4/5/24

Οφειλή

Παραλαμβάνοντας το Κρατικό βραβείο δοκιμίου από τη Μελίνα Μερκούρη (1984)

(μια απονενοημένη επανάκαμψη)
 
Του Σπύρου Κομιανού*
 
Θα εξακολουθήσω ν’ αγωνίζομαι με όλες μου τις δυνάμεις εναντίον της αμάθειας και της ημιμάθειας, του οππορτουνισμού και του αρριβισμού, του γλειψίματος και της αλλαξοκωλιάς, ιδίως στους κύκλους των λεγόμενων  “πνευματικών ανθρώπων”, στην Ελλάδα  και αλλού.
 (Από το υστερόγραφο της επιστολής του Γ. Βελουδή στον Διευθυντή του περιοδικού Αντί, Ιωάννινα, 14.5.1998)
 
Αποδέχτηκα με χαρά την τιμητική πρόσκληση των ιστορικών «Αναγνώσεων» της Αυγής να συνεισφέρω στο αφιέρωμα με αφορμή την συμπλήρωση 10 χρόνων από το θάνατο του, αναμφίβολα σπουδαίου νεοελληνιστή/συγκριτολόγου Γ. Βελουδή, με τον οποίο η τύχη το έφερε να συνδεθώ στενά σε προσωπικό  επίπεδο σχεδόν από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα ως φοιτητής  στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Η χαρά αυτή είναι στην πραγματικότητα  και μια ευκαιρία να ξεπληρώσω με κάποιον τρόπο, έστω και καθυστερημένα, ένα προσωπικό χρέος προς τον άνθρωπο που  μου άλλαξε την ζωή  και στάθηκε  δεύτερος πατέρας μου, όχι μόνο πνευματικά, αλλά και κυριολεκτικά, αφού  πέρα από το μόνιμο ενδιαφέρον του για την ζωή, τις σπουδές, την υγεία μου –ακόμα και την διατροφή μου!– συχνά ανέλαβε οικειοθελώς, και με εκπληκτική γενναιοδωρία, και πολλές από τις υλικές υποχρεώσεις ενός βιολογικού πατέρα.
Φυσικά, λόγω των στενών χωρικών και χρονικών περιθωρίων που επιβάλλει η δημοσιογραφική πραγματικότητα και η προσωπική μου καθημερινότητα, δεν διανοούμαι να προσεγγίσω παρά μόνο ακροθιγώς το πλούσιο και πολυσχιδές έργο αυτού του ακούραστου και πολυγραφότατου εργάτη της γραμματολογίας. Γι αυτό θα περιοριστώ αρχικά σε ορισμένες βιωματικού/προσωπικού χαρακτήρα παρατηρήσεις, ελπίζοντας και προσδοκώντας να αναδείξω ορισμένες πλευρές της προσωπικότητας και του (παρεξηγημένου μερικές φορές) χαρακτήρα του, άγνωστες σε όσους δεν τον γνώριζαν ιδιωτικά, αλλά και σε μερικούς με τους οποίους  διασταυρώθηκαν η ζωή και τα «ξίφη» τους. Έπειτα, θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω ορισμένες πλευρές του πλούσιου και πολυσύνθετου επιστημονικού έργου του.   
Γνώρισα τον προερχόμενο από το Νεοελληνικό Ινστιτούτο στο Μόναχο Βελουδή σχεδόν με την άφιξή του στα Γιάννενα στο, απομακρυσμένο, πια, χρονικά καλοκαιρινό εξάμηνο του 1985, αρχικά μέσα από τις παραδόσεις του, ενώ το όνομα του είχε ήδη περιβληθεί με πολλές προσδοκίες μεταξύ των παλαιότερων φοιτητών.  
Η πρώτη εντύπωσή του, την οποία σχολίαζε συχνά με το γνωστό απερίφραστο πότε ειρωνικό/σαρκαστικό και πότε αθυρόστομο και βωμολοχικό ύφος του, που ενδεχομένως θα του προξενούσε προβλήματα στην εποχή του αμερικανοφερμένου ολοκληρωτισμού της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας», ηταν σοκαριστική. Τον αποσβόλωνε η ακαταστασία, τον εξόργιζε η ελλιπής οργάνωση, τον αποθάρρυναν οι προβληματικές κτηριακές υποδομές και τον εξέπλητταν οι βρόμικες αίθουσες με πολιτικά συνθήματα και κάθε είδους σλόγκαν αναγραμμένα σε θρανία, τοίχους και πόρτες, ενώ ο  διαρκής αφισοπόλεμος των φοιτητικών παρατάξεων, στον οποίο δεν ήμουν αμέτοχος και ο οποίος έπληττε ανελέητα κάθε σπιθαμή και κάθε διαθέσιμη επιφάνεια του αύλειου χώρου αλλά και του εσωτερικού τού εγκαταλελειμμένου και ερειπωμένου πια ιστορικού κτηρίου στην Δόμπολη, ήταν αδιάλειπτη προσβολή για την αισθητική του. Κάπως έτσι προσήψε στο κτήριο τον χαρακτηρισμό «κωλοχανείο», αν και η δηκτική ειρωνεία του είχε στο στόχαστρο κυρίως το «Αθήνησι πανεπιζήμιο» ή/και το «Υπουργείο Φθίνοντος Πολιτισμού». Αργότερα, όταν βρέθηκα κι εγώ στο Μόναχο μετά από δική του προτροπή και ενθάρρυνση, κατάλαβα ότι η αντίδρασή του αυτή ήταν απόλυτα εξηγήσιμη και εύλογα  αναμενόμενη για κάποιον που πέρασε ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του και  κυρίως  της «αλησμόνητης νιότης» του, όπως ο ίδιος έλεγε, κατά τις πολιτικά, κοινωνικά, επιστημονικά και με κάθε άλλη έννοια εκρηκτικές και κοσμογονικές δεκαετίες του 1960 και 70 μέσα και γύρω από το κτήριο –κόσμημα του Ludwig Maximilian Universität, της Universitätsbibliothek και της Bayerische Staatsbibliothek.
Το πρώτο γνωστικό αντικείμενο που δίδαξε ήταν ο αγαπημένος του Κ. Χατζόπουλος, με τον οποίο τον συνέδεαν, τουλάχιστον, ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός, η «κοινωνιστική» σκέψη και η γερμανομάθεια ή, ακριβέστερα, η γερμανική παιδεία και το Μόναχο (!), εστιάζοντας  στα  διηγήματα, αλλά εμμένοντας  εμφατικά και εκτενέστερα στον «Πύργο του Ακροποτάμου», την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε στο γνωστό τομίδιο  των εκδόσεων «ΟΔΥΣΣΕΑΣ».  Θυμάμαι ακόμα την σχολαστικότητα με την οποία επέμενε στην σωστή γραφή του ονόματος του αγρινιώτη συγγραφέα (Χατζόπουλος, όχι ΧαΝτζόπουλος). Η διορατικότητα και η θεωρητική του κατάρτιση του επέτρεψαν να διακρίνει – σε αντιστοιχία με την ευρωπαϊκή εξέλιξη του «φεμινισμού» - τον μικροαστικό, «παρρενικό» εκφυλισμό της γυναικείας «χειραφέτησης» σε ενσωμάτωση (και) της γυναίκας στο καταπιεστικό καπιταλιστικό σύστημα μέσω της διεκδίκησης των αστικών πολιτικών δικαιωμάτων της.  
Στη συνέχεια, μας πρόσφερε τμηματικά «ψηφίδες» της εκκολαπτόμενης «γραμματολογίας» του που επεξεργαζόταν παράλληλα με άλλα ερευνητικά ενδιαφέροντα, της οποίας η τελική έκβαση ήταν το ομότιτλο, θεμελιώδες και πρωτοποριακό για τα τότε χέρσα ελληνικά βιβλιογραφικά δεδομένα, σύγγραμμα των εκδόσεων τού τότε  φίλου του Λάζου (εκδόσεις «ΔΩΔΩΝΗ»).
Ήταν ο πρώτος που άρχισε τότε να προσφέρει και σεμινάρια στο πρότυπο των γερμανικών πανεπιστημίων και επέμενε στην εξοικείωση των συμμετεχόντων με την ερευνητική εργασία και την λεπτομερειακή μελέτη της συχνά δυσεύρετης βιβλιογραφίας, στης οποίας την πρόσβαση αρκετές φορές μας διευκόλυνε ο ίδιος. Το πρώτο σεμινάριο που οργάνωσε, μια κλασικού τύπου συγκριτολογική προσέγγιση, ήταν αφιερωμένο σε ένα από τα γνωστά και διαχρονικά ερευνητικά  ενδιαφέροντά του, τις ευρωπαϊκές πηγές του Σολωμού, που εξέβαλε αργότερα στην μονογραφία του για τις πραγματολογικές βάσεις και τις θεωρητικές προσεγγίσεις της απήχησης του γερμανικού ρομαντισμού στη σκέψη και το έργο του Σολωμού.     
Η προσωπικότητά του, η παθιασμένη ενασχόληση με την επιστήμη του, η αδιαπραγμάτευτη αφοσίωσή του στην έρευνα, η εμβρίθεια και η ευρύτητα του πνεύματός του, όπως και ο αυτοσαρκασμός του  με εντυπωσίασαν από την αρχή και, έτσι, η σχεδόν ανελλιπής παρουσία μου στις παραδόσεις του ήταν η αφορμή της γνωριμίας μας, την οποία σταμάτησε μόνο ο κυριολεκτικά α(προσ)δόκητος θάνατός του. Ειδικά τα πρώτα χρόνια της διαμονής του στα Γιάννενα (δεν ήταν «ιπτάμενος») και πριν απογοητευτεί οριστικά και αμετάκλητα από τις ελληνικές συνθήκες, αναζητούσε την επαφή και την συναναστροφή με τους φοιτητές. Έτσι, μερικοί πολιτικοποιημένοι και με φιλολογικά/φιλοσοφικά ενδιαφέροντα φοιτητές από τον χώρο της αριστεράς βρήκαμε καταφύγιο στο σπίτι του, όπου μας καλούσε και όπου, εκτός από την πνευματική τροφή που απολαμβάναμε, γευόμαστε όχι μόνο τα αστείρευτα καλαμπούρια και τα περιβόητα όσο και δηκτικά  λογοπαίγνιά του με τα ονόματα γνωστών προσώπων και θεσμών, αλλά και την εξαιρετική κουζίνα του. Ο Βελουδής δεν ήταν μόνο εργάτης του πνεύματος, αλλά  καθώς διέθετε και εξαιρετικά αναπτυγμένους γευστικούς κάλυκες, είχε εξελιχθεί - για όσο καιρό τού επέτρεπαν οι σωματικές και ψυχικές  δυνάμεις του -  και σε δεξιοτέχνη της μαγειρικής.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να κάνω στην (κοινωνική) ευαισθησία του. Αν και δεν ήταν ποτέ ο άνθρωπος της μεγάλης παρέας, δεν ήταν ούτε ο αποστειρωμένος από την κοινωνική πραγματικότητα πανεπιστημιακός. Δεν ζούσε σε γυάλινο ή άλλου είδους «πύργο» ούτε είχε την ματαιοδοξία της αυτάρεσκης αυτό- ή ετερόκλητης συμπερίληψής του στην αποκαλούμενη «πνευματική ελίτ». Ενημερωνόταν συνεχώς για την πολιτική επικαιρότητα, την οποία ανέλυε με εργαλεία τις εδραιωμένες ιστορικές και κοινωνιολογικές γνώσεις του, ειδικά δε με την μαρξιστική, μη σοβιετικής, δυτικής  κοπής κοινωνική προσέγγιση (G. Lukács, L. Goldmann, Σχολή της Φρανκφούρτης) και με ματιά που παρέπεμπε σε ένα από τα ιερά τέρατά του, τον Μπρεχτ, τον οποίο δεν αντιλαμβανόταν «ούτε [ως] «σταλινιστή, ούτε [ως] τροτσκιστή, ούτε [ως] μαοϊστή» κλπ., «ούτε, [ως] έτσι θολά κι’ αόριστα, αριστερό», αλλά ως «κάτι πολύ απλό, πολύ δύσκολο και πολύ σπάνιο: μαρξιστή». Γι’  αυτό και έδειχνε ενδιαφέρον για φοιτητές με οικονομικές δυσκολίες, ώστε πολλές φορές μάς απάλλασσε από το οικονομικό βάρος για φωτοτυπίες, αναλαμβάνοντας ο ίδιος το κόστος: «πήγαινε στον Ρ. [το φωτοτυπείο πίσω από την Νομαρχία στα Γιάννενα]  και πες ότι είναι του Βελουδή» είναι η φράση που, όχι μόνο σε μένα, έλεγε συχνά. Χωρίς να υιοθετώ απλοϊκές αιτιοκρατικές  ερμηνείες, η στάση του αυτή σχετίζεται πιθανότατα τόσο με την ταξική του καταγωγή όσο και με τα σκληρά παιδικά του χρόνια: ο Βελουδής ήταν γιος  εργάτη/ηλεκτροτεχνίτη που σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα, όταν ο μικρός Γιώργος ήταν τριών ετών, ενώ τρία χρόνια αργότερα έχασε και τη μάνα του και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο.
Αν και κάθε άλλο παρά αδιάφορος ήταν για τον αγώνα κατά της Χούντας στην Ευρώπη και είχε μάλιστα υπογράψει μια διαμαρτυρία για την απόλυση πανεπιστημιακών από το αμερικανοστήρικτο καθεστώς, το οποίο, γι αυτό ακριβώς, δεν του επέτρεπε την είσοδο στη χώρα, δεν αναφερόταν καθόλου σ’ αυτό, δεν επιχείρησε να το εξαργυρώσει στα χρόνια του ούριου άνεμου της «αποχουντοποίησης» ούτε επιδίωξε δάφνες και περγαμηνές ή πιστοποιητικά αντιστασιακού φρονήματος, από εκείνα που στα χρόνια της πασοκικής «μεταπολίτευσης» παρέχονταν σωρηδόν και αφειδώς και τυπώνονταν πληθωριστικά και καταχρηστικά…        
Είναι ενδεικτικό του χαρακτήρα και της νοοτροπίας του ότι ακόμα και στο κυλικείο της Φιλοσοφικής Σχολής αρνούνταν να του παραχωρήσουμε την θέση μας και περίμενε υπομονετικά στην ουρά μέχρι να έρθει η σειρά του.    
Η επικοινωνία μας όχι μόνο διατηρήθηκε συνεχής και αδιατάρακτη και μετά το τέλος των σπουδών μου στα Γιάννενα, αλλά και εντάθηκε κατά την διάρκεια της πολύχρονης εγκατάστασής μου στο Μόναχο. Εκεί συνήθιζε να έρχεται τακτικά σχεδόν κάθε χρόνο μέχρι τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας, όσο ακόμα του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Προτιμούσε τον Μάιο που το συνήθως ανοιξιάτικο Μόναχο, αν εξαιρέσουμε τις ξαφνικές θερμές καταιγίδες, αποτελεί έργο τέχνης – αρμονική σύζευξη φυσικής ομορφιάς και καλαίσθητης αρχιτεκτονικής. Κάθε φορά ήταν γι αυτόν νόστος και χρονομηχανή. Ένιωθε πάντα σαν να γύριζε στο σπίτι του και στα χρόνια της ανεπίστρεπτης νιότης του, όπως έλεγε με απαραγνώριστα μελαγχολική / νοστ-αλγική διάθεση. Οι τελετουργικοί περίπατοί του στο πολεοδομικό συγκρότημα γύρω από το πανεπιστήμιο, από την Schelling-, την Amalien- και την Türkenstraße μέχρι το Technisches Universität και από κει πίσω στην Leopoldstraße, ισοδυναμούσαν με προσκύνημα στον τόπο που συνδιαμόρφωσε την προσωπικότητά του. Στα φωτοτυπεία και τα εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία της περιοχής ήταν γενναιόδωρος πελάτης και τακτικός θαμώνας. Γνώριζε όλα τα εστιατόρια βαυαρικής κουζίνας και τις παραδοσιακές μπιραρίες της περιοχής. Μέχρι που τον έπληξαν και αυτόν προσωπικές τραγωδίες, φρόντιζε να συναντιέται εκεί, μεταξύ άλλων, και με τον φίλο του Ε. Treptow, τον μαρξιστή καθηγητή φιλοσοφίας στο LMU (δεν είχαν απομείνει και πολλοί αυτού του είδους στο πολιτικά συντηρητικό και σίγουρα αντικομμουνιστικό, αν και σοσιαλδημοκρατικό Μόναχο…). Έμαθα πολλά ακούγοντας τις συζητήσεις τους σ' αυτές τις νυχτερινές εξόδους στα γνωστά (φοιτητομάγαζα) της περιοχής, για τα οποία διηγούταν διάφορες ιστορίες, που, δυστυχώς, δεν είχα σκεφτεί ποτέ να καταγράψω. Διέκοπτε προσωρινά τις φιλολογικές παρατηρήσεις ή τα ανέκδοτα μόνο την στιγμή που εμφανιζόταν ο σερβιτόρος και παρατηρούσε με πατρικό ενδιαφέρον την παραγγελία μου, για να γκρινιάξει αμέσως, αν κάτι του φαινόταν ανθυγιεινό, ενώ γινόταν έξω φρενών με κάθε τσιγάρο που άναβα, προτού απαλλαγώ οριστικά και αμετάκλητα απ’ αυτή την θανατηφόρα εξάρτηση.
Έμενε πάντα στην ίδια Pension (am Siegestor), απέναντι από την σχολή Καλών Τεχνών (Akademie der Bildenden Kuenste) και με τα χρόνια είχε αναπτύξει οικειότητα με την διεύθυνση και το προσωπικό.  Καβγαδίζαμε με μονότονη κανονικότητα, επειδή πάντα επέμενε να πληρώνει τη βενζίνη για την μεταφορά του από και προς το αεροδρόμιο της πόλης. Όλα τα ταξίδια προς το Μόναχο της καρδιάς του δεν ήταν μόνο για διακοπές ή επιστροφή στην Εδέμ των αναμνήσεών του. Ήταν συνδεδεμένα με τα κάθε φορά ερευνητικά σχέδιά του και την βιβλιογραφική ενημέρωσή του, προτού κυριαρχήσει το διαδίκτυο.
Ζωηρές και αξέχαστες αναμνήσεις διατηρώ ακόμα και από τις επισκέψεις μου στο σπίτι του στην Αθήνα. Εκεί, στην Αραχώβης 28, στα Εξάρχεια, στον τέταρτο όροφο, ζούσε σε ένα διαμέρισμα- ναό του βιβλίου. Όλα τα δωμάτια - και ήταν 5άρι – ήταν γεμάτα με ράφια και βιβλία. Εννοείται ότι ήταν γνώριμος και τρόφιμος σε όλα τα παραδοσιακά μαγαζιά εστίασης από την Σόλωνος μέχρι την ανυπότακτη συνοικία των Εξαρχείων. Για την (ευρύτερη) περιοχή ποτέ δεν παραπονέθηκε, με εξαίρεση τις διαμαρτυρίες του για τον κίνδυνο από την ακροβατική οδηγική συμπεριφορά ασυνειδήτων μηχανόβιων, οι οποίοι είχαν δικό  τους κυκλοφοριακό κώδικα και από τους οποίους πίστευε -όχι  εντελώς άδικα – ότι κινδύνευε.
Τα καλοκαίρια αποτελούσαν  μόνιμη πηγή ανησυχίας μου και αφορμή για καβγαδάκια οικογενειακού χαρακτήρα. Περνούσε τον Αύγουστο κάνοντας διακοπές πότε στο Λουτράκι και πότε στην Εύβοια, αλλά επέμενε να χρησιμοποιεί το κινητό, όπως πολλοί μηχανόβιοι το κράνος: μόνο για «διακοσμητικούς» λόγους.
Τα ξαναλέμε τον Σεπτέμβρη, ήταν η μόνιμη επωδός του
- Κι αν σου συμβεί κάτι;
- Θα το μάθεις από τις εφημερίδες, μού απαντούσε γελώντας, όπως και τελικά έγινε μαρτιάτικα, χωρίς να προλάβω να τον επισκεφτώ τέλος Ιουνίου, όπως είχαμε συμφωνήσει – πάντα νομίζουμε ότι έχουμε άφθονο χρόνο - χωρίς να λογαριάσουμε τον ξενοδόχο ή μάλλον την Κλωθώ και την Άτροπο και αψηφώντας ασυγχώρητα και οι δυο μας την Λάχεση…  
Ολοκληρώνοντας το πρώτο μέρος αυτού του προσωπικού μου  μνημόσυνου στον δάσκαλο της ζωής μου, θα σταθώ λίγο στο γεγονός του θανάτου του. Η θλιβερή είδηση με βρήκε στο facebook. Εκείνο το βράδυ του Σαββάτου μόλις είχα επιστρέψει από το γυμναστήριο, όταν διάβασα, από την ανάρτηση ενός συμφοιτητή μου του άρθρου της «Καθημερινής», τη γνωστοποίηση του θανάτου του. Είχαμε να μιλήσουμε καμιά 20ριά μέρες στο τηλέφωνο, αλλά πέρα από τα συνηθισμένα παράπονα και τις φοβίες των ηλικιωμένων, που μεγεθύνει η μοναξιά, τίποτα δεν έδειχνε ότι έπρεπε να ανησυχώ και, σίγουρα, δεν είχα λόγο να φοβάμαι σύντομα την επίσκεψη του παλαμικού «μαύρου καβαλάρη», που εμφανίστηκε τελικά με την μορφή του πνευμονικού οιδήματος. Η αρχική μου αντίδραση ήταν μια κλασική άρνηση. Όχι, δεν πρόκειται για τον Βελουδή, αλλά για τον Βελούδη (τον καθηγητή γλωσσολογίας στο ΑΠΘ - ελπίζω ότι θα μου το συγχωρήσει…). Μόνο που ταίριαζαν όλα τα άλλα στοιχεία και, έτσι, προσπαθώντας να αποφύγω να την πάθω όπως ο Μενέλαος με την «Ελένη» του Ευριπίδη, άρχισα να ψάχνω την είδηση και σε άλλες εφημερίδες που αρθρογραφούσε, όπως στο «Βήμα», και γρήγορα πείστηκα για το αναπότρεπτο.  Το τηλέφωνό του εξακολουθούσε να χτυπά, όπως πάντα. Και όπως πάντα,  περίμενα να ακούσω το ηχογραφημένο μήνυμα μέχρι να πω το όνομά μου και να απαντήσει (έτσι απέφευγε τους ανεπιθύμητους) - μάταια αυτή τη φορά. Τελικά, μέσα από πυρετώδεις αναζητήσεις και πολύωρες  τηλεφωνικές διαδρομές,  κατόρθωσα να επικοινωνήσω με μια συγγενή του, την Καίτη, με την οποία παραμένουμε από τότε φιλικά συνδεδεμένοι, και να προφτάσω να μεταβώ εγκαίρως στην Αθήνα, για να παραστώ στην κηδεία του. Αν και δεν έχω ευθύνη γι’ αυτό (ούτε και η Καίτη), ακόμα και μετά από μια δεκαετία το φέρω βαρέως ότι τελικά πέθανε στην κλινική  - η οποία, μόνο μετά τον θάνατό του, αναζήτησε συγγενείς -  έτσι όπως πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του: μόνος…
Είναι θαμμένος (απεχθάνομαι τους ευφημισμούς) σε κείνο το χαοτικό νεκροταφείο του Σχιστού, στο  οποίο – πράγμα σοκαριστικό  για έναν επαρχιώτη, όπως εγώ - ακόμα και οι κηδείες διεκπεραιώνονται με μια  ανατριχιαστικά βιομηχανοποιημένη τυποποίηση. Στην κηδεία του, Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014, βρεθήκαμε εκεί λιγοστοί άνθρωποι, για να τον συνοδεύσουμε στην σύντομη διαδρομή προς τον τάφο του. Δεν θα παραλείψω να αναφέρω ότι, απ’ όσο τουλάχιστον αντιλήφθηκα, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το οποίο και υπηρέτησε και κόσμησε με την παρουσία του και του οποίου το κύρος αναβάθμισε με το διδακτικό και ερευνητικό έργο του, αποδείχτηκε – πέρα από την τυπική, για την απόδοση τιμών απόφαση της Συγκλήτου - μικροπρεπές και μικρόψυχο, ώστε να μην παραστεί στην κηδεία με επίσημο εκπρόσωπό του. Ήταν και αυτό μέρος του τιμήματος που έπρεπε να καταβάλει για την ελευθεροστομία του, το ανυπότακτο και «ελεύθερο πνεύμα» του, τον αιχμηρό και κάποτε δηκτικό/σκωπτικό λόγο του και τον ασυμβίβαστο και ανυποχώρητο χαρακτήρα του, δείγμα του οποίου, αντί πολλών άλλων παρέθεσα εμβληματικά ως  motto και απόδειξη της ευτυχώς – όπως ο ίδιος την σχολίαζε και την χαρακτήριζε – «αποτυχημένης επανενσωμάτωσής [του] στην ελλαδική Έρημη Χώρα», αν και υποθέτω βάσιμα ότι δεν θα έδινε μεγάλη σημασία σε υποκριτικά παριστάμενους- «παρείσακτους». Ο Βελουδής ήταν σε όλη τη ζωή του και σε κάθε πράξη του ο διαμετρικά αντίθετος «ανθρωπότυπος» από εκείνο τον «κάλπικο παρά», τον Λαυρέντη, που μετωνυμικά, αντί πολλών άλλων ομοίων του, διέσυρε ειρωνικά στο αντισυμβατικό «επιτύμβιό» της η νηφάλια, γενικά, φωνή του Μ. Αναγνωστάκη. Ο Βελουδής ούτε έζησε ούτε κηδεύτηκε «δημοσία δαπάνη».
Προσπάθησα μέχρι εδώ να παρουσιάσω τον Βελουδή, με τα δικά μου μάτια και τις προσωπικές μου εμπειρίες, όπως τον έζησα από κοντά για πολλά χρόνια. Σκιαγράφησα πτυχές του ανθρώπου Βελουδή, ενός Βελουδή ανήσυχου, ασυμβίβαστου, αυστηρού με πολλούς και πολλά, αλλά, ταυτόχρονα, και ευαίσθητου και ευάλωτου  – του δικού μου Βελουδή.
Όμως, πέρα από τον άνθρωπο βρίσκεται η επιστημονική παραγωγή, στην οποία αφιέρωσε με παθιασμένη αποκλειστικότητα όλη του τη ζωή. «Παντρεύτηκα την επιστήμη» έλεγε όλο και πιο συχνά τα τελευταία  χρόνια της ζωής του, με μια ευδιάκριτα πικρή χροιά στη φωνή και με την επίγνωση του αναπότρεπτου.                  
Όπως προανέφερα, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να ολοκληρώσω αυτό το σημείωμα με μια αδρομερή, έστω, σκιαγράφηση μερικών, τουλάχιστον, σταθμών του πολυσχιδούς έργου του και με μια αναφορά στον πλούτο και το βάθος των ποικίλων γνώσεών του. Μαθητής του Δημαρά, όπως του άρεσε να λέει, είχε αναπτύξει ένα ευρύ φάσμα ερευνητικών ενδιαφερόντων και είχε εντρυφήσει στα πιο διαφορετικά αντικείμενα, αποφεύγοντας τον σύγχρονο Ιανό της μονομερούς εξειδίκευσης. Το έργο αυτό εκτείνεται από την ιστορία, την φιλολογία – με την πρωταρχική σημασία του όρου, εννοούμενη ως αποκατάσταση κειμένου - και την συγκριτική γραμματολογία μέχρι την κοινωνιολογία, την ψυχανάλυση, την  θεωρία και την ερμηνεία της λογοτεχνίας. Και διακλαδώνεται από τα λαϊκά παραμύθια για τον «Αλέξανδρο», τον Schiller, τον Brecht , το περιοδικά ανανεούμενο ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία της αντίστασης και την λογοτεχνία-ντοκουμέντο μέχρι τις, «κοινωνιο-λογοτεχνικής» αφετηρίας  και «αξιωματικού» χαρακτήρα,  ευσύνοπτες, αλλά καίριες και θεμελιώδεις, παρατηρήσεις του για την διάκριση της «λόγιας» από την «λαϊκή» λογοτεχνία και το νεότερο λαϊκό  ρομάντζο, για το οποίο εύλογα πίστευε ότι, πέρα από κάθε αξιολογική κρίση, αποτελεί -αυτοδίκαια- νόμιμο ερευνητικό πεδίο μιας μη κανονιστικής επιστήμης, εξίσου, όπως η και λεγόμενη υψηλή λογοτεχνία της αστικής κοινωνίας.     
Προσπερνώντας την προαναφερθείσα μελέτη του για τον Κ. Χατζόπουλο, τις πρώιμες εργασίες για την «φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου»», την μελέτη  για τον Fallmerayer  και  τον ελληνικό ιστορισμό  ή την έρευνά του για «το ελληνικό τυπογραφείο των Γλυκήδων στη Βενετία», θα υπενθυμίσω την δακτυλογραφημένη“Germanograecia”, εκείνη την εξαντλητική συλλογή πηγών για την ελληνογερμανική γραμματειακή επικοινωνία, δείγμα τής διαρκώς συγκριτολογικής οπτικής του, που ακόμα περιμένει την αξιοποίησή της, την πραγματολογικά λεπτομερειακή και θεωρητικά εμβριθή μονογραφία για τις γερμανικές πηγές του ευρωπαίου ρομαντικού Σολωμού, που εκβάλλει σε μια εντυπωσιακή ανασύνθεση της γερμανικής ρομαντικής ποιητικής, αλλά και τις μεταγενέστερες εργασίες του στον Σολωμό, από τα διάφορα κριτικά άρθρα μέχρι την σχολιασμένη έκδοση και επιμελημένη, αποβλέπουσα, προγραμματικά, στην αποκατάσταση και προσαρμογή της σολωμικής φιλοσοφικής ορολογίας στα σημερινά ερευνητικά δεδομένα και στην (σύγχρονη) νεοελληνική απόδοση των στοχασμών του επτανήσιου ποιητή για τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του  και, φυσικά, την δική του εκδοτική πρόταση στο ακανθώδες και επίμαχο ζήτημα της ταξινόμησης και παρουσίασης του (ελληνόγλωσου) σολωμικού έργου, με όλη την σχετική αντιπαράθεση που προκάλεσε για τον ποιητή, και την γενικότερη συζήτηση που ανακίνησε όχι μόνο για σημαντικές πτυχές του ελληνικού ρομαντισμού στην αθηναϊκή και την επτανησιακή εκδοχή του, αλλά και για την νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα στο σύνολό της, όπως και για τις θεωρητικές και πολιτικές προϋποθέσεις της ελληνικής ιστοριογραφίας (της «τριαδικότητας») και την συνάρτησή της με τον τότε αναδυόμενο εθνικισμό του «πρότυπου βασιλείου» και τον τυχοδιωκτικό αλυτρωτισμό του. Με ακαταπόνητη μελέτη, υπομονετική επεξεργασία και αξιοποίηση των σχετικών τεκμηρίων της πρόσληψης του συνολικού σολωμικού έργου, στηλίτευσε την «αγιοποίηση», την αυθαίρετη «ελληνοχριστιανική» οικειοποίηση και ιδεολογικοποίηση του Σολωμού και επέμεινε αταλάντευτα στην ανάδειξη και προβολή της ιταλικής και ευρύτερα ευρωπαϊκής παιδείας του, ενάντια στην μονομέρεια και την γελοιότητα της επετειακής-πανηγυριώτικης και «λαϊκιστικής»/δημοτικιστικής/τρικουπικής εθνικιστικής παραμόρφωσης και συρρίκνωσης του έργου του με τους άνωθεν εντεταλμένους ευτελείς και τετριμμένους πανηγυρικούς της εθνικόφρονης αγυρτείας – όχι μόνο της εμφυλιακής περιόδου - και τις άλλες μορφές του κρατικού- εθνικιστικού σφετερισμού του .   
Αξίζει, επίσης, να αναφέρω την συμβολή του στην μελέτη του ογκώδους έργου του πολυγραφότατου Ρίτσου. Η περιοδολόγηση της ποιητικής παραγωγής του, η σκιαγράφηση της πορείας της τέχνης του, η εξέλιξη της ποιητικής του, η αναδίφηση και ερμηνεία επαναλαμβανόμενων συμβόλων και, τέλος, η ανίχνευση της σύζευξης της αυτοβιογραφίας με την Ιστορία, όπως και η χαρακτηριστική, και στον Ρίτσο, αν και όχι αποκλειστικά  μοντερνιστική, ελληνική και ευρωπαϊκή στροφή στην αξιοποίηση του αρχαιοελληνικού μύθου, αποτελούν μέρος μόνο της ερμηνευτικής συμβολής του Βελουδή στο έργο του μονεμβασιώτη ποιητή.
Ιδιαίτερη μνεία, όμως, νομίζω πως πρέπει να γίνει στο ενδιαφέρον του για την θεωρία της λογοτεχνίας, όπως πιστοποιείται ήδη από τις προπαρασκευαστικές «ψηφίδες» και, προπάντων, από την εντυπωσιακή σε πληροφοριακότητα όσο και σε βιβλιογραφική τεκμηρίωση, ρηξικέλευθη, καρπό πολύχρονης και ακούραστης  ενασχόλησης, «Γραμματολογία» του, με την οποία  άνοιξε στους φοιτητές, τους ειδικούς, αλλά και το ευρύτερο ενδιαφερόμενο κοινό νέους δρόμους και εμπλούτισε με ένα κλασικό και μνημειώδες, πια, σύγγραμμα την, τουλάχιστον μέχρι την έκδοσή του (1994), ανεπαρκέστατη - για να μην πω ανύπαρκτη - σχετική ελληνική βιβλιογραφία. Τέτοιου είδους εγχειρίδια αφθονούν στις ευρωπαϊκές λογοτεχνικές σπουδές και διαφοροποιούνται, ανάλογα με την οπτική γωνία και τις θεωρητικές προτιμήσεις του/των  μελετητή/ών  τους , αλλά για τα ελληνικά δεδομένα ήταν ένα εντελώς καινοφανές, πρωτοποριακό και απολύτως αναγκαίο και χρήσιμο για τους φοιτητές και τους μελετητές της λογοτεχνίας βασικό και  θεμελιώδες έργο, η ολοκλήρωση του οποίου απαιτούσε εδραία θεωρητική κατάρτιση, πολυετή (δεκάχρονη) επίμοχθη εργασία και πλήρη εποπτεία και εξοικείωση με τις πιο διαφορετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους σχολές, ρεύματα και τάσεις της θεωρίας της λογοτεχνίας.
Αφορμώμενος από την συγκρότηση του κλάδου των γραμματολογικών σπουδών κατά τον 19ο αιώνα του ιστορισμού, της αλματώδους εξέλιξης της επιστήμης και της αποθέωσης του επιστημονισμού, υποβάλλοντας σε έλεγχο - αυτονόητα και αναμενόμενα σε τέτοιου είδους εγχείρημα - ακόμη και τις θεμελιωδέστερες και «αυταπόδεικτες» έννοιες - συμπεριλαμβανομένης της ονοματοθεσίας  του ίδιου του κλάδου – όπως εκείνες του «κειμένου» και του «έργου», και επιμένοντας στον ακριβή (καθ)ορισμό του αντικειμένου, των ορίων και της «μεθ-ορίου» του, (της σχέσης της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες και τις κοινωνικές επιστήμες), χωρίς  να εξαιρεί - ορθότατα - ούτε τα χρηστικά κείμενα, διατρέχει και επισκοπεί έναν εντυπωσιακό και δυσθεώρητο όγκο βιβλιογραφικών δεδομένων και ερευνητικών πορισμάτων, που αφορούν κάθε γνωστική περιοχή της γραμματολογίας. Έτσι, ισορροπώντας διαρκώς μεταξύ ιστορικής ανασκόπησης, θεωρητικής προσέγγισης και κριτικής επι-/ανα-θεώρησης ερμηνειών, σχολών  τάσεων και αναίρεσης φαινομενικά ακλόνητων, αλλά στην πραγματικότητα απλώς ελλιπώς, μεροληπτικά ή επιλεκτικά ελεγμένων, αν και επιπόλαια, ως θέσφατων προβαλλόμενων «δογμάτων», τιθασεύει κυριαρχικά και εκθέτει συμπυκνωμένα, αλλά εύληπτα, για τους φοιτητές και το ευρύτερο καλλιεργημένο κοινό, μεταξύ άλλων, τους σημαντικότερους σταθμούς της θεωρίας και ιστορίας των λογοτεχνικών γενών και ειδών, της ποίησης, του δράματος, της αφήγησης, της ιστορίας, της ερμηνείας και της πρόσληψης της λογοτεχνίας, καθώς και της ανίχνευσης των διαχρονικών, θεωρητικών και πρακτικών, διασταυρώσεων των διαδρομών της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, εκκινώντας από το (αριστοτελικής επιρροής) κλασικό ορατιανό «ut pictura poesis» (π.χ. τα «περιγραφικά» ποιήματα του E. von Kleist, ο «φωτογραφικός» νατουραλισμός, οι μικροσκοπικές περιγραφές του Κάφκα, τα «Καλλιγράμματα/Calligrammes» και το «nouveau roman») καταλήγοντας, διαμέσου της ρομαντικής αντιστροφής του σε «ut musica poesis», στις μοντερνιστικές εκδοχές της ανάμειξης και της αλληλεπίδρασης των ειδών και των τεχνών (από και τους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς των ποικίλων «-ισμών» των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι την κινηματογραφική μετάπλαση και το μοντέρνο μυθιστόρημα: από τον Τ. Kröger του Th. Mann και την Todesfuge του P. Celan έως την Eroica του Κ. Πολίτη).
Συνεπής με την κοινωνιολογική παιδεία του και την υλιστική- μαρξιστική κατάρτισή του, τόνιζε τις υλικές προϋποθέσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και την επίδραση της εμπορευματοποιημένης καπιταλιστικής  παραγωγής όχι μόνο στην «κατανάλωση»/πρόσληψη,  αλλά  ακόμα και στην ίδια την δομή του λογοτεχνικού προϊόντος, ενώ υπογράμμιζε εμφατικά τις κοινωνικές, πολιτικές προεκτάσεις και τις ιστορικές συναρθρώσεις του λογοτεχνικού «εποικοδομήματος», αντιτασσόμενος τόσο στις τυποποιημένες ανιστορικές ερμηνείες και στον στείρο («γαλατικής» ή ρωσικής κοπής) φορμαλισμό όσο και στον μοδάτο μεταμοντέρνο αυτισμό της «αυτοαναφορικότητας», εξαίροντας την «ετεροαναφορικότητα» της τέχνης, «τον κόσμο που τη γέννησε και την εκτρέφει», επισημαίνοντας, μαρξιστικά, πως (και) η τέχνη είναι «ένα πολιτισμικό προϊόν, που μαζί με τον παραγωγό του (προϋπο)θέτει τον καταναλωτή του: το κοινό του», όπως ακριβώς η καπιταλιστική παραγωγή δεν παράγει μόνο προϊόντα, αλλά διαμορφώνει και τον κατάλληλο τύπο καταναλωτή, σύμφωνα με τον Μαρξ της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας». Παράλληλα, και σε απόλυτη συνάφεια με όσα πρέσβευε ως συγκριτολόγος στις μελέτες του για τον Σολωμό, τάχθηκε πειστικά -και προγραμματικά- ενάντια σε κάθε εθνική/εθνικιστική συρρίκνωση («απευκταία και αποτρόπαιη ελληνικότητα», την χαρακτήριζε), περιχαράκωση και, τελικά, παραχάραξη της επιστήμης της γραμματολογίας από μερικούς «καθαρόαιμους ιθαγενείς». Ούτε η λογοτεχνία/τέχνη ούτε η θεωρία της χρειάστηκαν ποτέ εθνικά διαπιστευτήρια και διαβατήρια, πράγμα που - όχι μόνο για τους συγκριτολόγους- (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο.    
Εξάλλου, η πανταχού παρούσα συγκριτολογική σκόπευσή του είχε υπερβεί την  παρωχημένη μελέτη των «επιδράσεων», που εκκινούσε από την ακτινοβολία του «πολιτισμικού πομπού», και εστίαζε στην «πολιτισμική επιλογή» που ανταποκρινόταν στις «προϋποθέσεις, δυνατότητες κι ανάγκες» του προσλαμβάνοντα δέκτη. 
Η σύντομη περιδιάβασή μου στα περιεχόμενα  της «Γραμματολογίας» θα ήταν ελλιπής και θα αδικούσε τον δημιουργό της, αν παρέλειπα μια, έστω και σύντομη, αναφορά στο  κεφάλαιο για την σχέση της λογοτεχνίας με την ψυχανάλυση. Εκεί ο Βελουδής, αφού πρώτα παραθέσει μεθοδικά και συμπυκνωμένα, αλλά απολύτως κατανοητά, τις βασικές αρχές της ψυχαναλυτικής επέλασης στον λογοτέχνη και το έργο του, θα προβεί σε μια καίρια και τεκμηριωμένη αποκαθήλωση και αναίρεση τόσο της «πατρικής» φροϋδικής μυθολογίας όσο και εκείνης των «ψιττακιστών» και των μεταγενέστερων μεταπρατών και επεξεργαστών  της «λαϊκής», «βασιλικής» (Μarie Bonaparte), «γαλατικής» ή άλλης εκδοχής της, στηλιτεύοντας εξίσου τον απλουστευτικό βιογραφισμό της εικονικής, μακρόθεν και μετά θάνατον επιχειρηθείσας «ψυχανάλυσης» του συγγραφέα, που εκφυλίζει το καλλιτεχνικό δημιούργημα σε σύμπτωμα νοσηρότητας, όσο και τις αυθαίρετες ερμηνευτικές ακροβασίες των «λακαν-κανιστών».                       
Το ψηφιδωτό της επιστημονικής του δραστηριότητας συμπληρώνει η τακτική αρθρογραφία του σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και αποτελεί, και αυτή, αδιάψευστο μάρτυρα της σοβαρότητας και της δημιουργικής, κάθε άλλο παρά σχολαστικής, λεπτολογίας, με την οποία αντιμετώπιζε κάθε επιστημονικό θέμα, με το οποίο καταγινόταν. Υπήρξε πολυγραφότατος, αλλά ποτέ προχειρογράφος. Πολλά από τα κείμενα αυτά είναι συγκεντρωμένα σε διάφορες, μερικές, μάλιστα, βραβευμένες συλλογές, όπως οι «Αναφορές». Άλλες, επίσης, είναι: «Προτάσεις», οι προαναφερθείσες «Ψηφίδες», «Μονά-Ζυγά», «Παράταιρα», «Το γράμμα και το πνεύμα».  
Με το σύνολο του έργου του, από τις εξαντλητικές μονογραφίες μέχρι τα λακωνικότερα ή επικαιρικά άρθρα του, εξοπλισμένος με ακατάβλητη εργατικότητα, οξυδέρκεια, αναλυτική διεισδυτικότητα και συνθετική δεξιοτεχνία άνοιξε νέους δρόμους, ερεύνησε ξεχασμένα, αγνοημένα ή  και απαξιωμένα επιστημονικά -δύσβατα και απαιτητικά- «φιλολογικά» πεδία, προκάλεσε προβληματισμό και θεωρητικές αντιπαραθέσεις που εμπλούτισαν τον (δι)επιστημονικό διάλογο και διεύρυναν τις γνώσεις μας για την (νεοελληνική) λογοτεχνία, την θεωρία και την ιστορία της, και αναστοχάστηκε κριτικά, δημιουργικά  και γόνιμα, τα όρια, τις προϋποθέσεις, το εννοιολογικό οπλοστάσιο και την διασύνδεση της γραμματολογίας με τις άλλες κοινωνικές/ανθρωπιστικές  επιστήμες.   
Σε απόλυτη συνάφεια και αντιστοιχία με το πολυσχιδές έργο, του ο Βελουδής ήταν πάνω απ΄ όλα -σε πείσμα της θρυλούμενης αναγκαιότητας της περιοριστικής και ακρωτηριαστικής μονομέρειας, της επισφαλούς και, εν τέλει, ελεγχόμενης για (επαγγελματική) αμβλύνοια «εξειδίκευσης»- χωρίς την παραμικρή δόση υπερβολής, ένας αναγεννησιακού τύπου λόγιος, ένας  homo universalis, που, με τις εντυπωσιακές και πολυδιάστατες, αναντίρρητα εμβριθείς, και κάθε άλλο παρά επιφανειακές/ «εγκυκλοπαιδικές γνώσεις» του στους πιο διαφορετικούς τομείς της πνευματικής/καλλιτεχνικής δημιουργίας (από τον κινηματογράφο και την ποίηση μέχρι την ζωγραφική, την γλυπτική, την κλασική μουσική και την τζαζ, αλλά και με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του) άφηνε κατάπληκτο τον συνομιλητή του. Τέλος, πιστεύω ότι δεν υπερβάλλω, αν ισχυριστώ  ότι η επιστημονική του ακρίβεια, η εγκυρότητα, η ευρυμάθεια, η διεξοδικότητα  και η διεισδυτική αναλυτική ικανότητά του βρισκόταν σε διαρκή και δημιουργική άμιλλα με τον αριστουργηματικό χειρισμό και την αισθητική αρτιότητα της γλώσσας των κειμένων του. 
Παρά την επιθυμία μου και παρά την επίμονη στα τελευταία, όπως αποδείχτηκε, χρόνια της ζωής του, παρότρυνσή μου, δεν κατάφερα τελικά να τον πείσω να επισφραγίσει την ερμηνευτική – συνθετική ικανότητά του με την συγγραφή μιας -κοινωνιολογικής θεώρησης- ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, στο πρότυπο της γερμανικής sozialgeschichte der Literatur. Αυστηρός και απαιτητικός, όπως ήταν πάντα, όχι μόνο με όσους συγχρωτιζόταν, αλλά κυρίως  με τον εαυτό του, πίστευε ότι για μια τέτοια τιτάνια προσπάθεια δεν του επαρκούσε πια ο βιολογικός χρόνος και οι απαιτούμενες σωματικές και ψυχικές δυνάμεις .
Καθόλου περίεργο. Ο Βελουδής μισούσε την ψευδοεπιστημονικότητα, την ημιμάθεια, τα προχειρογραφήματα, την επίδειξη, τις τυμπανοκρουσίες, τις κοσμικότητες και τη θεσιθηρία. Αρνήθηκε να μπει σε κυκλώματα. Απεχθανόταν την διαφθορά, το γλείψιμο και τους προσκυνημένους κάθε είδους. Περιφρονούσε την καθεστωτική διανόηση, τους αυλοκόλακες, τους αργόσχολους ή προχειρογράφους «φελόλογους» του Κολωνακίου, τους κρατικοδίαιτους συγγραφείς και τους συμποσιαζόμενους επαίτες (επετειακών) επιχορηγήσεων. Έζησε απλά και  λιτά, συνεπής στις αρχές του, μακριά από την βουή του πλήθους, τις κοσμικότητες και τα προσχηματικά συμπόσια του σαλονιού και των θαλαμηγών – εν μέρει σαν τον φιλόσοφο του πλατωνικού «Θεαίτητου» - αφοσιωμένος στο έργο του, αλλά ενήμερος για τις κοινωνικές εξελίξεις και αποστρεφόμενος την χαμέρπεια των οργανικών διανοούμενων - θαλαμηπόλων του συστήματος. Υπήρξε ένα ακατάβλητο φιλολογικό/γραμματολογικό μυρμήγκι, όχι – επ’ ευκαιρία φιλολογικού συλλείτουργου σε κάποιον «Οσιομάρτυρα της τοπικής κουλτούρας» - περιφερόμενο ανά την επικράτεια, συμποσιαζόμενο συνεδριακό τζιτζίκι της αυτοπροβολής και των εφήμερων παρουσιάσεων/δημοσιεύσεων εικονικής διόγκωσης του βιογραφικού.
Έλεγε και έγραφε πάντα απερίφραστα αυτό που πίστευε, στηλίτευε νοοτροπίες και συμπεριφορές «επώνυμων», ασκούσε επανειλημμένα δριμεία, αλλά πάντα τεκμηριωμένη, κριτική σε συναδέλφους του και ήταν έτοιμος να πληρώσει το όποιο προσωπικό, συναισθηματικό ή άλλο κόστος γι’ αυτό. Η πολωτική προσωπικότητά του ίσως ήταν ο λόγος που το έργο του δεν γνώρισε (ακόμα) την διάδοση που αναμφίβολα του αξίζει, όπως έγκαιρα είχε διαγνώσει ο ποιητής και μεταφραστής Γ.  Μπλάνας - που πέθανε κι αυτός πρόσφατα – στο λακωνικό, αλλά εύστοχο, κείμενο του στην «Αυγή» (25-3-2015), με αφορμή την συμπλήρωση ενός έτους από  τον θάνατο του Βελουδή, με τον χαρακτηριστικό και ευθύβολο τίτλο «Ο θάνατος ενός επαναστάτη».
Μπορεί ο ίδιος ο Βελουδής, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία από τον καβαφικό αφηγητή της  «επανόδου από την Ελλάδα», να είχε εκπεφρασμένα μετανιώσει για την επάνοδό του από το Μόναχο και την επανεγκατάστασή του στην Ελλάδα, αλλά για πολλούς που τον γνωρίσαμε, και οπωσδήποτε για μένα, ήταν μια γνωριμία που μού άλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή, έτσι που η «απονενοημένη επανάκαμψη και η αποτυχημένη (ευτυχώς !)  επανενσωμάτωσή [του] στην ελλαδική Έρημη Χώρα», όπως ο ίδιος το έθεσε στον πρόλογο της «Γραμματολογίας» του,  απέβη πολλαπλά ωφέλιμη και, ασφαλώς για τις γραμματολογικές σπουδές, την προαγωγή και την αναβάθμιση της μελέτης της νεοελληνικής λογοτεχνίας και την συνύφανσή της με την ευρωπαϊκή όσο και για την θεωρία της λογοτεχνίας, αποδείχτηκε αναντίλεκτα γόνιμη, αξιοθαύμαστα παραγωγική και απαραγνώριστα δημιουργική.
 
*Νεοελληνιστής φιλόλογος. Magister Artium Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας (Λουδοβίκειο Μαξιμιλιάνειο Πανεπιστήμιο, Μόναχο) 

Δεν υπάρχουν σχόλια: