14/7/12

Απώθηση και επιθετικότητα: Τα όρια της λογοτεχνικής κριτικής

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Η κριτική του λογοτεχνικού έργου είναι ένα λογοτεχνικό έργο το οποίο ισούται με την εξανάσταση ενός λόγου συμπεριληπτικού και συγχρόνως κινδυνώδους, περί των ιχνών που το λογοτεχνικό έργο διαγράφει και αποτυπώνει μέσα στη γλώσσα και μέσα στο ασυνείδητο της ιστορίας του λογοτεχνικού είδους, στο οποίο επιχειρεί, όχι χωρίς ασυνέχειες ή δημιουργικές αμηχανίες, να ενταχθεί. Τα ίχνη αυτά συγκροτούν ένα πλέγμα λέξεων και συμβόλων σε κατάσταση δυναμικών μεταμορφώσεων, αλλά και εκτροχιασμών, και τίθενται ex principio πέραν της συστημικής ή οποιασδήποτε κατηγοριοποίησης, κατά τρόπον μάλιστα ώστε να απωθείται κάθε εγχείρημα υπόταξης των ιχνών στη συνείδηση του λογοτεχνικού είδους.
Με άλλα λόγια, οι δυναμικές μεταμορφώσεις, οι εκτροχιασμοί και η απώθηση της συστημικής συνιστούν το έργο της κριτικής του λογοτεχνικού έργου, και γι' αυτό το λόγο το έργο της κριτικής δεν αποδέχεται την επιβολή κριτηρίων, παρά αυτοθεσμοθετείται στο χώρο μιας διαλεκτικής μετουσίωσης, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Gaston Bachelard.
Θα επιμείνω στην απώθηση συστημικών κριτηρίων στη λειτουργία του κριτικού λόγου περί του λογοτεχνικού είδους, δεδομένου ότι η επανεύρεση των ιχνών και η τρόπον τινά φανέρωσή τους κατατείνει σ' έναν χώρο κενό, μέσα από τον οποίο αναδεικνύεται ο ψυχικός τόπος και ο ψυχικός τόνος (Stimmung) του λογοτεχνικού έργου. Το κενό εδώ αναλαμβάνει τη διαλεκτική μετουσίωση των τόπων της γραφής, ad infinitum, με αποτέλεσμα η δυναμική μεταμόρφωση και/ή ο εκτροχιασμός της γλώσσας να αντλούνται από το ασυνείδητο της γραφής, να λέγουν ό,τι η γραφή αρνείται να πει και να αιωρούνται ανάμεσα στο στοιχειακό και στη σιωπή, που είναι ο πυρήνας της ενόρμησης του θανάτου της γραφής, και κατά συνέπεια του θανάτου τον οποίο το λογοτεχνικό έργο εγκλείει μέσα στις λέξεις του και προς χάριν των λέξεών του. Διότι, πράγματι, το λογοτεχνικό έργο εξεικονίζει το λειτουργικό του ίχνος, οπότε η πυρηνική του ενόρμηση είναι ο αρχετυπικός θάνατος και η αναπαραγωγή αυτού του αρχετυπικού και στοιχειακού θανάτου μέσα στο πραγματικό των λέξεων, των εικόνων και των συμβόλων.
"Μια λογοτεχνική εικόνα", εξηγεί ο Jean-Yves Tadie, "ανανεώνει τη θεμελιακή εικόνα, ποικίλλει πάνω στο θέμα που δίδεται από το αρχέτυπο, αλλ' αυτή η επαφή, που ο κριτικός αποκαθιστά, εντοπίζει ανελέητα τα κλισέ, τις ψευδοεικόνες, τις ψευδοαξίες". Ο λόγος γίνεται εδώ σχετικά με το αρχέτυπο των ιχνών, με τη θεμελιακή εικόνα, με τη στοιχειακή ορμή του κειμένου και εν τέλει για το ασυνείδητο της ιστορίας του λογοτεχνικού είδους, τα οποία ο κριτικός περί του κειμένου λόγος -το άλλο του κειμένου- ανασύρει, διακυβεύοντας τον εαυτό του μέσα στην περιπλάνησή του στον κενό χώρο, στη σιωπή και στο μη αναπαραστάσιμο της αναπαράστασης. Η διαλεκτική της μετουσίωσης επιβάλλει κατ' αυτόν τον τρόπο την απώθηση των συστημικών κριτηρίων και της συνείδησης της γραφής, υπέρ της αυτοθέσμισης ενός λόγου εν μετεωρισμώ και ενός λογοτεχνικού κειμένου που ενώ έχει γραφεί σύρεται και εν τέλει επιθυμεί, με όλη την ψυχική του θέρμη, την απουσία της γραφής ή τη μεταστοιχείωσή της σε μια παραδεισιακή γλώσσα, κατά το σχέδιο και την προοπτική του Walter Benjamin. Σε αυτή τη γλώσσα, το πράγμα βυθίζεται μέσα στο εσωτερικό τού πράγματος σε μια έλλαμψη ψυχικού τόνου, οπότε μια διαλεκτική εικόνα αναδύεται ως επιθετικότητα του πράγματος ενάντια στον εαυτό του, ενάντια στην εγκαθίδρυσή του μέσα στη γραφή και στην αναπαράσταση.
Με αυτόν τον τρόπο, ο περί του λογοτεχνικού έργου κριτικός λόγος προβαίνει στην ανοικτότητα, για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Martin Heidegger, ενάντια στην κλειστότητα της λογοτεχνικής γραφής, η οποία από τη φύση της είναι υποχρεωμένη να λέγει, ενώ το λειτουργικό της ίχνος σημαίνει, και σημαίνοντας δηλώνει την απόστασή του αλλά εξ ίσου και την εγγύτητά του προς τη γραφή. Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση που κάνει τον κριτικό λόγο επιθετικό έναντι του κειμένου-αποκάλυψη ψευδοεικόνων και ψευδοαξιών. Διότι η επιθετικότητα εδώ συνιστά λόγο εκ των ων ουκ άνευ της λειτουργίας του κριτικού λόγου, έτσι ώστε τα θραύσματα των ιχνών να αποσπώνται και να "ρίχνονται" ως ξόρκια, χωρίς τα οποία το λογοτεχνικό έργο δεν μπορεί να βιώσει τον επιθυμητό αρχετυπικό του θάνατο.
Κατ' ουσίαν, πρόκειται για έναν ανηλεή πόλεμο εικόνων, μεταξύ του δυνάμενου να γραφεί και των λειτουργικών και στοιχειακών του ιχνών. Ή, με άλλα λόγια, μεταξύ των κατά οριζόντια παράταξη εικόνων του κειμένου και της κατακορύφου των θεμελιακών του εικόνων, που ως αρχέτυπα ίχνη υποβάλλουν την επιθυμία της γραφής, για να την αναιρέσουν από τη στιγμή που οι θεμελιακές εικόνες έχουν μεταστοιχειωθεί σε γραφή. Ο κριτικός λόγος είναι εκείνος που θαρραλέα αναλαμβάνει τη φανέρωση αυτού του πολέμου των εικόνων, διακινδυνεύοντας και ο ίδιος να πέσει θύμα, χωρίς ωστόσο αυτός ο κίνδυνος να αναστέλλει το σθένος και την αποφασιστικότητά του. Θέλω να πω, ότι μέσα στη δίνη του πολέμου ο κριτικός λόγος δεν δειλιάζει, αλλά αντίθετα αναδιπλασιάζει την ορμή του, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση και να την αποκαλύψει, δημιουργώντας το λογοτεχνικό έργο μέσα στο λογοτεχνικό έργο, το κείμενο μέσα στο κείμενο, την αφηγηματικότητα μέσα στην αφηγηματικότητα.
Όλες αυτές οι αλληλοσυμπλεκόμενες γραφές, κείμενα και αφηγήσεις γίνονται δυνατά οσάκις η διαλεκτική μετουσίωση τα υποχρεώνει να αναλάβουν τον ρόλο τους ως φορέων δυναμικών μεταμορφώσεων, μέσα από τις οποίες τόσο το λογοτεχνικό έργο όσο και ο κριτικός λόγος ομολογούν την ανάγκη απελευθέρωσης των ιχνών και των λειτουργικών εικόνων. Η ελευθερία που προκύπτει κατ' αυτόν τον τρόπο υπερβαίνει τις δεσμεύσεις της γραφής εξ αιτίας του κενού χώρου της. Είναι μια ελευθερία που αποδεσμεύει κάτι "περισσότερο πραγματικό από τις λέξεις", για να δανειστώ μια διατύπωση του Maurice Blanchot. Αυτή η λειτουργία τού περισσότερο πραγματικού από τις λέξεις είναι εξάλλου η σκοτεινή δύναμη του κριτικού λόγου, και συγχρόνως η μαγεία του, αφού με τρόπο σχεδόν μαγικό εξαναγκάζει το λογοτεχνικό έργο να αποσπασθεί από τον εαυτό του και να φανερώσει το επιθυμητικό του αρχετυπικό στοιχείο, το οποίο χωρίς την επιθετικότητα του κριτικού λόγου θα παρέμενε θαμμένο μέσα στις δεσμεύσεις της γραφής. Ο κριτικός λόγος αγρυπνά και εποπτεύει το λογοτεχνικό κείμενο, κατά τρόπον ώστε να οδηγεί το κείμενο σε μια εξόπτευση των θεμελιακών εικόνων του, σε μια διάχυσή τους στο φως, σε μια αναγκαία συνδιαλλαγή τού κρυμμένου με το εμφανές, του δηλωμένου με το άδηλο.
Ο κριτικός λόγος είναι μια επερώτηση που απευθύνεται στο λογοτεχνικό έργο. Είναι, όπως έχει πει σε ένα άλλο, αλλά όχι πολύ διαφορετικό συμφραζόμενο, ο Maurice Merleau-Ponty, "το εγχείρημα με το οποίο μια ορισμένη διάταξη των σημείων και των ήδη διαθέσιμων σημασιών καταφέρνει να αλλοιώσει, έπειτα να μεταμορφώσει καθένα από αυτά και, τελικά, να αποστάξει μια καινούργια σημασία". Η απόσταξη λοιπόν της καινούργιας σημασίας μέσω της αλλοίωσης και της δυναμικής μεταμόρφωσης, των διαθέσιμων σημασιών τις οποίες κομίζει το λογοτεχνικό έργο, είναι η αποφασιστική συμβολή του κριτικού λόγου, καθώς αυτή η καινούργια σημασία εγγράφεται και ενθηκεύεται μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο, ως κατ' εξοχήν σημείο του κειμένου και επιπλέον ως ανάδυση ίχνους και επιθυμίας της θεμελιακής του εικόνας να εκθέσει τον εαυτό της, διασπώντας την ασάφεια των διαθέσιμων σημασιών.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο κριτικός λόγος συγκροτείται μέσα σε μια κατάσταση αρνητικότητας, η οποία δεν παραπέμπει στο νόημα, αλλά ούτε και στην ίδια την ύπαρξη του λογοτεχνικού κειμένου. Αντίθετα μάλιστα: παραπέμπει ευθέως στην άρνηση του νοήματος και στην αναδιάταξή του μέσα στον κενό χώρο και στη σιωπή, επενδύοντας δημιουργικά στο διφορούμενο των σημασιών, στη στιγμή εκείνη κατά την οποία οι λέξεις του κειμένου διαφεύγουν και αρνούνται να ενταχθούν στην ύπαρξη του κειμένου. Έτσι άλλωστε αιτιολογείται πλήρως η απώθηση των συστημικών κριτηρίων και έτσι η επιθετικότητα του κριτικού λόγου καθίσταται πεδίο ανθεκτικότητας προς ό,τι είναι σταθερά σημασιοδοτημένο και εμφανές μέσα στο λογοτεχνικό έργο. Ο κριτικός λόγος αναμοχλεύει τον βυθό του λογοτεχνικού κειμένου και συμβάλλει στη διαλεκτική μετουσίωση των διαθέσιμων σημασιών, κατά τρόπον ώστε η αποδόμηση του κειμένου να συνιστά ένα καινούργιο λογοτεχνικό κείμενο, ένα κείμενο μέσα στο κείμενο, ένα κείμενο ως το άλφα του κειμένου, ως η ευεργετική τού κειμένου ετερότητα.

Ο Στέφανος Ροζάνης είναι καθηγητής φιλοσοφίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: