29/5/08

Σίγκμουντ Φρόυντ

Σίγκμουντ Φρόυντ

150 χρόνια από τη γέννησή του

Επιμέλεια Κώστας Μπαζαρίδης

τχ. 202, 5/11/2006


Γράφουν: Άννα Ποταμιάνου, Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Θανάσης Τζαβάρας, Πάνος Αλούπης, Μαρίλια Αϊνζενστάιν-Αβέρωφ, Δημήτρης Ν. Πλουμπίδης, Νίκος Γκουγκουλής, Κώστας Μπαζαρίδης




Ο μόχθος του Ψυχικού

Της Άννας ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ


Ο Φρόυντ περπάτησε συχνά στα μονοπάτια της ελληνικής σκέψης. Ο |Οιδίπους| του Σοφοκλή, ο |Νάρκισσος| ή ο |Προμηθεύς| της μυθολογίας, ήταν μορφές οικείες και σύντροφοι περιπλανήσεων. Του έλειψε όμως να γνωρίσει τη νεώτερη Ελλάδα, εκεί όπου οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του |Σολωμού| δίνουν μια ακριβή, αν και βέβαια μεταφορική εικονογράφηση της δικής του προσωπικής πορείας.
Γιατί ο Φρόυντ ήταν ένας ελεύθερος στοχαστής, όμως ήταν και πολιορκημένος από τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητος, από τους προσδιορισμούς της επιστημονικής γνώσης μιας συγκεκριμένης εποχής, από τους σωματικούς πόνους που δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Περισφιγμένος μέσα σε αντιτιθέμενες δυνάμεις, γύρω και μέσα του, ο Φρόυντ, που ούτε άφοβος ήταν, ούτε απαλλαγμένος από ανθρώπινες αδυναμίες, μπόρεσε ωστόσο να χαράξει ένα προσωπικό μονοπάτι που άλλαξε τις διαδρομές του συλλογισμού και τράνταζε τους βηματισμούς της συναισθηματικής ζωής μας.

Μίλησε για την ετερότητα μέσα μας, για τις επιθυμίες που η συνείδησή μας αγνοεί, για τις ασυνείδητες -και γι' αυτό απροσδόκητες όταν τις διαπιστώνουμε- διχοτομήσεις και διαψεύσεις που μας κρατούν, για τους καταναγκασμούς επαναλήψεων που μας διαφεντεύουν (στις σχέσεις, στην επαγγελματική μας ζωή, στις επιλογές, στις αναστολές μας).
Τραυματικές εμπειρίες που αφήνουν ίχνη τα οποία δεν υποπτευόμαστε~ μορφώματα ψυχικά που συνδέονται και αποσυνδέονται στην ψυχική γη~ ταυτίσεις και συμπεριφορές που καταδείχνουν τις δονήσεις που ζούμε~ καταστροφικότητες και αναζητήσεις επανόρθωσης~ αγκιστρώσεις και προσπάθειες αποδέσμευσης~ ψυχικός μόχθος και αποφυγή του, όλα αυτά συνθέτουν την ιστορία του καθενός, αν θελήσουμε να αναζητήσουμε, όπως λέει ο Φρόυντ, τις αύλακες που την έχουν χαράξει.

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη γέννηση του Φρόυντ, περισσότερο από ποτέ άλλοτε τα κλειδιά κατανόησης, που ο μεγάλος αυτός ο στοχαστής μας έδωσε, φαίνονται χρήσιμα για να προσεγγίσουμε την ψυχοπαθολογία της κοινωνικής και της ατομικής ζωής, τις διαδρομές της σκέψης και των ψυχικών μας κινήσεων, τη δραστηριότητα των μετουσιώσεων, όσο και τις ιδεολογικές αγκιστρώσεις, τις πολιτιστικές ανθρώπινες παραγωγές του χθες και του σήμερα. Ίσως μάλιστα, αν συλλογισθούμε τα χνάρια που χαράζουν οι τόσο συχνές, σήμερα, ναρκισσικές διαταραχές ή οι αδυναμίες της εσωτερικευμένης λειτουργίας νόμων και ορίων, να μας παρέχονται και κάποιες εικόνες που σκιαγραφούν το αύριο του ανθρώπινου γίγνεσθαι.

Βέβαια, είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς της προβολής στους έξω και στους γύρω -που άλλοτε γίνονται σύμμαχοι και άλλοτε εχθροί- και τους μηχανισμούς των διαψεύσεων, οι άνθρωποι δύσκολα αποφασίζουν να συναντήσουν τον εαυτό τους και να επωμισθούν τη βία της αμφιθυμίας τους. Το θάρρος αυτής της αναγνώρισης το είχε ο Φρόυντ. Επιπλέον, ανέλαβε και τον ψυχικό μόχθο που απαιτείται για να μείνει κανείς σε εγρήγορση, ως προς το τι κινείται μέσα του και τι τον κινεί. Δεν είναι εύκολη ετούτη η δουλειά, ούτε ανώδυνη. Γι' αυτό, ακόμη και μέσα στους ψυχαναλυτικούς κύκλους, λίγοι αντέχουν τους πόνους μιας ουσιαστικής κυοφορίας. Η αποφυγή της ολοκλήρωσής της είναι προφανής στις απλουστεύσεις του φροϋδικού λόγου και στις αναζητήσεις προσμείξεων με άλλα συστήματα γνώσεων, με κλάδους άλλων επιστημών, χωρίς εμβάθυνση στις ομοιότητες ή στις αναλογίες, που ασφαλώς μπορεί να υπάρχουν αλλά δεν συνιστούν ταυτότητα αντιλήψεων. Για όποιον μετράει τις έννοιες και τα όσα κάθε έννοια συμπαρασύρει, ο διάλογος με επιστήμονες άλλων χώρων (βιολόγους, νευροφυσιολόγους, γλωσσολόγους, ιστορικούς, αρχαιολόγους κ.λπ.) έχει δώσει σημαντικά και θετικά αποτελέσματα, όταν οι ψυχαναλυταί που εμπλέκονται σ' αυτόν είναι σε θέση να χαράζουν τα όρια των επιστημολογικών προσεγγίσεων. Η επιστημολογική θέση της ψυχαναλύσεως είναι μεταψυχολογική, σε ρήξη και σε απόσταση από τις αναπτυξιακές θεωρίες, τη φαινομενολογία, τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις της συνειδήσεως, τις γνωσιολογικές θεωρίες και τις θεωρίες της συμπεριφοράς.

Η ψυχανάλυση από παλιά ευνοεί τον διάλογο με επιστήμονες άλλων κλάδων, και περισσότερο από ποτέ τον θέλει σήμερα σε μία στιγμή που η γλώσσα των θετικών επιστημών έχει πλησιάσει πολύ τη γλώσσα της ψυχαναλυτικής γνώσης, αφού έχουν γίνει αποδεκτές παντού έννοιες όπως η σχετικότητα, το αμφίβολο, το τυχαίο, το μη απόλυτα προσδιοριζόμενο. Παραμένει όμως πάντα ενεργός η ανάγκη του καθορισμού και της τηρήσεως ορίων μεταξύ των τομέων γνώσης.

Στα χρόνια που μας χωρίζουν από τη φροϋδική παραγωγή, οι φωνές που προσπαθούν να ακυρώσουν την αξία των όσων ο Φρόυντ έγραψε, όπως και οι δηλώσεις που με βεβαιότητα υπογραμμίζουν την ανεπάρκεια όσων ο Φρόυντ δίδαξε -αναφορές στο άχρηστο και στο τέλος της ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής- δεν έπαψαν να ακούγονται. Ίσως μάλιστα πληθαίνουν, όσο οι καρποί εκείνων που ο Φρόυντ έσπειρε ωριμάζουν, παρά τις απαισιόδοξες προφητείες η ψυχανάλυση δεν πέτρωσε. Μετά τον Φρόυντ ανοίχθηκαν πλατύτερα οι μεταβατικοί χώροι~ οι εγγραφές του αρνητικού και των αυτοκαταστροφικών διαδικασιών~ οι διεργασίες απωλειών στο μεθύστερο~ τα διαταραγμένα πένθη~ η αντιμεταβιβαστική πραγματικότης~ η προβληματική του μαζοχισμού κ.ά.
Σήμερα μελετηταί του ανοσοποιητικού συστήματος, βιολόγοι όπως ο Η. Altlan ή o J-CI. Ameisen, επιβεβαιώνουν πολλές φροϋδικές θέσεις.

Σήμερα ο φροϋδικός λόγος έχει διαποτίσει βαθιά, όχι μόνον την ψυχιατρική, την ψυχολογία, την ψυχοσωματική, αλλά και όλες τις κοινωνικές επιστήμες. Έχει ρίξει κλαδιά στην κατανόηση της πολιτικής και της κομματικής πραγματικότητος. Έχει κυλήσει μέσα στη ζωή των καλλιτεχνών και έχει διαυγάσει την πολιτιστική παραγωγή.
Στον χώρο των ψυχοθεραπευτικών εφαρμογών, ασφαλώς ο εμπλουτισμός των φαρμακευτικών προσεγγίσεων και η ποικιλία άλλων τύπων ψυχοθεραπείας δεν βεβαιώνουν την ψυχαναλυτική πράξη ως μοναδική δυνατότητα. Αλλά η φροϋδική σκέψη που είναι μια σκέψη σε κίνηση διαρκή, δεν αναζήτησε ποτέ αυτού του τύπου τη μοναδικότητα. Την ειδοποιό διαφορά της τη συναντάμε αλλού: στον τρόπο με τον οποίο έδεσε το άλογο και το έλλογο της ανθρώπινης φύσης, στην οργάνωση της εσωτερικής αναρχίας, στην επίγνωση της ελλειμματικότητος και στην αποδοχή της ετερότητος. Το ειδικό της βάρος το βρίσκουμε στις διαδρομές των μεταλλαγών που ιχνηλατεί μέσα στο ψυχικό σύστημα (συνδέσεις, αποσυνδέσεις, παλινδρομήσεις, συρρικνώσεις, επαναλήψεις), του οποίου η ετερογένεια προσδιορίζει και την άμετρη πολυπλοκότητα.
Έλεγα παλαιότερα (1986, περιοδικό |Διαβάζω|, Αφιέρωμα στον Φρόυντ) και το επαναλαμβάνω σήμερα: Η ψυχανάλυση δεν ορίζεται μόνον από τα θεραπευτικά της αποτελέσματα. Βεβαίως εισάγει αλλαγές στην ψυχική οικονομία και τροποποιεί την προϋπάρχουσα ψυχική ισορροπία. Βεβαίως προσφέρει νέες διεξόδους στις συγκρούσεις. Ασφαλώς κινητοποιεί και συνδέει το συναίσθημα προς τις απωθημένες παραστάσεις. Όμως, πέρα από τις θεραπευτικές της επιπτώσεις, είναι κυρίως ένα άνοιγμα στη λογική της επιθυμίας, στο νήμα της ιστορίας μας και στην οικειοποίηση από το άτομο των ιδίων του των ψυχικών κινήσεων.
Τελικά, είναι πρόσκτηση μιας διαθεσιμότητας που γίνεται δείκτης της δεκτικότητος, την οποία μπορεί να αναπτύξει ο καθένας μας εν σχέσει προς την προσωπική του πορεία, και προς το σκίρτημα των νοημάτων που μπορεί να αναδυθούν μέσα του.


Η Άννα Ποταμιάνου είναι διδάσκουσα ψυχαναλύτρια της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων. (SPP). Mέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως. Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως.




Γιατί εξακολουθούμε

να γράφουμε για τον Φρόυντ, το 2006;
Του Θανάση ΤΖΑΒΑΡΑ


Το ρητορικό ερώτημα που εισάγει αυτό το βραχύ κείμενο προέρχεται από μια φαινομενική έκπληξη, που στηρίζεται στο γεγονός ότι έστω και τυχαία αν ξεφυλλίζετε εφημερίδες και περιοδικά στην ελληνική γλώσσα (για να μη λάβω υπόψη μου το τι γράφουν οι γαλλόφωνοι και οι αγγλόφωνοι) σωρεία άρθρων, αναφορών και ανταποκρίσεων μιλάνε για την ψυχανάλυση του Φρόυντ, με την ευκαιρία της επετειακής συνθήκης των 150 χρόνων από τη γέννησή του. Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι αυτή η πληθώρα των δημοσιεύσεων στοιχειοθετεί απόδειξη για τη διάδοση και τη διάχυση των φροϋδικών ιδεών στη δυτική κοινωνία. Μια λίγο πιο προσεκτική, όμως, ανάγνωση του περιεχομένου αυτών των αναφορών, δίνει πολύ περισσότερο την εντύπωση του ξένου και ανοίκειου, παρά την ύπαρξη της εξημέρωσης των ιδεών και της κατοικίδιας υπόστασης των διαφόρων ψυχαναλυτικών εννοιών. Επειδή και εγώ προσωπικά έτυχε να είμαι αποδέκτης πολλών αιτημάτων δημοσιογράφων για τη σύνταξη αντιστοίχων δημοσιογραφικών αναφορών, θα ήθελα να υπογραμμίσω τα εξής: σε μια οιονεί αντικειμενική προσπάθεια παρουσίασης των φροϋδικών πραγμάτων απευθύνονται οι δημοσιογράφοι σε κάποιους ειδικούς, που ο θόρυβος της πόλης λέει ότι είναι υπέρ ή κατά του Φρόυντ. Αυτή η ψευδώς ισορροπημένη παρουσίαση των ιδεών δεν επιτρέπει την απογείωση αυτών των άρθρων από τη σχετικά απλοϊκή ποδοσφαιρική αναφορά ανάλυσης μεταξύ οπαδών ή αντιπάλων κάποιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Η στομφώδης απόφανση περί «απατεώνα Φρόυντ», «ψυχαν-αλητών», ή και πάλι περί της ψυχανάλυσης ως το μεγάλο εργαστήριο παραγωγής, εκμετάλλευσης και ενοχών, δεν δίνει την πραγματική εικόνα των αρνητικών στοιχείων που αυτή η θεωρία του ψυχισμού και η πρακτική της μπορεί να συναντάει ως προβλήματα. Η δε λατρευτική αναφορά στο πρόσωπο του Φρόυντ και των θεωριών του, και πολύ περισσότερο στην αποτελεσματικότητα των ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπειών, θυμίζει περισσότερο διαφημιστικά έντυπα για ποικίλα προϊόντα ομορφιάς και απόλαυσης.

Επειδή η σημερινή πρόσκληση για ένα βραχύ άρθρο γίνεται από έναν από τους ιστορικούς αντιπροσώπους του έντυπου αριστερού λόγου, θα πρέπει πριν από όλα να διευκρινίσουμε, για τον σύγχρονο έλληνα αναγνώστη, ότι κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και κυρίως μετά τη σταλινική περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης, η σοβιετική ψυχολογία υπέστη μια κατά μέτωπο επίθεση, διαγράφοντας εξίσου το σημαντικό έργο του Vygotsky ή και του μαθητού του Luria, και φυσικά όλου του έργου του Φρόυντ και των μαθητών του. Σημαντικές κριτικές γράφτηκαν, με παράδειγμα τον γνωστό και στην Ελλάδα Politzer, αλλά σε τελική ανάλυση η αριστερή διανόηση και στον τόπο μας δέχθηκε την επίθεση των σταλινικών, χωρίς βεβαίως πρωταγωνιστές σαν τον Lyssenko, αλλά που έφτασε ακόμα και ως απόηχος στην Ελλάδα με το γνωστό άρθρο στον |Ανταίο| το 1949. Όποιος έχει αριστερή κουλτούρα καλείται σχετικά με το ζήτημα που συζητάμε να συμβουλευτεί τον πολυγραφότατο ψυχίατρο Γαλανό.

Έτσι η αριστερή διανόηση βρέθηκε αποκομμένη και από την σωστή κριτική ενάντια στην ψυχανάλυση, που αναπτύχθηκε στις δυτικές χώρες, όπως βρέθηκε αποκομμένη και από την ψυχοφαρμακολογία, απόσταση στην οποία είχαν οδηγήσει οι αφελείς προτάσεις του Lyssenko και κατέστρεψαν την σοβιετική ψυχιατρική, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε την πολιτική χρησιμοποίηση της ψυχιατρικής ως μέσο καταπίεσης. Αλλά δεν ήταν μόνο προνόμιο των κομμουνιστών η πολιτική χρησιμοποίηση της ψυχιατρικής...

Αν γυρίσουμε τώρα στο πεδίο των θεωριών για την ψυχική ζωή και οργάνωση, και το βλέμμα μας στραφεί απέναντι σε εκείνες τις προτάσεις που, απελευθερώνοντας την ψυχολογία από τη φιλοσοφία και τη θεολογία, ίδρυσαν τις πρώτες επιστημονικές θεωρίες για την ανθρώπινη ψυχή, σχετικά εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι οι πρώτες σοβαρές θεωρίες είναι η Νευροψυχολογία και η Ψυχανάλυση. Ο Φρόυντ, παράγωγο και παιδί αυτής της επιστημονοποίησης της ψυχολογίας, θα δηλώσει προγραμματικά πως επιθυμεί να εγκαθιδρύσει έναν επιστημονικό κλάδο, την Ψυχολογία, η οποία θα απαντάει στους κανόνες λειτουργίας των θετικών επιστημών. Πάνω σε αυτό το προγραμματικό στοιχείο θα εδραιωθεί η ψυχαναλυτική θεωρία, θα υπάρξουν οι προτάσεις οργάνωσης Συνειδητό-Προσυνειδητό-Ασυνείδητο ή και συμπληρωματικά αργότερα Εγώ-Υπερεγώ-Εκείνο, που σύμφωνα με κανόνες και οιονεί φυσικούς νόμους λειτουργούν, σχετίζονται και φέρνουν το ανθρώπινο υποκείμενο σε επαφή και διαλεκτική σχέση με το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον. Η ψυχανάλυση του Φρόυντ δεν είναι άσκηση επί χάρτου, ούτε προϊόν εργαστηριακής έρευνας. Δομήθηκε πάνω στη δοκιμασία της κλινικής και προσπάθησε με το δυνατόν πιο ορθολογικό τρόπο να διαπιστώσει τους δρόμους και τα αδιέξοδα και της ατομικής ψυχής και της ομαδικής μας ύπαρξης. Η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόυντ, και των μαθητών του μέσα στον αιώνα που υπήρξαν και λειτούργησαν στις δυτικές κοινωνίες, βελτίωσαν την άποψή μας για την ψυχική κανονικότητα, πολλαπλασίασαν τις γνώσεις μας για τις ψυχικές παρεκκλίσεις και έκαναν σημαντικές προτάσεις θεραπείας ή τέλος πάντων βελτίωσης του ανθρωπίνου πόνου.

Αυτά είναι γνωστά ή ο ενδιαφερόμενος πολίτης μπορεί να τα βρει εύκολα στη σχετική πλουσιότατη βιβλιογραφία. Αυτό που δεν ξέρει ο κοινός θνητός είναι ότι η ψυχανάλυση ως κλινική πρακτική εγκαθίδρυσε ένα καινούργιο ήθος θεραπευτικών σχέσεων, απέδωσε τον υποκειμενικό λόγο στους κυρίους του και απογείωσε πάσα θεραπευτική προσέγγιση από πάντα καταναγκασμό ή πατερναλισμό. Γιατί τώρα, παρόλη αυτή την πανθομολογούμενη αλήθεια, υπάρχουν ακόμη ριζικές αντιδράσεις απέναντι στο ψυχαναλυτικό ήθος; Οι απαντήσεις είναι πολλές. Οπωσδήποτε η μία αφορά την ηθικοπλαστική υποκρισία των εβραιοχριστιανικών μας κοινωνιών, για να μην πω για τις υπόλοιπες. Η άλλη αναφέρεται στον μερκαντιλικό όρο της αποδοτικότητας. Η αποδοτικότητα, την οποία δήθεν προσφέρει η μοντέρνα βιο- και ψυχο-τεχνολογία, είναι μια από τις μοντέρνες μείζονες κοινωνικές χίμαιρες, και η συστηματική εγγραφή του σύγχρονου ανθρώπου στις προϋποθέσεις της ψευδούς συνειδήσεως, όπως θα έλεγε και ο Μαρξ.

Ο Θανάσης Τζαβάρας είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής




Πολιτική του ψυχικού οργάνου

Του Πάνου ΑΛΟΥΠΗ


Η επιλογή του τίτλου του κειμένου αυτού αποτελεί έκφραση φόρου τιμής προς το έργο του Φρόυντ και παράλληλα χειρονομία αναγνώρισης στην |Αυγή|, χώρο υποδοχής της επετείου.
Ας ξεκινήσουμε με μια σημείωση του Φρόυντ, στο χειρόγραφο δοκίμιο για μια Επιστημονική Ψυχολογία του 1895, όπου απλά παρατηρεί ότι το παιδί απέναντι στις εσωτερικές διεγέρσεις του έχει ανάγκη μιας εξωτερικής βοήθειας για τη χαλάρωση και μείωσή τους. Το άτομο που παρέχει την προσοχή και τη φροντίδα του στο παιδί, προσδίδει μ' αυτόν τον τρόπο στην αλληλεπίδραση ένα στοιχείο εξαιρετικής σημασίας, το στοιχείο της αμοιβαίας επικοινωνίας. "|Η αρχέγονη αδυναμία του ανθρώπινου όντος γίνεται έτσι η πρωταρχική πηγή όλων των ηθικών κινήτρων|". Η αινιγματική τούτη φράση περικλείει τη δήλωση της τραγικής συνάντησης ανάμεσα στην προσωπική ανημπόρια και την ετερότητα.
Στη φροϋδική σκέψη, καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας, των ανακαλύψεων και της συγκρότησής της, διαγράφεται μια διαλεκτική διακίνηση, που έχει στόχο πάντα την όσο το δυνατό ακριβέστερη περιγραφή του ψυχικού οργάνου. Η επιχείρηση αυτή θα μετονομαστεί μεταψυχολογία, όπου η θέση, χρονικά και τοπικά, διατυπώνει τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, η αντίθεση ανακαλύπτει τον ναρκισσισμό και η σύνθεση σχεδιάζει μεταφορικά το ψυχικό διάστημα μέσα από το συγκρουσιακό ενορμητικό δίπολο Έρωτα και Θανάτου. Το ψυχικό όργανο από τη μια επιβεβαιώνει την ύπαρξη του ασυνείδητου, και από την άλλη ενέχει τη συνεχή αλληλοσυσχέτιση ανάμεσα σε μια εσωτερικότητα και μια ιστορική συλλογικότητα. Το διανοητικό ταξίδι του Φρόυντ, κατά κάποιο τρόπο αντανακλά την ατομική πορεία του ανθρώπινου όντος, στο μέτρο που ο άνθρωπος μεταξύ των σημείων γέννησης και θανάτου διαγράφει ένα ψυχικό διάστημα, το οποίο του ανήκει ναρκισσιστικά, εξαρτάται αναπόφευκτα από την ετερότητα, και ο ρυθμός της ψυχικής κίνησής του στιγματίζεται ανεξίτηλα από το ιδανικό και την κουλτούρα.

Η εμπειρία της ετερότητας και η ιστορικότητα της συνάντησης μαζί της, βλέπουμε πως προσδιορίζεται κι αυτή μέσα από μια διπολικότητα. Θετικά, με το στίγμα της ικανοποίησης ως προϊόντος αυτής της συνεύρεσης και με την ταύτιση ως μνημονικό ζωντανό ίχνος. Ο αρνητικός πόλος ανατρέχει στην ίδια τη δημιουργία του ασυνείδητου χώρου, όπου η επιθυμία αναζητά αέναα την ευχαρίστηση, οι απαιτήσεις του χρόνου ακυρώνονται και ο θάνατος ως προσωπική εμπειρία δεν αναπαριστάνεται. Σ' αυτό το δίπολο παραμένει σαν μοναδική γέφυρα η ενόρμηση, γέφυρα μεταξύ σωματικού και ψυχικού, απόλυτα ενδογενής και απόλυτα φυγόκεντρη. Η ετερότητα τη μαγνητίζει, αλλά ταυτόχρονα η παρουσία της υπενθυμίζει το ανεξίτηλο και αξεπέραστο διάκενο της διαφοράς που χωρίζει το υποκείμενο από το αντικείμενο.

Απέναντι στην ετερότητα η πολιτική του ψυχικού οργάνου, εν τω γίγνεσθαί και εν εξελίξει, είναι μια πολιτική επίθεσης και άμυνας, διακαούς επιθυμίας κατοχής και συνεχών διαπραγματεύσεων, διακανονισμών και συμβιβασμών. Πολιτική εξάπλωσης και διάσωσης συνάμα. Η μεταφορική έννοια του οιδιπόδειου ευνουχισμού συμπυκνώνει ευφυώς τον ακόρεστο χαρακτήρα της επιθυμίας, όπως και την αγωνία του οριακού τέλους της. Ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής, ο ψυχικός θάνατος είναι το σβήσιμο της ενορμητικής επιθυμίας.
Ο Φρόυντ στην προσωπική ζωή του γνώρισε λύπες, θανάτους, αναγνώριση και ευτυχία, πόλεμο και εξορία, έλλειψη και αρρώστια, συγκρούσεις και συντροφικότητα. Ιδιωτικά βιώματα και συναντήσεις με την ιστορία, σ' έναν αγώνα αλληλεπιδράσεων. Αυτό που μας φαίνεται ενδιαφέρον, σε σχέση με τα ερωτήματα του κειμένου μας, είναι το ότι ο Φρόυντ έχτισε ένα θεωρητικό όργανο με τα εργαλεία και το λεξιλόγιο ενός χωρικού εδάφους, του οποίου την ανάπτυξη και την εξέλιξη, την εμφάνιση και την πτώση, τις διαπραγματεύεται με βάση τη σύγκρουση και τον συμβιβασμό. Οι αντίπαλοι συνειδητό-ασυνείδητο, εγώ-αυτό / υπερεγώ, ενόρμηση ζωής-ενόρμηση θανάτου, εμπλέκονται, διαπλέκονται, διασυνδέονται και αποσυνδέονται, καθ’ όσον οι ειρηνικές στιγμές συνύπαρξης και δημιουργικότητας απαιτούν έναν ελάχιστο σεβασμό των συνόρων και των ορίων, ίσως θα λέγαμε όταν το διαχωρικό no man's land απέναντι στην ετερότητα μπορεί να παίξει χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια τον ρόλο του. Η πορεία του Φρόυντ διέτρεξε μιαν εποχή, της οποίας οι πολιτικές διαταραχές κατέληξαν στις μαζικές θανατηφόρες συγκρούσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, με συνέπεια τις παραληρηματικές απαιτήσεις και εξελίξεις του ναζιστικού καθεστώτος. Η δημιουργία της ψυχαναλυτικής θεωρίας από τον Φρόυντ ξεκίνησε με ενδόμυχα, σχεδόν προσωπικά, κείμενα, και τελείωσε με κείμενα όπου ο θάνατος, η συλλογική ιστορία και η ψυχωσική στρατηγική είναι αποπνικτικά παρόντες. Η πολιτική ιστορία ως εμπειρία μαζών και η σεξουαλικότητα ως προσωπικό αποτύπωμα αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία του φροϋδικού έργου και ταυτόχρονα δίνουν μορφή στα εργαλεία που αναδύει. Με άλλα λόγια, η σημερινή μας εποχή, με τη δική της πολιτική δυναμική, πώς αντιλαμβάνεται, προσλαμβάνει, προσεγγίζει, αντιμετωπίζει και θεωρητικοποιεί το ψυχικό όργανο;
Αυτό που προσπαθώ να υποστηρίξω είναι ότι η κοσμοθεωρία της φροϋδικής ψυχανάλυσης, προσωπικό δημιούργημα του ανθρώπου Φρόυντ, μας διδάσκει επίπονα και επίμονα να αναγνωρίζουμε την αναγκαστική συνύπαρξη της ιδιωτικής τρέλας με το αλλότριο. Η ανθρώπινη φύση, απέναντι στην ετερότητα, είναι πράγματι ικανή σθένους και αξιοπρέπειας, στοιχεία που καθοδήγησαν τη ζωή του Φρόυντ.

Ο Π. Αλούπης είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας των Παρισίων (SPP) και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως




Κοινωνία και πόλεμος

Του Αθανασίου ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗ

Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του Φρόυντ, τα κείμενά του με θέματα κοινωνιολογικά πληθαίνουν. Αυτό δεν οφείλεται, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, σε μια προσπάθεια να επεκτείνει και να θεμελιώσει την προερχόμενη από το ατομικό ψυχαναλυτική θεωρία στο συλλογικό. Το συλλογικό, όπως ομολογεί ο ίδιος, τον ενδιέφερε από την νεότητά του γιατί, κατά την εκτίμησή μου, αποτελούσε πρωτογενή πηγή έμπνευσης για τη σκέψη του, όπως και το ατομικό. Το συλλογικό μάλιστα, εκτιμώ, ότι του επέτρεπε μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τη δημιουργία μοντέλων, συνθήκη που κάθε ιδιαίτερη και εξέχουσα σκέψη την έχει ανάγκη για να θεμελιώνει ή να επεκτείνει ένα γνωσιολογικό πεδίο.

Η ριζοσπαστική φροϋδική σκέψη επέφερε ένα από τα βαρύτερα πλήγματα στις εξιδανικευτικές θεωρήσεις για τον άνθρωπο. Αυτό επισημαίνει ο Λουΐ Αλτουσέρ, όταν γράφει πως, αν με τους Κοπέρνικο-Γαλιλαίο η Γη βγαίνει από το κέντρο του σύμπαντος, αν με τον Δαρβίνο ο άνθρωπος αποτελεί έναν κρίκο της εξέλιξης των όντων, αν με τον Μαρξ το άτομο καταργείται ως υποκείμενο της Ιστορίας δίνοντας τη θέση του στην τάξη, με τον Φρόυντ ολοκληρώνεται η «πτώση» του ανθρώπου, μια που δεν είναι πλέον η θεωρούμενη ως ελεγχόμενη Συνείδηση, αλλά το Ασυνείδητο που κατέχει την πρωτεύουσα θέση μέσα στον ψυχισμό.

Θεμέλιο του φροϋδισμού αποτελεί ο ενορμητικός δυισμός. Αρχικά ως ενορμήσεις ερωτικές/σεξουαλικές και ενορμήσεις επιθετικές/καταστροφικές και αργότερα ως ενορμήσεις Ζωής και Θανάτου, ο Φρόυντ θεωρεί ως βάση της κίνησης όλου του σύμπαντος, ανόργανου και οργανικού, δύο ενεργειακές τάσεις· η μία δημιουργική, συνδέει τα μέρη για τη δημιουργία μεγαλύτερων οντοτήτων ζωής· η άλλη αποδιοργανωτική, λυσιμελής, τείνει προς την χαμηλότερη τάση, προς τον θάνατο. Στο επίπεδο του ψυχισμού η έκφρασή τους εκδηλώνεται με την δημιουργία και ανάπτυξη ψυχικών αναπαραστάσεων, ιδεών και σκέψεων, και αντιστρόφως, με την ψυχική ακινησία, το κενό σκέψης και συναισθήματος. Οι συνέπειες αυτού του δυισμού είναι άμεσες. Ο Φρόυντ υιοθετεί το «πόλεμος πατήρ πάντων» και θεωρεί πως κάθε φαινόμενο είναι προσωρινό, αποτέλεσμα σύγκρουσης και προσωρινής ισορροπίας μεταξύ των δύο διαπλεκόμενων ενορμητικών κινήσεων.

Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει κανένα ίχνος μανιχαϊσμού, τα φαινόμενα ορίζονται από τη δομική και τη λειτουργική τους πλευρά, η βία είναι το ίδιο δομίζουσα όσο και η αγάπη. Βία και αγάπη οργανώνουν την κοινωνία, αλλά με το ειδικό περιεχόμενο που ο Φρόυντ δίνει σ’ αυτές τις έννοιες.

Η ιδρύουσα την ορδή βία είναι η βία του αρχηγού της ορδής, η οποία εκδηλώνεται στην άρνηση της αγάπης και της αναγνώρισης, εμποδίζει τη δημιουργία κουλτούρας και εγκαθιδρύει ως εφικτή σχέση μόνο τη σχέση δύναμης που ο αρχηγός ασκεί στα άρρενα μέλη της ορδής, κρατώντας για τον ίδιο όλα τα αγαθά (γυναίκες, κοπάδια, γη). Η ανταποδοτική βία των αρρένων που συνωμοτούν και σκοτώνουν τον αρχηγό της ορδής, συγκροτεί το θύμα ως πατέρα, αυτούς ως γιους αλλά και εταίρους, δημιουργώντας την πρώτη κοινότητα και τον πρώτο κανόνα «δικαίου» που ορίζει το απαράβατο της πατροκτονίας. Η κοινωνία λοιπόν θεμελιώνεται πάνω σ’ ένα φόνο, φόνο που γεννά φόβο, μια και ακόμη δεν μπορεί να παραχθεί το ενδοψυχικό φαινόμενο της ενοχής, θεμελιώνει νόμο για τη μη-επανάληψη του φόνου του πατέρα-αρχηγού αλλά και την μη-επέκταση της βίας στους εταίρους-αδελφούς. Έτσι η ιδρυτική βία ανοίγει τη σκέψη στη δημιουργία των εννοιών του «θεού», ως δημιουργού και θεματοφύλακα του νόμου, του «θύματος», ως στόχου δυνάμενου να δεχθεί τη βία, κατά προτίμηση ιεροτελεστικά, και του «ξένου», ως διάφορου του αδελφού.

Η εξέλιξη της μορφής του πατέρα μετά την επιτέλεση του πρωταρχικού φόνου θα δώσει τον αρχηγό και την ομάδα, τώρα πια διά της αγάπης: ο αρχηγός αγαπά όλα τα μέλη της ομάδας με ίση αγάπη, γίνεται το κοινό αντικείμενο όλης της ομάδας, ένα αντικείμενο που τοποθετείται από τον καθένα στη θέση του Ιδεώδους Εγώ του και που επιτρέπει, λόγω αυτής της συμμετρίας, την ταύτιση όλων των μελών της ομάδας προς τον αρχηγό αλλά και προς τον όμοιο-εταίρο, επειδή αγαπά και αγαπιέται από τον αρχηγό με τον ίδιο τρόπο. Αν λοιπόν η πρώτη θέσπιση της κοινωνίας είναι της τάξεως της βίας, η δεύτερη είναι του πάθους (και όχι της αγάπης, η οποία προϋποθέτει την αναγνώριση της ετερότητος του άλλου). Η έννοια του δικαίου που ακολουθεί σκιάζει την καταγωγή του δικαίου ως πράξη βίας και όσο προχωρούν σε μακροβιότητα οι κοινωνίες ενισχύεται η δύναμη της ενόρμησης από την εγγραφή της μέσα στην κοινότητα, ενισχύεται η ταυτότητα των μελών της και σκιάζεται -όχι όμως και για την διαυγή ματιά του Φρόυντ- το γεγονός ότι το κράτος θέλει συνεχώς, θεσμοθετώντας, να αποκλείει τη χρήση της βίας από τα μέλη του για να την χρησιμοποιεί αποκλειστικά το ίδιο, στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας.

Το ισχυρότερο άλλοθι για τη χρήση της βίας είναι η αναγνώριση του άλλου ως «ξένου». Από τη στιγμή που ο άλλος βγει από την κατηγορία του όμοιου-εταίρου-αδελφού, είναι κάποιος που δεν υπακούει στις συντεταγμένες που οργάνωσαν την κοινότητα, άρα μπορεί να θανατωθεί. Κάτω από αυτή τη λογική, ο Φρόυντ αντιλαμβάνεται, χωρίς να συμφωνεί, τους πολέμους που τα ανεπτυγμένα δυτικά κράτη κάνουν προς τους «απολίτιστους» λαούς, γιατί αναγνωρίζει τη λευκή φυλή, όχι ως ανώτερη, αλλά ως κυρίαρχη. Του είναι όμως αδύνατο να καταλάβει τους πολέμους μεταξύ των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών, που ο ίδιος, ως άθεος, δημοκρατικός αστός και επιστήμων του 19ου αιώνα, θεωρεί ότι αποτελούνται από μέλη της ίδιας κουλτούρας. Ως ρασιοναλιστής γνωρίζει ότι η τάση για παλινδρόμηση ατόμων και κοινωνιών είναι πάντοτε απειλούμενη, και η επιθυμία θανάτωσης του άλλου, σε συνδυασμό μάλιστα με την ασυνείδητη αδυναμία να παραδεχθεί κανείς τον θάνατο του, μπορεί να ενεργοποιηθεί εύκολα. Γνωρίζει πως ίσως η ανάγκη ανασυγκρότησης μπορεί να περνά μέσα από την καταστροφή προηγούμενων συσχετισμών, και γι’ αυτό παραμένει πεσιμιστής ως προς την εξαφάνιση του πολέμου από την πρακτική των ανθρώπων. Μόνο του καταφύγιο ο πολιτισμός. Αυτή η «πηγή δυστυχίας», όπως θα τον ονομάσει κάποτε λόγω του καταναγκασμού που ασκεί στις ενορμήσεις, είναι και η μόνη ελπίδα, όχι μόνο λόγω του ελέγχου που ασκεί στις ενορμήσεις θανάτου, αλλά γιατί –όπως γράφει παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στον Αϊνστάιν- τις μεταπλάθει κάνοντας μια νέα κατηγορία ανθρώπων, τροποποιημένων στη φύση τους, στην ιδιοσυγκρασία τους, που δεν επιθυμούν πλέον την άσκηση βίας.

Δυστυχώς, αυτή η τελευταία φροϋδική θέση δεν επαληθεύεται. Αντιθέτως, προχωρώντας ίσως σ’ έναν νέο μεσαίωνα, βλέπουμε να επαληθεύονται οι φροϋδικές θέσεις που αφορούν στο ναρκισσισμό, στον ρόλο του αρχηγού και της ύπνωσης της μάζας, στην ιδρυτική συνέχουσα τα ομοειδή άτομα βία, στο μίσος για το ανοίκειο, στην αναβίωση της μαγικής σκέψης μέσω της θρησκείας, στην απενεχοποιημένη συνεχή ζωή των κοινωνιών εντός του πολέμου, αρκεί η βία να εφαρμόζεται έναντι του διαφορετικού, που δογματικά και τελεολογικά θεωρείται ως απειλητικό της συνοχής, της ταυτότητας και της ύπαρξης τους.

Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Ένωσης (Α.P.F.) και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως



Για τη νεωτερικότητα ορισμένων φροϋδικών εννοιών

Της Μαρίλιας ΑΪΖΕΝΣΤΑΪΝ-ΑΒΕΡΩΦ

Ναι, το 2006 εξακολουθούμε να είμαστε σε θέση να επιβεβαιώσουμε ότι η φροϋδική θεωρία είναι πάντα ενεργή, μοντέρνα και αξιόπιστη.

Η ψυχανάλυση είναι μια επιστήμη, ένα θεωρητικό corpus και μια θεραπευτική.

Όπως σε κάθε επιστημονικό κλάδο, οι γνώσεις και το πεδίο δράσης μας έχουν εξελιχθεί σημαντικά αυτά τα 150 χρόνια. Οι συμπτωματολογίες που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ακριβώς οι ίδιες. Νέες μελέτες, καθώς και η συμβολή πολυάριθμων στοχαστών, όπως η Μέλανι Κλάιν, ο Μπίον, ο Κόχουτ, o Βίννικοτ, o Λακάν, ο Αντρέ Γκριν... μεταξύ τόσων άλλων, προήγαγαν το θεωρητικό πεδίο. Αυτό συνεπάγεται αλλαγές στα πρωτόκολλα και στις θεραπευτικές τεχνικές.

Έτσι κι αλλιώς, παρόλο που εξελίσσεται αδιάκοπα, η ψυχανάλυση παραμένει εξ ορισμού φροϋδική, εφόσον πρόκειται για καινούργιο γνωστικό κλάδο τον οποίο θεμελίωσε ο Φρόυντ, προτείνοντας έννοιες επαναστατικές στην εποχή του, και οι οποίες έχουν σήμερα υιοθετηθεί από την επικρατούσα κουλτούρα.

Ο Φρόυντ ήταν γιατρός, ερευνητής και νευρολόγος. Δεν επέλεξε τον δρόμο της ψυχιατρικής. Η γένεση της ψυχανάλυσης δεν συνδέεται με την κλινική ψυχιατρική ούτε με την ψυχική νόσο, αλλά με το ερευνητικό του έργο στη νευροπαθολογία, όταν ήρθε αντιμέτωπος με το αίνιγμα των υστερικών παραλυσιών.

Στο |Μελέτες για την υστερία| (1895), εξηγεί σαφώς την έκπληξή του όταν ανακάλυψε τη στενή σχέση ανάμεσα στην ιστορία του ασθενούς και στα συμπτώματά του.

Η διασαφήνιση της ψυχικής αιτιολογίας της υστερίας αποτελεί λοιπόν τη βάση της ανακάλυψης των κυριότερων εννοιών της ψυχαναλυτικής θεωρίας: του ασυνειδήτου, της φαντασίωσης, της σύγκρουσης, της άμυνας…

Κάποιες φορές ειπώθηκε και γράφτηκε, κυρίως στο βιβλίο |Η μαύρη βίβλος της ψυχανάλυσης| που εκδόθηκε πέρσι στη Γαλλία, ότι οι ψυχαναλυτές συμπεριφέρονται σαν σέχτα, διότι εξακολουθούν να εξυμνούν και να αναφέρουν τον Φρόυντ. Αυτό δεν απορρέει από κανενός είδους ευλάβεια, αλλά από επιστημονική ακρίβεια.

Αυτό που αποκαλούμε «μεταψυχολογία», δηλαδή το σύνολο των αναγκαίων εννοιών για μια συγκροτημένη θεώρηση του ψυχικού οργάνου, εξελίχθηκε ανάλογα με τις συνεισφορές νέων ιδεών. Όμως έτσι κι αλλιώς, πολλές φροϋδικές έννοιες παραμένουν και σήμερα θεμελιώδεις και αναντικατάστατες.

Το ασυνείδητο

Πριν από τον Φρόυντ, ολόκληρη η ψυχολογία και η ψυχιατρική απευθύνονταν στην εμφανή συμπεριφορά και στον έκδηλο λόγο. Η ιδέα, κοινά αποδεκτή σήμερα, ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν περιορίζεται στη συνείδηση, ήταν, πριν 150 χρόνια, εντελώς ανατρεπτική. Είναι η βάση των διαδοχικών θεωριών του ψυχικού οργάνου που πρότεινε ο Φρόυντ, και στη συνέχεια άλλοι. Μπορούμε να γνωρίσουμε το ασυνείδητο μόνο μέσω των ονείρων, των γλωσσικών παραδρομών, των άστοχων πράξεων, την ασυνήθιστη λήθη πραγμάτων και καταστάσεων ή βεβαίως χάρη στην ψυχαναλυτική μέθοδο. Σκέψεις και ασυνείδητα περιεχόμενα είναι ενεργά στην ψυχική ζωή. Προκαλούν συγκρούσεις, από τις οποίες προέρχονται τα νευρωτικά συμπτώματα: φοβίες, ιδεοψυχαναγκασμοί, άγχη, κ.λπ.

Η έννοια του ασυνειδήτου αποτελεί σήμερα μέρος του επικρατούντος πνευματικού πολιτισμού. Οι επιστήμες, η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, αναφέρονται σ’ αυτήν αδιάκοπα και η ύπαρξή της δεν φαίνεται να αμφισβητείται επιστημονικά από κανέναν.

Η ενδοψυχική σύγκρουση

Η αναγνώριση της ύπαρξης ασυνείδητων περιεχομένων –σκέψεων και δυνάμεων– στην καρδιά της ψυχικής ζωής, είναι επακόλουθο της ύπαρξης «ενδοψυχικής σύγκρουσης». Ως τότε, τόσο η δυτική ιατρική όσο και η δυτική φιλοσοφία τοποθετούσαν τις συγκρούσεις είτε μεταξύ του υποκειμένου και του κόσμου, είτε μεταξύ του υποκειμένου και του σώματός του, εφόσον το σώμα θεωρούνταν η έδρα των επιθυμιών. Το ερώτημα του δυισμού ψυχή-σώμα κατέκλυσε, για αιώνες, τη δυτική σκέψη.

Αποδεικνύοντας την αυστηρά ψυχική προέλευση της υστερικής παράλυσης, ο Φρόυντ μετατοπίζει το πρόβλημα. Δίνει σε αυτό το πολύ παλιό ερώτημα μια πρωτότυπη απάντηση: το ανθρώπινο ον αποτελεί μια σωματο-ψυχική ενότητα. Τα συμπτώματα, είτε είναι ψυχικά (φοβίες, ιδεοψυχαναγκασμοί, υποχονδριακά άγχη, χαρακτηρολογικές διαταραχές, κ.λπ.) είτε σωματικά (υστερικές σωματομετατροπές, λειτουργικά συμπτώματα), ακόμη και όταν στρέφονται στο σώμα, είναι το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ των αντιφατικών απαιτήσεων που αναφύονται στους κόλπους του ψυχισμού.

Η σύγκρουση μπορεί να είναι συνειδητή, για παράδειγμα μεταξύ μιας επιθυμίας και μιας απαγόρευσης ηθικής τάξεως, τις περισσότερες όμως φορές, πίσω από τις συνειδητές συγκρούσεις κρύβονται ασυνείδητες (ή λανθάνουσες) συγκρούσεις, που εκδηλώνονται με συμπτώματα των οποίων το νόημα πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί. Όλοι ξέρουν ότι δεν αρκεί να αναγνωρίσει κανείς ότι είναι «στρεσαρισμένος», ώστε να υποχωρήσουν μια κρίση άγχους ή μια σπαστική κολίτιδα.

Η έννοια της ενδοψυχικής σύγκρουσης είναι θεμελιώδης για την ψυχαναλυτική θεωρία, αλλά και για την καθημερινή κλινική πρακτική. Επιπλέον, τη θεωρώ βασικής σημασίας ώστε να υπάρξει ένας περισσότερο φιλοσοφικός στοχασμός για το ανθρώπινο υποκείμενο. Με αφετηρία τη συμβολή του Φρόυντ, μπορούμε όντως να σκεφτούμε ότι ο ψυχισμός γεννιέται από τη σύγκρουση, ότι δηλαδή η σημασία των συγκρούσεων μεταξύ αντιφατικών επιθυμιών ή απαιτήσεων και μεταξύ αντίθετων αναπαραστάσεων είναι η ίδια η πηγή της σκέψης.

Τις έννοιες της «ενδοψυχικής σύγκρουσης» και του ασυνειδήτου ακολουθούν, εφόσον συσχετίζονται, οι έννοιες της «ΑΜΥΝΑΣ» και της «ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗΣ». Θα παραθέσω ένα σύντομο ορισμό, απλώς για να επισημάνω την επικαιρότητα αλλά και τη σπουδαιότητά τους για τους άλλους γνωστικούς κλάδους.

Η άμυνα

Η ιδέα των «αμυνών» εντός του ψυχισμού είναι η φυσική απόρροια της ανακάλυψης του ασυνειδήτου. Αγόμενο και φερόμενο μεταξύ του ασυνειδήτου και του «Υπερεγώ» -ηθική ψυχική αρχή– το Εγώ είναι ο τόπος των συγκρούσεων. Θα αμυνθεί εναντίον των ανυπόφορων διεγέρσεων ή των απαράδεκτων γι’ αυτό αναπαραστάσεων. Αυτό που αποκαλούμε «ΑΠΩΘΗΣΗ» είναι το πρότυπο της νευρωτικής άμυνας. Η απώθηση είναι η ενέργεια μέσω της οποίας το υποκείμενο προσπαθεί να αποκρούσει ή να διατηρήσει στο ασυνείδητο αναπαραστάσεις (εικόνες, σκέψεις, αναμνήσεις) που ενδέχεται να το θέσουν σε κίνδυνο.

Η απώθηση είναι μια οικουμενική και προστατευτική διαδικασία, εφόσον εξασφαλίζει την ομοιόσταση της ψυχικής λειτουργίας· μπορεί όμως σε ορισμένες περιπτώσεις να γίνει παθολογική (λόγου χάρη στις μη νευρολογικές διαταραχές της μνήμης).

Πιο ριζικές άμυνες, όπως η άρνηση, η σχάση, η προβολή, βρίσκονται επί το έργον στις ναρκισσιστικές παθολογίες και στις ψυχώσεις, τις οποίες μπορεί σήμερα να αντιμετωπίσει η ψυχανάλυση.

Η φαντασίωση

Ο όρος φαντασίωση υπήρχε πολύ πριν από τον Φρόυντ, και τον συνέχεαν με τη φαντασία. Περιγράφοντας την ασυνείδητη φαντασιωτική δραστηριότητα, που αποτελεί τη βάση των συνειδητών σεναρίων, ο Φρόυντ τη μετέτρεψε σε μια σταθερή διαδικασία συναρθρωμένη με την επιθυμία, συνεπώς με το συναίσθημα, αλλά επίσης και με τις διαδικασίες της διανοητικοποιημένης σκέψης.

Εξάλλου, στο τελευταίο του βιβλίο (|Spinoza avait raison – Le cerveau des émotions|, Paris, O. Jacob, 2003), ο νευροβιολόγος A. Damasio υπερασπίζεται την ιδέα ενός εγκεφάλου που δεν περιορίζεται μόνο στην πολυπλοκότητα ενός νευρωνικού συστήματος, και καθιστά τη συγκίνηση και το συναίσθημα στοιχεία-κλειδιά της επιβίωσης και της σκέψης.

Μετά από αυτούς τους λίγους ορισμούς, που αποσκοπούν απλώς στο να δείξουν τη νεωτερικότητα ορισμένων φροϋδικών ιδεών, θα πω δυο λόγια για την ψυχανάλυση ως θεραπευτική σήμερα.

Η ψυχαναλυτική θεραπεία, η οποία δέχτηκε συχνά κριτική επειδή θεωρήθηκε απαρχαιωμένη και μακροχρόνια, συνεχίζει να αντιμετωπίζει την ψυχική οδύνη και την αλλοτρίωση της σκέψης πολλών ασθενών.

Η ψυχαναλυτική εργασία αποσκοπεί αρχικά στο να γίνει ή να ξαναγίνει ο ασθενής «υποκείμενο», πράγμα που προϋποθέτει μια σχετική εσωτερική ελευθερία που επιτρέπει το στοχασμό.

Οι κοινωνικές αλλαγές, οι αξιοσημείωτες πρόοδοι της βιολογικής ψυχιατρικής, η εμφάνιση καινούργιων, σύντομης διάρκειας και επικεντρωμένων στο σύμπτωμα θεραπειών (κυρίως οι συμπεριφοριστικές-γνωστικές θεραπείες), των οποίων το όφελος δεν αμφισβητώ, τροποποιούν το ευρύτερο πλαίσιο και τις ενδείξεις για ψυχανάλυση.

Εντούτοις, η ψυχανάλυση παραμένει, και θα παραμείνει κατά τη γνώμη μου, η μόνη μορφή θεραπείας που υποστηρίζει το πιο ανθρώπινο στοιχείο: δηλαδή την ικανότητα του σκέπτεσθαι.

Για τη φιλόσοφο Χάννα Άρεντ το σκέπτεσθαι και το ζην είναι ένα και το ίδιο πράγμα.

Σε μια εποχή όπου βασιλεύουν ο πραγματισμός, ο κυνισμός, η ταχύτητα, ή οι επιθέσεις εναντίον της ελευθερίας του σκέπτεσθαι και του ονειρεύεσθαι που προέρχονται έσωθεν αλλά και έξωθεν, η απάντηση που προσφέρει η ψυχαναλυτική θεραπεία στην ανθρώπινη δυσφορία μου φαίνεται πιο αναγκαία από ποτέ.

Η Μαρία Αϊνζεστάιν-Αβέρωφ είναι διδάσκουσα ψυχαναλύτρια της Ψυχαναλυτικής Εταιρίας των Παρισίων (S.P.P.) και της Ε.Ψ.Ε. Μέλος του Δ.Σ. της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως





Ο Σίγκμουντ Φρόυντ

και η πολιτική δημόσιας ψυχικής υγείας

Επισκόπηση της ταραγμένης κοινωνικής περιόδου 1918-1938

Του Νίκου ΓΚΟΥΓΚΟΥΛΗ

Οι σχέσεις της αριστεράς και ειδικά της κομμουνιστικής αριστεράς με την ψυχανάλυση πέρασαν συχνά από μια ενθουσιώδη υποδοχή σε μια ακραία απόρριψη, και τανάπαλιν.

Ο ίδιος ο Σιγκμουντ Φρόυντ υπήρξε ένας φιλελεύθερος αστός. Άνθρωπος της εποχής του, παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην επαναστατική Ρωσία, όπως μας αποκαλύπτουν τα γραπτά του. Στα γράμματά του εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός, ειδικά στο θέμα της δημιουργίας του "νέου ανθρώπου", που το θεωρούσε ιδεολογική ουτοπία.

Ήδη από το 1910, στο κείμενο "Μελλοντικές προοπτικές ης Ψυχανάλυσης", ο Φρόυντ ευχόταν να αντιληφθούν οι δημόσιοι φορείς το μέγεθος της σημασίας των ψυχικών παθήσεων στη σύγχρονη κοινωνία, και πρότεινε την ανάπτυξη μιας κοινωνικής πολιτικής πρόνοιας, αντίστοιχης με εκείνη για την αντιμετώπιση της φυματίωσης.

Το 1918 η θητεία των γιατρών-ψυχαναλυτών στο πολεμικό μέτωπο, και ειδικά η επιτυχής αντιμετώπιση των τραυματικών νευρώσεων, οδήγησε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να ενδιαφερθούν για την ψυχανάλυση και να συμμετάσχουν στο πέμπτο Συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, στη Βουδαπέστη. Στο συνέδριο αυτό ο Φρόυντ πρότεινε την ίδρυση ψυχαναλυτικών κλινικών, υπό τη μορφή εξωτερικών ιατρείων, όπου η περίθαλψη των ασθενών θα ήταν δωρεάν.

Διαβλέπουμε, λοιπόν, μια συνέχεια στην πολιτική του Φρόυντ, στη διασύνδεση της ψυχανάλυσης με μια πολιτική δημόσιας υγείας. Ταυτόχρονα, οι κλινικές αυτές είχαν σαν σκοπό την πρακτική μαθητεία των νέων γιατρών στο ουσιαστικά νέο επάγγελμα: εκείνο του ψυχαναλυτή.

Η ίδρυση της πρώτης κλινικής είχε σχεδιασθεί να γίνει στη Βουδαπέστη. Το επαναστατικό σοσιαλιστικό καθεστώς ήταν ευνοϊκά διακείμενο προς την ψυχαναλυτική σκέψη και ο Σάντορ Φερέντσι ονομάσθηκε καθηγητής στην πρώτη πανεπιστημιακή έδρα που δημιουργήθηκε για τη διδασκαλία της νέας επιστήμης. Όμως η ανατροπή του βραχύβιου επαναστατικού πειράματος, από ένα ακροδεξιό μιλιταριστικό πραξικόπημα, έβαλε σε παρένθεση αυτές τις προοπτικές. Ο δε Φερέντσι αναγκάσθηκε να ζήσει σε συνθήκες παρανομίας για μερικούς μήνες. Ταυτόχρονα, ο πρώιμος θάνατος του Άντον φον Φρόυντ, μαικήνα της πρωτοπόρας αυτής προσπάθειας, οδήγησε τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρεία να ψάξει για νέα κέντρα δημιουργίας των κλινικών.

Έτσι, τα πρώτα ψυχαναλυτικά εξωτερικά ιατρεία θα ανοίξουν στο Βερολίνο και στη Βιέννη. Θα λειτουργήσουν με πρωτότυπο κλινικό και εκπαιδευτικό τρόπο και θα αποτελέσουν ακόμη έναν χώρο νεωτερισμού στην αρχιτεκτονική σύλληψη, χάρις στη ρηξικέλευθη δουλειά του Ερνστ Φρόυντ που ήταν αρχιτέκτονας.

Η πρώτη κλινική ιδρύθηκε, λοιπόν, στο Βερολίνο, πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εδώ μπαίνουν και τα θεμέλια ενός προγραμματισμού για την κωδικοποίηση της εκπαίδευσης του νέου επαγγέλματος. Η κλινική λειτούργησε με μεγάλη προσέλευση ασθενών και αποτέλεσε κέντρο έρευνας τόσο σε κλινικό όσο και θεωρητικό επίπεδο. Τα εκπαιδευτικά σεμινάρια κάλυπταν όλο το κλινικό φάσμα, αλλά και γνωστικούς χώρους συγγενείς στην ψυχανάλυση, και αποτελούσαν έναν χώρο ζύμωσης των νέων ιδεών. Αναφορικά θα πρέπει να θυμηθούμε την έρευνα στην εγκληματολογία, στην εκπαίδευση κ.λπ.

Η Βιέννη δεν άργησε να ακολουθήσει. Στον χώρο της κλινικής συναντήθηκαν τα ανήσυχα νιάτα που μάχιμα ασχολιόνταν τόσο με την ψυχανάλυση όσο και με την πολιτική σκέψη. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα περισσότερα νέα μέλη της κλινικής ήταν ενεργά μέλη του σοσιαλιστικού ή του κομμουνιστικού κόμματος. Ας θυμίσω ότι η Άννα Φρόυντ συνελήφθη το 1938 από τους ναζί σαν μέλος του σοσιαλιστικού κόμματος. Η δωρεάν παροχή περίθαλψης ήταν μια υποχρέωση για όλα τα μέλη της εταιρείας. Ο ίδιος ο Φρόυντ, για λόγους ηλικίας και υγείας, δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Έτσι πλήρωνε ένα ποσό, που κάλυπτε μέρος των εξόδων της κλινικής, σαν συνεισφορά στη δωρεάν περίθαλψη.

Οι κλινικές δημοσίευαν τακτικά με στατιστικά στοιχεία τα αποτελέσματά τους. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να μελετήσουμε τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της δημόσιας αυτής ψυχαναλυτικής δραστηριότητας. Παρατηρούμε αποτελέσματα που δεν απέχουν από αυτά των σύγχρονων εξωτερικών ιατρείων. Στο κλινικό επίπεδο αρχίζουν οι συζητήσεις για τις ενδείξεις της κλασικής αγωγής και για μεταβολές του πλαισίου (ντιβάνι ή πρόσωπο με πρόσωπο) για τις διαφορετικές παθήσεις.

Οι πολιτικές αρχές δεν παρενέβησαν στη λειτουργία των κλινικών, ούτε ενθαρρυντικά ούτε απαγορευτικά. Η ψυχανάλυση κάλυπτε ορισμένες υγειονομικές ανάγκες, αλλά δεν έτυχε κάποιας επίσημης αναγνώρισης. Σ' αυτό συνετέλεσε και η αρνητική στάση της πανεπιστημιακής έδρας της ψυχιατρικής. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Βάγκνερ φον Γιαουρεγκ, καθηγητής της έδρας και παλιός συμφοιτητής του Φρόυντ, από τη μια παρείχε την πανεπιστημιακή κλινική για την εκπαίδευση των ψυχαναλυτών που δεν ήταν γιατροί (όπως η Άννα Φρόυντ ή η Μαρία Βοναπάρτη), ενώ από την άλλη εξέφραζε δημόσια την απόρριψή του προς τις φροϋδικές ιδέες.

Ο αρχές παρενέβησαν μία μόνο φορά στη Βιέννη, στο θέμα της εξάσκησης της ανάλυσης από μη γιατρούς. Η παρέμβαση του Φρόυντ γρήγορα έθεσε τέρμα στο νομικό πρόβλημα, άνοιξε όμως μια συζήτηση μέσα στον αναλυτικό χώρο, η οποία καταλάγιασε πολύ αργότερα. Πράγματι ο Φρόυντ από πολύ νωρίς είχε καταλάβει ότι η ψυχανάλυση έχει τις ρίζες της στην ιατρική, αλλά δεν ήθελε να την περιορίσει μόνο στα θεραπευτικά πλαίσια. Έτσι ενθάρρυνε τη μάθηση και εξάσκηση της ψυχανάλυσης από μη γιατρούς, σε αντίθεση με τη συντηρητική στάση άλλων συναδέλφων, και ιδιαίτερα των Αμερικανών.

Στο Βερολίνο τα πράγματα πήραν δραματική τροπή από το 1933, με την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Η ψυχανάλυση διώχθηκε, οι περισσότεροι αναλυτές (και φυσικά όλοι οι Εβραίοι ψυχαναλυτές) εξορίσθηκαν. Πολλοί ανέπτυξαν αντιστασιακή δράση και φυλακίσθηκαν (όπως η Έντιθ Γιάκομπσον, που κατόρθωσε στη συνέχεια να διαφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η αναλυτική κοινότητα θρήνησε το 1943 τη σύλληψη και καρατόμηση του Τζον Ριτμάιστερ, για την παράνομη αντίσταση στο ναζιστικό καθεστώς. Η ψυχαναλυτική κλινική δεν έκλεισε, αλλά αφομοιώθηκε από τη νέα πολιτική του ψυχιάτρου Ματτίας Γκέριγκ, εξαδέλφου του υπουργού Χέρμαν Γκέριγκ. Και φυσικά έχασε παντελώς τον χαρακτήρα του ελεύθερου χώρου ζύμωσης ιδεών. Μαζί χάθηκε και όλη η κλινική εμπειρία, η ανθρώπινη σκέψη που είχε συσσωρευτεί με την πνευματική δραστηριότητα της πρωτοπόρας αυτής γενιάς.

Η είσοδος των ναζί στη Βιέννη το 1938 σήμανε και το ουσιαστικό τέλος της ψυχαναλυτικής δραστηριότητας. Η κλινική έκλεισε, τα περιουσιακά της στοιχεία ληστεύθηκαν, τα βιβλία κάηκαν, και ο Φρόυντ διέφυγε στην Αγγλία χάρις στην παρέμβαση μιας μεγάλης διπλωματικής αλυσίδας, που περιείχε τη σύζυγο του Ρούζβελτ, Ελεανώρα, και φυσικά τη Μαρία Βοναπάρτη.

Παρατηρούμε λοιπόν, συνολικά, ότι η ανάμειξη των ψυχαναλυτών στη δημόσια υγεία την εποχή εκείνη ήταν πρωτοποριακή. Την ώθηση την είχε δώσει ο Φρόυντ και η νέα γενιά όχι μόνο ακολούθησε αλλά και συνέβαλε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη αυτής της πολιτικής στάσης. Ανέφερα ήδη ότι ο Φρόυντ ήταν πολιτικά φιλελεύθερος. Τα νέα στοιχεία όμως δείχνουν ότι η πολιτική του είχε πολύ πιο ριζοσπαστικές τάσεις και συνέπειες. Δεν είναι τυχαίο ότι, στην προσπάθεια να καταστρέψουν την ανθρώπινη σκέψη, οι ναζί επετέθησαν με τόση λύσσα στην ψυχανάλυση.

Ο Νίκος Γκουγκουλής είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ένωσης για την Ιστορία της Ψυχανάλυσης, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων (SPP) και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως



Ψυχανάλυση και Αριστερά

Του Δημήτρη Ν. ΠΛΟΥΜΠΙΔΗ

Η σχέση της ψυχανάλυσης με την ελληνική αριστερά υπήρξε πρώιμη, με προσδοκίες απελευθέρωσης της ψυχικής οργάνωσης του ανθρώπου από δεσμά και προκαταλήψεις. Η σχέση αυτή έγινε, σταδιακά, αμφιθυμική και κριτική. Το 1950, η προσκείμενη στο ΚΚΕ αριστερά υιοθέτησε την καταδίκη της ψυχανάλυσης από την σοβιετική ψυχολογία. Η ψυχανάλυση ποτέ δεν σταμάτησε να ασκεί υπόγεια γοητεία, που τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας εισήλθε και στην αντιπαράθεση «δογματικών» και «ανανεωτών» της αριστεράς. Τελευταία, με αποσπασματικά κριτήρια, έχει τοποθετηθεί στον χώρο των ατομικιστικών ιδεολογιών που συμπορεύονται με την νεοφιλελεύθερη κοσμοαντίληψη, ενώ τα δυναμικά της είναι κατά πολύ ευρύτερα.

***

Η ψυχανάλυση εμφανίστηκε στην Ελλάδα την δεύτερη και την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα από δύο δρόμους (1) :

-Από εκπαιδευτικούς και φιλοσόφους. Ο Μ. Τριανταφυλλίδης και Γ. Ιμβριώτης, στο |Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου| παρουσίασαν το 1915 και το 1923 βασικές ψυχαναλυτικές έννοιες). Προστέθηκαν οι Γ. Μωραϊτης (οπαδός του A. Adler, οργάνωσε συμβουλευτικό σταθμό και εξέδωσε το περιοδικό |Ατομική Ψυχολογία|), Κ. Σωτηρίου (μετάφρασε το βιβλίο του O. Pfister |Ψυχανάλυση και Παιδαγωγική|) και Δ. Γληνός (με το ψυχογράφημα του Πλάτωνα, στην εισαγωγή του |Σοφιστή|).

-Από νευρολόγους-ψυχιάτρους. Δ. Κουρέτας, Κ. Δ. Κωσταντινίδης (παρουσίασε επίσης τον K. Jung), Φ. Σκούρα κ.ά. Οι δύο πρώτοι ανήκαν στον συντηρητικό πολιτικό χώρο.

Επίσης, δεν ανήκε στην αριστερά ο ποιητής Α. Εμπειρίκος, με σημαντικό ρόλο στην συνέχεια.

Το διάχυτο ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση σε ένα ευρύ κοινό, το 1930-40, δείχνει η περιστασιακή έκδοση αποσπασμάτων από έργα του Φρόυντ και άλλων συγγραφέων, συνήθως σε πρόχειρες μεταφράσεις, όπως και του «φροϋδομαρξιστή» Β. Ράιχ, που δέχτηκε τα πυρά τόσο των κομμουνιστών όσο και του Φρόιντ. Η κίνηση αυτή των ιδεών γύρω από την ψυχανάλυση, αφορούσε και τον συντηρητικό πολιτικό χώρο, τον Κ. Μεραναίο, τον Λ. Πηνιάτογλου, κ.ά.

Οι αριστεροί διανοούμενοι βρίσκονταν κυρίως στους εκπαιδευτικούς κύκλους. Πρακτική επιδίωξη ήταν η «κατανόηση» της συμπεριφοράς του παιδιού, η συμβουλευτική παιδιών και γονιών, και η αποφυγή της βίας, που ανθούσε ως μέσο πειθούς στα σχολεία. Ο Κ. Σωτηρίου και ο Γ. Μωραϊτης ευαισθητοποίησαν πολλούς μετεκπαιδευόμενους δασκάλους στην Αθήνα. Τέλος, στο «Σχολείο ανωμάλων παίδων», που οργάνωσε το 1935 στην Καισαριανή η Ρ. Ιμβριώτη, βρίσκουμε ως συνεργάτη και τον Γ. Ζαβιτζιάνο, μελλοντικό ψυχαναλυτή.

Σημειώνω επίσης ότι η εμπεριστατωμένη κριτική στην ψυχανάλυση, από την |Κοινωνικο-Ιστορική Ψυχολογία| των L. Vigotsky και A. Luria, αλλά και τον φιλόσοφο G. Politzer, δεν μεταφράστηκαν στα ελληνικά αλλά αποτέλεσαν το θεμέλιο της αριστερής κριτικής.

Ο πόλεμος και ο εμφύλιος ανέτρεψαν αυτό το κλίμα ζύμωσης γύρω από τις ψυχαναλυτικές ιδέες. Η «συντηρητική» συσπείρωση γύρω από την πριγκίπισσα Μ. Βοναπάρτη της πρώτης ψυχαναλυτικής ομάδας (Δ. Κουρέτας, Α. Εμπειρίκος, Γ. Ζαβιτσιάνος και σε κάποια απόσταση ο Ν. Ν. Δρακουλίδης), οι διώξεις των αριστερών διανοούμενων και η ιδεολογική πόλωση του ψυχρού πολέμου, εξηγούν τη ρήξη με την «ψυχανάλυση», που απομάκρυνε, μάλλον οριστικά, τους εκπαιδευτικούς, ενώ διατηρήθηκαν οι δεσμοί, συνήθως υπόγειοι, με τους αριστερούς ψυχιάτρους και τους ψυχολόγους.

Το 1950, δημοσιεύτηκε στον |Ανταίο| (τεύχος 3-4), από τον Α. Μαρίνο, το άρθρο «Είναι η ψυχανάλυση μια επιστημονική μέθοδος;». Το κείμενο αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις που δημοσιεύτηκαν τον Ιούνιο του 1949, στην |Nouvelle Critique|, όργανο του Κ.Κ.Γ. Η ψυχανάλυση δεν καταδικάζεται ολοκληρωτικά, αλλά γίνεται λόγος για αντιδραστική στροφή, χάρη στον ιδεαλιστικό και μεταφυσικό χαρακτήρα ορισμένων βασικών της εννοιών, όπως το ασυνείδητο, που η ψυχανάλυση το έχει κάνει μια μυθική αφαίρεση–πράγμα (chosisme). Ακόμη, ότι μασκαρεύει τις κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις που περνούν σαν διαλεκτική των συγκρούσεων του ίδιου του ατόμου. Πίσω από το ψευδώνυμο Α. Μαρίνος κρύβεται ίσως κάποιος από τους συγγραφείς της αξεπέραστης |Ψυχοπαθολογίας της Πείνας, του Φόβου και του Αγχους| (3)

Η ψυχανάλυση ξανάγινε πόλος ιδεολογικής ζύμωσης προς το τέλος της δικτατορίας, εισάγοντας κομμάτια από την κίνηση των ιδεών, που έφερε στο προσκήνιο ο Μάης του 1968. Έργα του Φρόιντ, του Β. Ραϊχ, αλλά και πλειάδας άλλων συγγραφέων, συχνά κριτικά τοποθετημένων, είχαν σημαντική και ευρύτερη επιτυχία. Η υπεραπλουστευτική κριτική του Ν. Γαλανού έμεινε χωρίς απήχηση.

Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 οργανώθηκαν στην Ελλάδα οι κύριοι φορείς άσκησης της ψυχανάλυσης. Η ύπαρξη μέσα σε αυτές τις εταιρείες, αλλά και έξω από αυτές, πλειάδας ψυχαναλυτών ή διανοουμένων, με πολιτική ένταξη κυρίως στην ανανεωτική αριστερά, επέτρεψε την εισαγωγή σημαντικών εννοιολογικών εργαλείων από την ψυχανάλυση στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων, ενίσχυσε το κίνημα για τη μεταρρύθμιση της φροντίδας των ασθενών, αλλά δεν νομίζω ότι γονιμοποίησε εξελίξεις που να ενισχύουν τα κοινωνικά οράματα της αριστεράς.

Τα τελευταία χρόνια, σημαντική απήχηση είχαν έργα κριτικής της σύγχρονης κοινωνίας και επιστημολογίας, εισάγοντας έννοιες από την ψυχαναλυτική θεωρία του Ζ. Λακάν (3). Δεν είμαι όμως αρμόδιος να ανοίξω αυτή την συζήτηση.


(1)|Ψυχανάλυση και Ελλάδα|, Επιμέλεια Θ.Τζαβάρας, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα, 1984, Λ. Ατζινά, |Η μακρά εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα|, εκδ. Εξάντας, 2004.

(2) Φ. Σκούρας, Αθ. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης, Γ. Παπαδημητρίου, |Ψυχοπαθολογία της Πείνας, του Φόβου και του Άγχους|, Αθήνα 1947. Επανέκδοση, εκδ. Οδυσσέας/Τρίαψις Λόγος, Αθήνα, 1991.

(3) S. Žižek, |Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό;|, εκδ. Scripta, Άθήνα, 2002, S. Žižek, |Καλώς ορίσατε στην έρημο του πραγματικού|, εκδ. Scripta, Αθήνα, 2003, Αρ. Μπαλτάς, |Το μήλο του Φρόιντ και το ασυνείδητο του Νεύτωνα|, Τρίαψις Λόγος/Εξάντας, Αθήνα, 2004.

Ο Δημήτρης Ν. Πλουμπίδης είναι ψυχίατρος, αναπληρωτής καθηγητής ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών




Ο Φρόυντ και το θρησκευτικό συναίσθημα

Ενοχές και αυταπάτες

Του Κώστα ΜΠΑΖΑΡΙΔΗ


Η ψυχανάλυση ίσως είναι η "|τελευταία από τις πολλές προσπάθειες αποσάρθρωσης της Θεολογικής Ηπείρου|", μολονότι συχνά αντιστρατεύεται τον θετικιστικό ορθολογισμό. Ο Φρόυντ επιχείρησε να προσεγγίσει και τη λειτουργία των θρησκειών, και κυρίως την ανάδυση του θρησκευτικού συναισθήματος. Όχι βέβαια ως θεολόγος ή φιλόσοφος, αλλά ως ψυχαναλυτής παραμερίζοντας, όσο ήταν δυνατόν, τις φιλοσοφικές γνώσεις του και τη σαγήνη που του ασκούσαν τα προτάγματα του Διαφωτισμού.
Αναφορές υπάρχουν σε πολλά κείμενα, από το «Καταναγκαστικές πράξεις και θρησκευτικές πρακτικές» (1907) μέχρι τον |Άνθρωπο Μωυσή και τη Μονοθεϊστική θρησκεία| (1938), στα οποία διατρέχει μια πορεία από την ατομική περιπτωσιολογία στη συλλογική ιστορία. Στα γραπτά αυτά εντοπίζονται κάποιες αντιφατικές παρατηρήσεις και διακρίνεται η δυσκολία του να αποδώσει τη διαφορά ανάμεσα στο ιστορικό και κοινωνικό επίπεδο και στην ψυχική διαδρομή κάθε υποκειμένου, καθώς και τον τρόπο που συναρθρώνονται αυτά τα δύο επίπεδα. Ωστόσο, εκφέρεται μια υπόθεση για τη γέννηση, τη φύση και το μέλλον της θρησκευτικής αναζήτησης.


Θεός-Πατέρας

Ο Φρόυντ γράφει για τη θρησκεία στο |Μέλλον μιας αυταπάτης| (1927): Είναι βέβαια η πίστη στην ύπαρξη ενός Υπέρτατου Όντος αλλά κυρίως "ένα σύστημα διδασκαλίας και υποσχέσεων που φιλοδοξεί αφ' ενός να διευκρινίσει όλα τα αινίγματα αυτού του κόσμου με μιαν αξιοζήλευτη πληρότητα και αφ' ετέρου να διαβεβαιώσει (τους ανθρώπους) ότι η θεία Πρόνοια θα προστατεύσει τη ζωή τους και θα φροντίσει σε μια μέλλουσα ζωή να τους αποζημιώσει για όσα στερήθηκαν εδώ κάτω[...] και δυστυχώς η μεγάλη πλειοψηφία των θνητών δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει αυτή την άποψη ζωής..."

Ωστόσο, αυτό το σύστημα δεν είναι παρά μια ένδοξη αυταπάτη, που αποκρύβει την αλήθεια και στοχεύει να γλυκάνει την οδύνη και να αποζημιώσει "για τις βαριές θυσίες που απαιτεί ο πολιτισμός ώστε να γίνει δυνατή η συλλογική συμβίωση". Κάθε ενηλικίωση σημαδεύεται από τα τραυματικά εντυπώματα των αποχωρισμών και των οριοθετήσεων, τη βία των ψυχικών μετασχηματισμών και των ενορμητικών κινήσεων, την ορθοπεδικότητα της θεσμικής αιχμαλωσίας, την οδυνηρή αναγνώριση της ετερότητας, τις παγίδες της σάρκας και την αίσθηση μηδαμινότητας μπροστά στα φυσικά φαινόμενα και τον θάνατο. Όλα αυτά φέρνουν στο προσκήνιο τα παιδικά βιώματα ανημπόριας και απόγνωσης. Ο "αδύναμος άνθρωπος", ζώντας μια κατάσταση που προσομοιάζει με παιδική νεύρωση, οδηγείται να κατασκευάσει μια ουτοπία και ένα εξιδανικευμένο ομοίωμα υπέρτατης δύναμης, με το οποίο θα καλύψει τις ρωγμές και θα απαντήσει στα άγχη του.

Όμως αυτή η αντισταθμιστική αυταπάτη δεν είναι μια απόλυτη πλάνη. Συγκροτείται από ψήγματα γνώσεων, θραύσματα αντιλήψεων, και παραμορφωμένες αλήθειες που μορφοποιούνται σε συγκεκριμένο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο. Είναι σε κάποιο βαθμό και μια προσωπική δημιουργία που εκφράζει την ιδιαίτερη πορεία κάθε υποκειμένου αλλά αντιστέκεται λυσσαλέα σε κάθε προσπάθεια αναγνώρισης και επιστημονικής αντιπαράθεσης. Όμως μπορεί να εξελιχθεί σε μια "οικουμενική καταναγκαστική νεύρωση", μια μορφή εξάρτησης, ή να συγγενεύει με τις ψυχωτικές παραγωγές και να αγγίζει τα όρια ενός "μαζικού παραληρήματος", καθώς "ενθαρρύνεται και από την διδασκαλία των θρησκευτικών".


Το κάλεσμα της Μητέρας

και ο φόνος του Πατέρα

Αργότερα, στο |Πολιτισμός, πηγή δυσφορίας| (1929), διαφαίνεται μια μετατόπιση. Ο Φρόυντ, απαντώντας στον Ρ. Ρολλάν για το "Ωκεάνειο αίσθημα" που βιώνει ο θρησκευόμενος, όπου συγχέονται τα όρια Εγώ-αντικειμένου-περιβάλλοντος, και το υποκείμενο γίνεται ένα με το Σύμπαν, επισημαίνει ότι η αίσθηση αυτή μοιάζει απομεινάρι της συγχώνευσης του βρέφους με τη μητέρα. Ο Φρόυντ όμως αρνείται, τουλάχιστον άμεσα, ότι αυτή η συνάφεια με το μητρικό σώμα, η οποία γεννά ένα αμάλγαμα συναισθημάτων, από την παντοδυναμία ως την απόλυτη εκμηδένιση, μπορεί να θεωρηθεί ως πυρήνας του θρησκευτικού συναισθήματος. Το ωκεάνειο αίσθημα, όπως τόνισε πρόσφατα ο Λαπλάνς, πηγάζει από την καταβύθιση σε ένα πεδίο γεμάτο από αινιγματικά, προγλωσσικά, αισθητηριακά σημαίνοντα, που κυκλοφορούν ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί στην ανατολή της ζωής, και στα οποία προστρέχει κάθε ενήλικος στις κρίσιμες στιγμές. Έτσι, πίσω από την μάσκα-φετίχ του πατέρα-θεού αχνοπροβάλλει η σαγήνη της μητρικής μορφής, ενώ η κατάδυση σ' αυτόν τον αρχαϊκό χώρο εμπεριέχει και την προσδοκία για απαρχή μιας "αποκάλυψης".

Στο |Ο άνθρωπος Μωυσής και η Μονοθεϊστική θρησκεία| (1938), πίσω από τις αρχαιολογικές ανακρίβειες και τις αμφιλεγόμενες ιστορικές συνθέσεις, σκιαγραφείται αμυδρά η ασυνείδητη στρατηγική που καθοδηγεί την οργάνωση των θρησκειών. Συνδέεται με τη λογική του Οιδιποδείου και την οργάνωση των θρησκειών. Συνδέεται με τη λογική του Οιδιποδείου και την ψυχαναλυτική υπόθεση συγκρότησης κοινωνιών (|Τοτέμ και Ταμπού|, 1912). Ο θεός μοιάζει υποκατάστατο της μορφής του ιδεώδους-πατέρα-προστάτη. Ο φόνος του, ένδειξη της βίας που φωλιάζει σε κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, μετατίθεται στη θυσία του γιου, απωθείται, ενώ ταυτόχρονα εκδραματίζεται μέσω των θρησκευτικών τελετουργιών. Από τον φόνο αυτό, τον φόβο και κυρίως την ενοχή που γεννά, εκβλαστάνουν οι ρίζες των θρησκευτικών δογμάτων, ενώ η αποσάρκωση του θεού ενδυναμώνει τον κανονιστικό-συμβολικό ρόλο του.

Οι συνέπειες αυτών των κατασκευών είναι πολλαπλές. Ελέγχονται σε κάποιο βαθμό ή τροποποιούνται οι ενορμητικές απαιτήσεις, συναπαρτίζονται κοινωνικές ομάδες και εδραιώνεται η συνοχή τους καθώς προβάλλεται το μίσος σε αντίπαλες ομάδες, οργανώνεται η έννοια του χρόνου, ορίζεται ο θάνατος ως απόρροια της επιθυμίας, άρα παύει να είναι αναίτιος και φρικιαστικός.

Παράλληλα, διακηρύσσεται η δυνατότητα καθενός να αναβαπτιστεί στην κολυμβήθρα της Παραδείσιας αιωνιότητας, δηλαδή να υπηρετεί την πεποίθηση της πλαστής και διαχρονικής ενότητας του ψυχισμού, διαψεύδοντας τις ετερογενείς παράλογες και διχοτομικές διαστάσεις του.

Η "επιστροφή" της θρησκευτικότητας

Αυτή η απλουστευμένη υπόμνηση βασικών Φροϋδικών θέσεων, δεν αναφέρεται στον πλούτο μεταγενέστερων ψυχαναλυτικών συνεισφορών στο θέμα αυτό. Αποτελεί υπενθύμιση μιας μαχόμενης επιστήμης, η οποία δίχως να είναι απόλυτα απαλλαγμένη από αυταπάτες, κοινοτοπίες και ιδεαλιστικές εμμονές, κινείται μακράν της θεολογικής επικράτειας. Επιστροφή της θρησκευτικότητας συντελείται, σε κάποιο βαθμό, και στον ψυχαναλυτικό χώρο. Μεταξύ άλλων, προτάσσεται η περιθωριοποίηση της σεξουαλικότητας, η δημιουργική αξία της αυταπάτης (χωρίς να αναφέρεται η συρρίκνωση και η υπονόμευσή της από το θρησκευτικό-κανονιστικό πλαίσιο) και η "πίστη" στην αυθεντία του αναλυτή (δηλαδή η αποστράγγιση της μεταβιβαστικής-αντιμεταβιβαστικής συναλλαγής από τις πολύμορφες σεξουαλικές και επιθετικές συνιστώσεις της). Μια τέτοια τάση, πέραν του ότι καθοδηγείται και εξυπηρετεί σαφείς ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες, συναντά την απελπισμένη αναζήτηση της ναρκισσιστικής σταθερότητας και βεβαιότητας, και υπονομεύει τη διεργασία πένθους.

Αντίθετα, η ψυχανάλυση στοχεύει, παρά τις παλινδρομήσεις της, στην "εγκατάλειψη της πίστης, με γνώση της αιτίας", γνωρίζοντας ωστόσο ότι κάθε υποκείμενο παράγεται από ένα σύνολο σημείων που ποτέ δεν θα γίνουν όλα αναγνώσιμα, ότι πάντα ένα μέρος του ψυχισμού θα παραμένει σκοτεινό και άφατο και ότι ποτέ ο Λόγος δεν θα υποκαταστήσει απόλυτα τη λυτρωτική αλλά και παραπλανητική λειτουργία του συναισθήματος.

Ο Κώστας Μπαζαρίδης είναι ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου