθεν η γραικική ανατροφή και η γραικική παιδεία, τα αδύνατα πνεύματα, και παιδευθέντα, προκαταλαμβάνονται από λαμπράς προλήψεις. [...] Παρακινείτε τους γονείς διά την εκπαίδευσιν των παιδίων και διά την αποκατάστασιν Bολγαρικών σχολείων, όπου αυτά δεν υπάρχουσι την σήμερον, διδάξατε τους γραικομανείς να επανέλθωσιν εις τους κόλπους της μητρός των, δεν βλάπτει αν δεν έμαθον την μητρικήν γλώσσαν, πάντα είναι Bόλγαροι, επειδή θέλουσιν αγαπήσει το καλόν. [...] Eχάσαμεν πολύ με τον θάνατον του αειμνήστου Bενέλην, μ’ όλον τούτο δεν πρέπει να αποκάμωμεν. Eξακολουθώ το έργον των εθνικών τραγουδιών, αν και ο Bενέλην δεν υπάρχη, ανάγκη να εκδοθώσι με την Pωσσικήν μετάφρασιν, διά να ιδώσιν οι Pώσσοι, πόσον τους είμεθα οικείοι. [...]».
[20] Ντάνοβα, Αρχείο του Κωνσταντίν Γεωργίεφ Φώτεινοφ, 327. Της ίδιας, Une page des relations, ό.π., επιστολή 151, σ. 103.
[21] Снегаров, Принос, ό.π., επιστολή 63 Αναστάσιου Στ. Κιπιλόφσκι προς Ράινο Πόποβιτς, Βουκουρέστι 16-9-1840, 171: «[…] γενικός φωτισμός εις ξένον έθνος δεν δύναται να προξενηθή ει μη διά της φυσικής γλώσσης του έθνους. αύτη είναι η φιλονεικία μεταξύ των πρεσβευτών του φωτισμού, και των Ελληνιστών διδασκάλων των Βολγάρων, οίτινες καθ’ όσον επιμένουν εις τα φρονήματά των ταύτα θέλουν είσθαι οπισθοδρομηταί του φωτισμού του έθνους των Βολγάρων.».
[22] Συνεπώς, η θεωρία των σταδίων, που συνοδεύει την περιοδολόγηση της λεγόμενης βουλγαρικής «Αναγέννησης»/ «Παλιγγενεσίας» (“Възраждане”), δεν προκύπτει από τους όρους της εποχής. Ο τυπικός αυτός όρος απαντά σε έργο του Βασίλ Απρίλωφ του 1842 και αποτελεί παράφραση του όρου «γεννώμενος», «αρτιφυής» σε έργο του Γιούρι Βενέλιν (1802-39), Roumen Daskalov, The Making of a Nation in the Balkans Historiography of the Bulgarian Revival, CEU Press, Budapest 2004, 12, σημ. 3. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: