4/12/22

Ποίηση, το «νέο γένος»: Μεταξύ κατανόησης και επινόησης (V)

Σκέψεις για τα προβλήματα της έννοιας (Β΄)

Του Αλέξιου Μάινα*

Το ποίημα είναι ο τόπος της λαβωμένης έως θανάτου αλήθειας.
(Κρίστοφ Μέκελ, 1935-2020)

Σοβαρό είναι το μεθοδολογικό πρόβλημα της λυρικολογίας ως επιστημονικής θεωρίας της ποίησης, αυτή τη φορά όχι κατά την ιστορική ιχνηλασία, αλλά κατά τη συγχρονική διαλεύκανση της έννοιας της ποίησης. Γιατί από τη μία αποκλείονται ως επιτακτικοί όλοι οι ιστορικά προσδιορισμένοι παραγωγικοί (deductive) ορισμοί της, που σε κάποιον βαθμό επηρεάζουν και περιορίζουν κανονιστικά –ως μοντέλα ή πλαίσια– τη συγγραφή, και επιπλέον δυσχεραίνουν την επιστημονική μελέτη ετερόκλιτων κειμενικών γεγονότων. Από την άλλη όμως αποδεικνύεται ακατάλληλη και η επαγωγική-περιγραφική προσέγγιση, που προσπαθεί να αποστάξει γενικά χαρακτηριστικά ως αφαιρέσεις από την εξέταση ενός κάποιου αριθμού ποιημάτων. Το ίδιο ισχύει ακόμα και για τον στοιχειώδη εκτασιακό ορισμό, που απλώς απαριθμεί ποια κείμενα θεωρούνται (μια δεδομένη εποχή) ποίηση. Όπως παρατηρεί ο Τζέρεμυ Χώθορν γενικότερα για τη λογοτεχνία, «το πρόβλημα σε μια πιο λεπτομερή εξέταση είναι πως αυτό που ξέρουμε όλοι [εννοεί το τι είναι λογοτεχνία] προϋποθέτει συχνά μια υποθετική, όχι μια πραγματική ομοφωνία» – αυτό μπορεί να ειπωθεί ακόμα εμφαντικότερα για τα μεμονωμένα γένη. Στην πράξη ποιητές και φιλόλογοι, ακόμα και στη σπάνια περίπτωση θεωρητικής συμφωνίας των κριτηρίων, δεν συμφωνούν ως προς το ποια κείμενα μπορούν ή πρέπει να θεωρηθούν ποίηση. Έτσι, για να τολμήσει κανείς ακόμα και τον στοιχειώδη εκτασιακό ορισμό, τη λίστα των κειμένων ή βιβλίων –εντός ενός ευρύτερου συνόλου από κείμενα/βιβλία– που ανήκουν στην ποίηση, πρέπει να διαθέτει ήδη έναν εντασιακό ορισμό ακριβείας.
Όλα όσα ειπώθηκαν σημαίνουν ή αποτελούν σοβαρές ενδείξεις ότι:
(i.) Κάθε «πραγματικός ορισμός» (που υποστασιάζει οντολογικά μια ειδοποιό διαφορά της έννοιας της ποίησης ως γένους) είναι εσφαλμένος. Η έννοια, όπως χρησιμοποιείται σήμερα, δεν είναι εσσενσιαλιστική, δηλαδή δεν αναφέρεται σε κάποια κοινή ουσία (ορθότερα: ουσιότητα) των κειμένων που συγκαταλέγονται στο σώμα της.
(ii.) Η έννοια είναι πλουραλιστική, δηλαδή ενσωματώνει και εκπροσωπεί κείμενα βάσει διαφορετικών κριτηρίων. Δεν έχουν όλα τα ποιήματα τα ίδια κοινά, και ενίοτε μεταξύ δύο ποιημάτων μπορεί να μην υπάρχει ούτε ένα κοινό γνώρισμα (από αυτά που προτάσσουν οι διάφοροι ορισμοί).
(iii.) Δεδομένων αυτών, φαίνεται πως υπάρχει σαφής διάσταση ανάμεσα στην ιστορία της θεωρίας της ποίησης από τη μία, που εν πολλοίς αφορούσε τη γενολόγηση, τουτέστιν τη συγκρότηση και τη γενεαλογία της υπερκείμενης έννοιας του γένους «ποίηση», και στην περιγραφική-συστηματική θεώρηση από την άλλη, που εστιάζει απερίσπαστα στα κείμενα. Η διαλεύκανση της γενολογικής έννοιας, όπως το προσπάθησα στα δοκίμια αυτά, έχει τη δική της φαινομενολογία και τη δική της γραμματολογική ερμηνευτική, που δεν σχετίζεται άμεσα με τα συγχρονικά κειμενικά γεγονότα και τα δικά τους συναφή φαινομενολογικά ή αναλυτικά ευρήματα.
Έτσι, οδηγείται κανείς στη διαπίστωση ότι η έννοια είναι τρόπον τινά διττή: Η κατανόηση του όρου ως γενολογικής κατασκευής για την αισθητική, τη γραμματολογία ή απλώς την κατηγοριοποίηση κειμένων (η «ποίηση ως γένος»), δεδομένου ότι στην πράξη αποτυγχάνει να περιγράψει με ακρίβεια τι συμβαίνει εντός των κειμένων, δεν συμπίπτει απαραιτήτως με την ανάλυση του όρου ως συνόλου «ποιητικών χαρακτηριστικών», δηλαδή μηχανισμών-τεχνικών και κειμενικών τρόπων (τι είναι αυτό που κάνει ένα κείμενο για μας ποιητικό, ποια είναι ενδογλωσσικά τα χαρακτηριστικά του ποιητικού φαινομένου). Εντέλει μπορεί να ειπωθεί ότι η πρώτη αντίληψη της έννοιας αντιστοιχεί στον καθορισμό του «κειμενικού τύπου» και η δεύτερη των «κειμενικών τρόπων». Η πρώτη αποσκοπεί στην ευκρινή (distinct) οριοθέτηση του γένους απέναντι στα άλλα. Η δεύτερη στη διαλεύκανση της «ποιητικότητας» ή του «ποιητικού», που ως ιδιότητα προσδίδεται σε σημεία ή τμήματα κειμένων και δεν περιορίζεται αυστηρά στα όρια του γένους, ούτε καν στα όρια της λογοτεχνίας ή του έντεχνου λόγου.
Και οι δύο αυτές αντιλήψεις υπάρχουν δυσδιάκριτα, σε συνεχή διαπλοκή, ήδη από την εγκαθίδρυση του γένους από τον Μπατώ και τον Χέρντερ: για τον δεύτερο το «ποιητικό» είναι θεμελιώδης ανθρωπολογικά τρόπος έκφρασης που απαντάται και εκτός του γένους –οπότε εν προκειμένω η θεωρία της ποίησης αποτελεί συνεισφορά στη γενική ανθρωπολογία–, και για τον πρώτο προσδιορίζει τα σημεία των κειμένων που αποδίδουν συναισθήματα. Ο Γκαίτε θα παρατηρήσει συναφώς: «Οι τρεις τρόποι λογοτεχνικής έκφρασης είτε συνυπάρχουν σε ένα κείμενο είτε απαντάται ο καθένας ξεχωριστά. Στο μικρότερο ποίημα τούς βρίσκει κανείς συχνά μαζί, και από αυτή την ένωσή τους στον ελάχιστο χώρο ανακύπτει η ωραιότερη σύνθεση».
Είναι αλήθεια ότι παρά τη διαπίστωση της αποτυχίας απόσταξης καθαρών ευρημάτων κατά την οντολογική διερεύνηση της έννοιας στον 20ο αιώνα, η επιθυμία ευκρινών κατηγοριοποιήσεων των κειμένων από αναγνώστες, εκδότες και θεωρητικούς δεν υποχώρησε. Η απόδοση τροπικών χαρακτηρισμών (οιονεί γενολογικής) κυριότητας σε επιμέρους σημεία κειμένων τωόντι δεν ικανοποιεί, όπως δεν ικανοποιεί και το συνολικό ταυτοτικό μπαστάρδεμα, ήτοι η υπαγωγή ενός κειμένου σε δύο ή τρία γένη ταυτόχρονα. Αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή διαμόρφωση δύο τάσεων τόσο στη θεωρία όσο και στα αναγνωστικά μας αντανακλαστικά – δύο τάσεις που καλούνται να διαχειριστούν την οντολογική αστάθεια της έννοιας και τον πολύτροπο χαρακτήρα της στις ραψωδίες της γενεαλογίας της. Ορισμένως, η κατηγοριοποίηση ενός κειμένου αποτελεί επιδραστική συνιστώσα για τη συνεπή ερμηνεία του – ipso facto, ανάγνωση και παρανάγνωση είναι, κατά μία έννοια, συνώνυμοι όροι, καθώς μετέρχονται αναπόδραστα της προβολής και της ενοποίησης κατά τη συγκεκριμενοποίηση-απαρτίωση απροσδιόριστων σημείων του κειμένου για τη (φαινομενολογική) συγκρότηση ενός νοήματος, που ούτε μπορεί πλήρως να ελεγχθεί ούτε να προβλεφθεί από τον συγγραφέα. Η ερμηνευτική σημασία της κατηγοριοποίησης του κειμένου έχει πολλές πτυχές: η ενεργοποίηση γενολογικών συμβάσεων και αναγνωστικών προσδοκιών αποτελεί καταλυτική παράμετρο της εμπρόθετης δημιουργίας, χωρίς τις οποίες αδρανοποιείται αισθητικά το έργο. Η υπαγωγή σε κάποιο γένος επιτρέπει και την ενεργοποίηση διακειμενικών συνειρμών και υπερκειμενικών «τόπων» εντός μιας γλωσσικής παράδοσης αλλά και του διεθνούς πλαισίου της ιστορίας του γένους.
Από τις δύο σύγχρονες γενολογικές τάσεις της θεωρίας η πρώτη επιμένει στην οντολόγηση, συνεχίζοντας τη μονιστική κληρονομιά των «παραγωγικών» ορισμών της ποίησης. Ο μονισμός κριτηρίου είναι όμως πλέον μια στάση αμυντική απέναντι στην αφιλονίκητη πολυμορφία των κειμενικών τύπων. Επικαλείται ένα μόνο σταθερό γνώρισμα ως τον πυρήνα ή τη γενολογική ουσία/ουσιότητα την ποίησης. Δεν αρνείται ότι υπάρχουν άλλοι τύποι κειμένων που αξιώνονται τη συμπερίληψη στην ποίηση, αλλά προτάσσει αποφαντικά ένα μόνο ικανό και αναγκαίο χαρακτηριστικό, εξορίζοντας από το σώμα της ποίησης ή εκτοπίζοντας στην περιφέρειά της όποιο κείμενο δεν το πληροί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποτυγχάνει να εκπληρώσει το ζητούμενο, τη θεωρητική διαχείριση της ήδη δεδομένης κειμενικής πολυτυπίας και της ιστορικά διαμορφωμένης δυσαντίρρητης πολυαρχίας του «πρωτεϊκού» γένους. Δηλαδή αρνείται ή περιθωριοποιεί αναχρονιστικά ένα μέρος των κειμένων που εξέτασε (ή όφειλε να εξετάσει) ως ποιήματα για να διαμορφωθεί ως θέση. Έτσι, κάθε σύγχρονη μονιστική θεωρία του γένους πατάει σε δύο λογικά λάθη: ένα λογικό πρωθύστερο και μια άτυπη πλάνη «της πλαστής καθολικότητας» (ή «της εσπευσμένης γενίκευσης»), απολυτοποιώντας μεμονωμένες μορφές και υφολογικά Παραδείγματα, συχνά της προ-Ρομαντικής και Ρομαντικής περιόδου. Τέτοιες θεωρίες στην καλύτερη περίπτωση αποπειρώνται καταχρηστικά μια «Komplexitätsreduktion» (περιορισμό της πολυπλοκότητας ενός πεδίου), με σκοπό τη διεκδίκηση μεγαλύτερης επιστημονικής σαφήνειας του βάθους και ευκρίνειας του εύρους της έννοιας. Συχνά όμως έχουν μια υπόρρητη κανονιστική στόχευση, λειτουργώντας ως ψευδώνυμοι συλλογισμοί χάριν κατακύρωσης μιας αισθητικής προτίμησης. Γιατί πρόκειται ενίοτε για αισθητικούς ανταγωνισμούς και ανομολόγητες ανασφάλειες γραφόντων, ή για θεωρίες συνειδητής και προγραμματικά αυτοδικαιωτικής ποιητοποιητικής (autorpoetisch) περιχαράκωσης, και, εντέλει, επιλεκτικής τυφλότητας κατά την εξέταση τού, απ’ ό,τι φαίνεται για πολλούς, δυσαντίβλεπτου αντικειμένου της ποίησης. Ο δε μαχητικός παρωπιδισμός τους θυμίζει τη ρήση του Μπόρχες για τη θεωρητική συστηματοποίηση: «δεν είναι παρά η υπόταξη κάθε πτυχής του σύμπαντος [εν προκειμένω της ποίησης] σε μία απ’ όλες του».
Η δεύτερη θεωρητική τάση αξιοποιεί και για τη γενολόγηση (τον «κειμενικό τύπο») αυτό που πριν ονόμασα «κειμενικούς τρόπους». Αποδέχεται την αδυνατότητα συμπεριληπτικού ορισμού του γένους δεδομένης της κειμενικής πρωτεϊκότητας και των ατέρμονων μετασχηματισμών του. Δεν προσπαθεί να ορίσει, πόσω μάλλον να περιορίσει και να περιστείλει το εύρος της έννοιας. Αυτό που κάνει είναι να εξετάζει τους λόγους για τους οποίους προσδίδεται σε κείμενα εν συνόλω, προσπαθώντας να συλλάβει τα γνωρίσματα εκείνα που λειτουργούν ως «δεσπόζουσες», ως ικανές αλλά όχι αναγκαίες συνθήκες από μεριάς των κειμένων, βάσει των οποίων αποδίδεται φαινομενολογικά ο όρος κατά την πρόσληψη. Η δεύτερη τάση υπερβαίνει δηλαδή την εννοιολογική στατικότητα ενός «αντικειμένου» που χρήζει ορισμού, για χάριν μιας ρευστής έννοιας που δομεί και μεταλλάσσει η παράδοση, επενεργώντας τόσο στην ανάγνωση και τις προσδοκίες της, όσο και στη δημιουργία. Έτσι, η θεωρητική αυτή τάση δεν διυλίζει το σώμα των συγκαταριθμούμενων κειμένων, γιατί δεν το αντλεί από τον ορισμό, αλλά από την παράδοση και τη χρήση του όρου εντός του κοινωνικού θεσμού της λογοτεχνίας, την οποία όμως λοιπόν αδυνατεί να νουθετήσει (καθότι θα ήταν αθέμιτο ένεκα φαύλου κύκλου). Αυτό που κάνει είναι να συλλέγει παρατηρήσεις εξετάζοντας από διαφορετικές εποχές πληθώρα κειμένων που εξακολουθούμε να αποδεχόμαστε ως ποίηση. Αναγνωρίζοντας την κειμενική πολυτροπία, ανιχνεύει και απαριθμεί ανεξάρτητα γνωρίσματα που μπορούν να διαγνωστούν ως τυπικά, και που λειτουργούν ως «δεσπόζουσες» κατά την πρόσληψη – και άρα εντέλει ως κριτήρια κατηγοριοποίησης κειμένων. Θεωρίες τέτοιου τύπου είναι πλουραλιστικές και ανοιχτές σε μελλοντικούς εμπλουτισμούς ή και περιορισμούς των εκάστοτε γενοτυπικών κριτηρίων, βάσει των ηθών, ήτοι της χρήσης γενολογικών όρων εντός του θεσμού της λογοτεχνίας.
Κλείνοντας ας αναφερθεί και το εξής παράπλευρο: Στους Ρομαντικούς οφείλουμε μια ευρύτερη μεταφορική αυτονόμηση της έννοιας της «ποίησης», την εξωκειμενική χρήση της (ορθότερα: του «εξωγλωσσικά ποιητικού») ως ποιότητας – μια μεταφορά που αυτονομήθηκε έως τις μέρες μας ως παραπόταμος με τα δικά του ιζήματα στο συλλογικό ασυνείδητο. Αν και ακόμα πιο ασαφής και συγκεχυμένος στη μεταφορική του χρήση, ο προσδιορισμός έχει τη δική του, πολύ θετικότερη σημασιολογία όταν δεν αναφέρεται στον κειμενικό ορίζοντα γεγονότων, όπως σε εκφράσεις του τύπου «ποιητική στιγμή» ή «ποιητική φωτογραφία». Πόσο πιο δελεαστική μοιάζει για τους περισσότερους η έκφραση «ένα ποιητικό απόγευμα» ή δείπνο ή ταινία ή σχέση, από την έκφραση «μια ποιητική συλλογή»…

*Ο Αλέξιος Μάινας είναι ποιητής

Μανώλης Μπαμπούσης, Σωτηρία, 2019, φωτογραφία, inkjet c print, 225 x 150 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου