4/8/19

Παραμύθι για αγόρια

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα αγοράκι το οποίο νόμιζε ότι τίποτα δεν αλλάζει. Οι γονείς του τον αγαπούσαν, είχε φίλους και παιχνίδια και άκουγε καμιά φορά στην τηλεόραση, όταν οι γονείς δεν πρόφταιναν να αλλάξουν κανάλι, ότι υπάρχει φτώχεια και θάνατος ή φευγαλέα έβλεπε άγρια ζώα να κατασπαράσσουν αθώα θηλαστικά, αλλά εκείνος δεν είχε γνωρίσει ούτε τον θάνατο ούτε την βία τον πόλεμο τη φτώχεια ή την αρρώστια και γι’ αυτό πίστευε ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι γονείς του ούτε οι φίλοι του δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνουν ούτε θα στερηθούν ποτέ τίποτα.
Έπειτα όμως αρρώστησε και πέθανε ένας μικρός του φίλος του κι ο πατέρας του ο οποίος δούλευε πωλητής σε μεγάλη πολυεθνική σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σε έναν δρόμο υπό κατασκευή πολύ μακριά από το σπίτι του και τότε ο μικρός κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος. Όλα άλλαζαν. Ήταν ψέμα ότι τίποτα δεν αλλάζει. Αλλά δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στην καινούργια αλήθεια και γι’ αυτό εξακολουθούσε να ζει με την παλιά και να πιστεύει με πείσμα αυτό που ήξερε ότι είναι αλήθινό.
Αυτό ήταν επικίνδυνο για τη ζωή του. Διέσχιζε τους δρόμους χωρίς να προσέχει, διότι, αφού ήταν ζωντανός και τίποτα δεν μπορούσε να αλλάξει, θα παρέμενε ζωντανός ό,τι κι εάν συνέβαινε. Πλησίαζε χωρίς φόβο τα άγρια σκυλιά, γιατί, αφού δεν τον είχαν δαγκώσει και τίποτα δεν άλλαζε, δεν θα μπορούσαν να τον δαγκώσουν και το παράξενο ήταν ότι κανένα άγριο σκυλί δεν τον δάγκωνε.

Δεν μελετούσε τα μαθήματά του, γιατί, από τη στιγμή που πήγαινε στην τρίτη δημοτικού και τίποτα δεν μπορούσε να αλλάξει, θα εξακολουθούσε να πηγαίνει στην ίδια τάξη, επομένως θα φοιτούσε κάθε χρόνο στην ίδια τάξη, άρα ήταν περιττό να μελετάει για να περάσει την τάξη. Δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα, διότι, αφού τίποτα δεν θα άλλαζε, θα είχε πάντα το ίδιο ύψος και βάρος όπως τώρα, επομένως δεν ήταν ανάγκη να τρώει ούτε να πίνει το γάλα του για να ψηλώσει.
Η μητέρα του, όπως ήταν φυσικό, ανησύχησε σφόδρα. Τον πήγε σε γιατρούς, οι οποίοι μάταια προσπάθησαν, με φάρμακα και εναλλακτικές θεραπείες, να τον κάνουν καλά. Τότε η απελπισμένη μητέρα αποφάσισε να διοργανώσει ένα μεγάλο πάρτι. Κάλεσε πολλά παιδάκια και γονείς γιατί ήλπιζε πως, όταν θα έβλεπε τα άλλα παιδάκια που άλλαζαν, ο μικρός θα έπαιρνε παράδειγμα και θα άρχιζε  να αλλάξει κι αυτός. Δυστυχώς, διάλεξε λάθος παιδάκια, γιατί ούτε εκείνα είχαν προσαρμοστεί στην αλήθεια της αλλαγής και με λύπη η γυναίκα διαπίστωσε ότι κι εκείνα και οι γονείς τους, συμπεριφέρονταν σαν τίποτα να μην επρόκειτο να αλλάξει. Αλλά κι εκείνη κατάλαβε ότι δεν είχε προσαρμοστεί στην αλήθεια, γιατί, ενώ ο σύζυγός της ήταν εδώ και καιρό ένα δοχείο σκορπισμένης στάχτης σε μακρινό τόπο, εκείνη πίστευε ότι ο θάνατός του ήταν ένα λάθος και το σωστό θα ήταν να βρίσκεται εκεί μαζί τους και να ζουν πιο ευτυχισμένοι απ’ ό,τι τον καιρό που πραγματικά ζούσε.
Το πάρτι ήταν μια άθλια αποτυχία. Τα παιδάκια και οι γονείς φύγανε και η μητέρα άρχισε να κλαίει. Την έπνιγαν οι αναμνήσεις κι ο πόνος του γήρατος που ερχόταν κι ο μικρός άρχισε επίσης να κλαίει επειδή έκλαιγε η μαμά κι επειδή τον είχαν φέρει στον κόσμο χωρίς να τον ρωτήσουν και από τότε δεν τον ρώταγε κανείς.
Όταν η μαμά συνήλθε, κάλεσε τους γονείς σπίτι για να συζητήσουν τι θα κάνουν με το πρόβλημα των παιδιών τους, τα οποία νομίζουν ότι ο κόσμος είναι έτσι όπως τον βλέπουν και δεν καταλαβαίνουν ότι συνεχώς μεταβάλλεται. Είπαν πολλά για τα παιδιά, αλλά για τον εαυτό τους ούτε κουβέντα. Ο μικρός τους άκουσε κρυφά και προσεκτικά και κατάλαβε ότι οι μεγάλοι μιλάνε μόνο για πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουν, ενώ για όσα γνωρίζουν, σιωπούν.
Τότε ήταν που αποφάσισε ότι δεν ήθελε να μεγαλώσει. Και αυτό ακριβώς έκανε. Γι’ αυτό, όσες γυναίκες κι αν γνώρισε, ήταν σα να μην τις είχε γνωρίσει.

Ελένη Κουνανάκη, Η πόλη μέσα στην πόλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου