9/8/14

Μια νέα ώθηση στην "επιστροφή"

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ
 
Αντώνης Πίττας, Χωρίς τίτλο (010), ξύλο και μολύβι

Το 1989  θεωρήθηκε από τους νεοφιλελεύθερους ως η αρχή του "τέλους της ιστορίας", δηλαδή του τέλους των μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων, των κλασσικών πολιτικών και ιδεολογικών διαιρέσεων, άρα και του τέλους της αριστεράς.
Είκοσιπέντε χρόνια μετά, η αριστερά έχει "επιστρέψει" σε μια χώρα της Ευρώπης, ως πρωταγωνιστική δύναμη. Η διαπίστωση αφορά φυσικά τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα της κρίσης και τη ραγδαία πολιτική του ισχυροποίηση που τον έχει οδηγήσει στο κατώφλι της κυβερνητικής εξουσίας. Μόνο η πολιτική τύφλωση και η ιδεολογική εμπάθεια επιχείρησαν να υποβαθμίσουν το γεγονός στο επίπεδο ενός στιγμιαίου "λάθους" της ιστορίας το οποίο θα διορθωνόταν  σύντομα. Η πρόβλεψη δεν μοιάζει να επαληθεύεται.
Πως ερμηνεύεται αυτή η "επιστροφή"; Ποιές κοινωνικές τάσεις και διεργασίες, ποιές πολιτικές κινήσεις συναντήθηκαν για να την πραγματοποιήσουν; Ποιό είναι το βάθος και η οργανικότητά της; Τί θα μπορούσαν να κάνουν όσοι συμμετέχουν ή συμπορεύονται με το εγχείρημα, ώστε να σταθεροποιηθεί η κοινωνική της αγκύρωση, η ιδεολογική και προγραμματική της εμβέλεια, η θεωρητική της θεμελίωση;

Οι απαντήσεις πολώνονται, συνήθως, γύρω από δύο απολυτοποιημένες ερμηνευτικές γραμμές: Από τη μια, η προτεραιότητα αναζητείται στην ανάδυση ενός πρωτογενούς κοινωνικού ριζοσπαστισμού, στο έδαφος της κρίσης. Από την άλλη, στην πρωτοβουλία του πολιτικού υποκειμένου, στην ευφυΐα των  κινήσεών του, στο ριζοσπαστισμό των πολιτικών του προτάσεων. Αλλά η θάλασσα στην οποία ταξιδεύουμε είναι γεμάτη από ναυάγια πολιτικών εγχειρημάτων, των οποίων ο πολιτικός βολονταρισμός αγνόησε τις υπαρκτές κοινωνικές τάσεις, με συνέπεια τον αυτοαναφορικό εκφυλισμό τους. Γεμάτη επίσης από ναυάγια συγκυριακών εκφράσεων κοινωνικού ριζοσπαστισμού, που δεν κατάφεραν να υπερβούν έναν αποσπασματικό ορίζοντα.
Οι απαντήσεις πρέπει μάλλον να αναζητηθούν στη συνομιλία και την ώσμωση μεταξύ ενός αυθόρμητου κοινωνικού ριζοσπαστισμού και μιας σχεδιασμένης πολιτικής παρέμβασης. Ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτικοποίησε την άρνηση και τις κοινωνικές αντιστάσεις, με βάση τη δική του ανάλυση, και τις "επέστρεψε" στην κοινωνία ως πρόταση αντίπαλη του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου. Η πολιτική του εκλογίκευση του χαρακτήρα της κρίσης έγινε αποδεκτή, ως αφήγηση, από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας. Η αποδοχή τον εγκατέστησε ως ισχυρό πόλο στο πολιτικό πεδίο. Η πολιτική επιστροφή της αριστεράς άντλησε δυναμική από την επιστροφή της στην κοινωνία.
Αν  αυτή η συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία σ' ένα αυθόρμητο μέτωπο άμυνας απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επιθετικότητα σηματοδότησε την απαρχή της επιστροφής της αριστεράς και δημιούργησε μια πρωταρχική συσσώρευση δυνάμεων, ως πρόπλασμα ενός νέου ιστορικού συνασπισμού, τα ερωτήματα ως προς τη σταθεροποίηση και τη διεύρυνση αυτής της επιστροφής παραμένουν ανοιχτά. Η σχέση κοινωνικού-πολιτικού θα εξακολουθήσει να είναι η σχέση-κλειδί, ώστε η επιστροφή της αριστεράς να αποκτήσει το χαρακτήρα μιας διαδικασίας μακράς ιστορικής διάρκειας.
Πρέπει ωστόσο να έχουμε πάντα στο νου μας, ότι δεν υπάρχει βασιλική οδός για την αποκωδικοποίηση αυτής της σχέσης. Οι δύο πόλοι της σχέσης δεν ανάγονται ο ένας στον άλλο, δεν εξελίσσονται με τους ίδιους ρυθμούς. Οι ασυνέχειες θα είναι αναπόφευκτες - για όσο τουλάχιστον μπορούμε να δούμε μπροστά μας. Και ακόμα, δεν υπάρχει εξ' αρχής, ανάμεσα στα δύο πεδία μια προνομιακή και δεδομένη προτεραιότητα.
Υπάρχουν ιστορικές στιγμές που η κοινωνία υποδεικνύει, αυθόρμητα, τις πολιτικές λύσεις. Υπάρχουν άλλες, που η κοινωνία μετεωρίζεται και είναι τότε που η πρωτοβουλία του πολιτικού υποκειμένου προτείνει τον προσανατολισμό. Η συνάρθρωση κοινωνικού-πολιτικού είναι, τελικά, σύνθετη και πολλές φορές απρόβλεπτη.
Υπάρχουν βεβαίως ορισμένα σταθερά σημεία αναφοράς: Ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός δεν γίνεται δύναμη μετασχηματισμού, μέσω μιας "γραφειοκρατικής ανάθεσης" της διαχείρισής του στις πολιτικές "πρωτοπορίες". Από την άλλη, η σχέση ενός πολιτικού υποκειμένου της αριστεράς με τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό και τις συλλογικές του εκφράσεις δεν είναι μια πράξη τυφλής υιοθεσίας και παθητικής μεταφοράς του στο πολιτικό επίπεδο, αλλά μια συνεχής διαδικασία κριτικής οικειοποίησης και πολιτικής-διανοητικής διαμεσολάβησης. Για την αριστερά, η σχέση κοινωνικού-πολιτικού δεν είναι μια αναγωγική σχέση, αλλά μια σχέση επιθυμητής δημοκρατικής έντασης, που ριζοσπαστικοποιεί τις κοινωνικές αναζητήσεις και την πολιτική πρακτική.
Και για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα:
Η πολιτική ισχυροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν προέκυψε μόνο από το ότι η ριζοσπαστική αριστερά συγχρωτίστηκε με τα βάσανα και την οργή του κόσμου και περπάτησε μαζί του στους δρόμους και στις πλατείες. Δεν "συνέβει", επειδή λειτούργησε απλώς ως μεγάφωνο που αναπαρήγαγε μεγεθυμένες τις κραυγές των "από κάτω". Προετοιμάστηκε επί χρόνια, πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά, μέσα από την πολιτική πράξη και τον διανοητικό μόχθο ενός ολόκληρου κόσμου. Στηρίχθηκε στην εμμονή στα στρατηγικά προτάγματα, στις θεωρητικές αναζητήσεις, στην παραγωγή πολιτικών ιδεών. Διπλασιάστηκε μέσα από μια διπλή άρνηση: την άρνηση του πολιτικού πραγματισμού, που δεν μπορεί να παράγει Λόγο και πρακτικές ηγεμονίας, και την άρνηση της διαφυγής στη νεφελοκοκκυγία του "οράματος".
Αν ωστόσο, η σχέση με το "κοινωνικό" είναι για την αριστερά η θεμελιώδης προϋπόθεση για μια πολιτική, προσανατολισμένη στους μετασχηματισμούς που χειραφετούν την κοινωνία και τους ανθρώπους από τους καταναγκασμούς του παρόντος, η σχέση αυτή δεν υπαγορεύει, γραμμικά και μονοσήμαντα, ούτε τις πολιτικές επιλογές ούτε τα στρατηγικά επίδικα.
Το ερώτημα, τί είναι αυτό που θα προσδώσει μια νέα ώθηση στην δυναμική της "επιστροφής", προσεγγίζεται με διαφορετικούς τρόπους.
Διατυπώνεται, για παράδειγμα, η άποψη ότι η απάντηση είναι η κίνηση της αριστεράς στο σπιράλ μιας αέναης ριζοσπαστικοποίησης. Αλλά μια κοινωνία είναι αδύνατον να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση ριζοσπαστικού βρασμού και η αριστερά δεν συγκροτείται αποκλειστικά ως υποκείμενο της κοινωνικής έντασης. Υπάρχουν περίοδοι κοινωνικής αναδίπλωσης, πολιτικού αναστοχασμού, προγραμματικής κεφαλαιοποίησης, σταθεροποίησης των κεκτημένων.
Από την άλλη, η ώθηση αναζητείται αποκλειστικά με όρους συγκυρίας, και αναπόφευκτα, τακτικών πολιτικών κινήσεων. Αλλά σ' αυτή την περίπτωση το εγχείρημα κινδυνεύει να λιμνάσει στο σημερινό πολιτικό-κομματικό πεδίο, το οποίο μάλλον θα έπρεπε να παρακάμψουμε.
Και η αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων μετονομάζεται σε "πρόβλημα των συμμαχιών", όπου οι επιλογές μετεωρίζονται μεταξύ ενός αποστεωμένου αριστερού κομφορμισμού, κεντροαριστερών συνοδοιπόρων και γραφικών εθνολαϊκιστών.
Αλλά τότε τι απομένει; Μια μοναχική πορεία και μια ηθελημένη αποστασιοποίηση από τη διεκδίκηση της διακυβέρνησης;
Όχι αναγκαστικά. Υπάρχει ο δρόμος ενός δεύτερου, πιο συστηματικού ανοίγματος στην κοινωνία και η πρόκληση μιας μεγάλης συζήτησης για τον εναλλακτικό δρόμο. Συζήτηση με ποιούς; "Με όλους τους ανθρώπους καλής θέλησης". Υπάρχει η δυνατότητα προσγείωσης της συζήτησης από τα επίπεδα της πολιτικής αφαίρεσης στο πεδίο του  Προγράμματος (το οποίο έχει εκπέσει σ' ένα είδος βασανιστικού αντικατοπτρισμού). Υπάρχει η διέξοδος να μετατεθεί επιτέλους η ενδοαριστερή αντιπαράθεση από το πεδίο εξαντλημένων πια διλημματικών διπόλων, στο πεδίο της "Μεγάλης Πολιτικής", που, με αφετηρία την ταξικότητα (όπως κι αν αυτή εκφράζεται σήμερα), διεκδικεί και οικοδομεί την ηγεμονία.

Με μια προϋπόθεση βεβαίως: Η συζήτηση δεν αφορά την επιστροφή της αριστεράς και της κοινωνίας στο χθες. Αλλά, τουλάχιστον, στο προαύριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: