22/1/11

Φόβος και πολιτική


ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

ΚΟΡΕΪ ΡΟΜΠΙΝ, Φόβος. Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 407

Δε γνωρίζω αν κάποιος αντιπρόεδρος των ΗΠΑ κατηγόρησε, το 2004, έτος πρωτότυπης έκδοσης αυτής της μελέτης, τον συγγραφέα, ως «ακραίο» ή και «συνομιλητή τρομοκρατών». Δε θεωρώ βέβαια ότι χρειαζόταν να το κάνει, αφού η απομόνωση σε ένα πανεπιστημιακό campus ισοδυναμεί, πολλές φορές, με έναν ιδιότυπο εξοστρακισμό: εντός του, επικρατεί ελευθερία λόγου. Εκτός πανεπιστημίου, η έλλειψη πρόσφορων συνομιλητών καθιστά οποιαδήποτε αντίθετη φωνή πολιτικά ανίσχυρη. Υπενθυμίζω ότι η επτάχρονη χούντα συνέλαβε (και ο Ανδρέας Παπανδρέου ολοκλήρωσε) το σχέδιο μεταφοράς του Πανεπιστημίου Αθηνών στην υγειονομικά ελεγχόμενη και απομακρυσμένη περιοχή του Ζωγράφου. Το ακαδημαϊκό σώμα θα όφειλε, σύμφωνα με σχεδιασμούς που καθίστανται σήμερα επίκαιροι, να ασκεί τις διάφορες επιστήμες και να συμβάλλει με «εποικοδομητικές προτάσεις» στο κυβερνητικό έργο.

Τι σχέση έχουν τα παραπάνω, θα αναρωτηθεί κανείς, με ένα δοκίμιο ιστορίας της πολιτικής σκέψης; Και τι το ακραίο θα μπορούσε να διαθέτει ένα τέτοιο πόνημα; Η έννοια του φόβου στη σκέψη του Χομπς, του Μοντεσκιέ, του Τοκβίλ και της Άρεντ, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ενδιαφέρον αντικείμενο διερεύνησης για κάποιους ειδικούς ή για βιβλιόφιλους προς άγραν επέκτασης των πνευματικών τους οριζόντων. Ο Κόρεϊ Ρόμπιν, όμως, προσθέτει μία κρίσιμη συνισταμένη στην ανάγνωσή του, αυτή του γνωστικού ενδιαφέροντος από τη σκοπιά του παρόντος. Αναρωτιέται, δηλαδή, αν και σε ποιο βαθμό θα χρησίμευαν τα θεωρητικά εργαλεία που μας παρέχουν οι συγκεκριμένοι στοχαστές για τη σημερινή κοινωνία και την πολιτική πρακτική, αλλά και για τις σύγχρονες συνθήκες στους χώρους εργασίας, φέρνοντας έτσι στο φως την πολύπλοκη σχέση της κλασσικής φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης αλλά και της φιλελεύθερης δημοκρατίας (στις ΗΠΑ, και όχι μόνο) με τον φόβο. «Παρότι» καθηγητής πολιτικής επιστήμης, δηλαδή, προσπαθεί να παρουσιάσει τα πορίσματα των ερευνών του στον κάθε ενδιαφερόμενο, παρέχοντας, με εύληπτο τρόπο, πληροφορίες χρήσιμες για την ανατροπή διαφόρων κοινών τόπων περί πολιτικής.
 Ένας τρέχων κοινός τόπος, στη σημερινή μνημονιακή Ελλάδα, είναι η ανάγνωση του πολιτικού, του οικονομικού και του κοινωνικού με ψυχολογικούς και πολιτισμικούς όρους. Η αγορά «έχει μια ψυχολογία», η κοινωνία «περνάει κατάθλιψη», οι έλληνες νιώθουν ή οφείλουν να νιώσουν «ενοχές» για την κατάσταση που βρισκόμαστε, όλα ξεκινούν από την απομάκρυνση από κάποιο «ελληνικό ήθος» ή «τρόπο ζωής», ο οποίος χάθηκε κατά τη διάρκεια της  βίαιης μετεπιβίβασης από «το γαϊδουράκι στο αυτοκίνητο».  Εκτός από την «ενοχή», για την οποία έγραψε ένα εύστοχο σχόλιο ο Νικόλας Σεβαστάκης στα προηγούμενα «Ενθέματα», στο επίκεντρο της (ψευτο)ψυχολογικοκεντικής πολιτικής ανάλυσης βρίσκεται και ο «φόβος»: Ο φόβος ως ανησυχία που απειλεί τη συλλογική μας ευδαιμονία, την ίδια μας την επιβίωση.
Στα δικά μας συγκείμενα, το βιβλίο Ο Φόβος... θα μπορούσε να χρησιμεύσει  ως αντίβαρο αυτής της διάχυτης ροπής προς τον ψυχολογισμό και την  ηθικολογία. Κι αυτό γιατί ο  Ρόμπιν  δεν περιγράφει τις επιπτώσεις του ως ενός διάχυτου μεν στην κοινωνία αλλά, εντέλει, εξατομικευμένου και άσχετου με την πολιτική συναισθήματος. Διακρίνει τον φόβο όπως αυτός βρίσκεται στη «φυσική του μορφή», και τον φόβο μετά την παραγωγή και εκμετάλλευσή του από μια εξουσία που τον χρησιμοποιεί ως πολιτικό εργαλείο για να επιτύχει πολιτικά οφέλη. 
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, υπάρχουν δύο παραγόμενα είδη πολιτικού φόβου: στο πρώτο, οι πολιτικοί ηγέτες ορίζουν και ερμηνεύουν τα αντικείμενα που πρέπει ο λαός να φοβάται (π.χ. οι επιθέσεις με άνθρακα μετά την 11η Σεπτεμβρίου). Αυτός ο τρόπος συνήθως προϋποθέτει ότι οι ηγέτες και οι λαοί στους οποίους απευθύνονται μοιράζονται την ίδια ταυτότητα και ότι οι δύο ομάδες αισθάνονται πως η ταυτότητά τους απειλείται. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής φόβου συνηθίζεται σε πολεμικές περιόδους, διότι η κύρια συνιστώσα του είναι το έθνος ή κάποιο άλλο είδος συνεκτικής κοινότητας, και το κύριο αντικείμενό του είναι ένας εξωτερικός εχθρός ή κάποια άλλη εξωτερική απειλή.
Το δεύτερο είδος φόβου πηγάζει από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ιεραρχίες που διαιρούν ένα λαό. «Παρόλο που και αυτό το είδος μπορούν να το δημιουργήσουν, να το κατευθύνουν ή να το διαχειριστούν οι πολιτικοί ηγέτες, ο συγκεκριμένος στόχος ή λειτουργία του είναι ο εσωτερικός εκφοβισμός: η χρήση κυρώσεων ή η απειλή κυρώσεων προκειμένου να διασφαλισθεί η διατήρηση ή η ενίσχυση της εξουσίας μιας ομάδας σε βάρος μιας άλλης. Σε αυτή την περίπτωση ο φόβος είναι πιο οικείος, λιγότερο μυθώδης, καθώς ξεπηδά από τις κάθετες συγκρούσεις και τους ποικίλους διαχωρισμούς που ενυπάρχουν σε μια κοινωνία. Αυτό το δεύτερο είδος αναπτύσσεται μέσα από τις ανισότητες και βοηθά στη διαιώνισή τους, συνδέεται τόσο στενά με τις πολιτικές ιεραρχίες ώστε αποτελεί τον βασικό τρόπο κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου»  (σελ. 36).
Τι επιτυγχάνεται με όλα αυτά; Η κατασκευή της συναίνεσης, η καταστολή των κοινωνικών αντιδράσεων, η παραγωγή μιας αρραγούς και ομοιογενούς ταυτότητας στόχων και προοπτικών. Παραφράζοντας τον Καρλ Σμιτ, κυρίαρχος θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτός που μπορεί κάθε φορά να ορίζει κάτι ως απειλή απέναντι στην ευδαιμονία του πληθυσμού, που μπορεί να ερμηνεύει τη φύση και τα αίτια αυτής της απειλής, αυτός που μπορεί να επιβάλλει έναν συγκεκριμένο τρόπο αντιμετώπισης της απειλής, καθιστώντας συγκεκριμένους φόβους ως αντικείμενα δημόσιας συζήτησης και μαζικής κινητοποίησης.
Σύμφωνα με την (κλασσική και σύγχρονη) φιλελεύθερη σκέψη, ο πολιτικός φόβος, μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας, υποτίθεται πως διαθέτει μόνο μια θετική πλευρά: μας διδάσκει τη βαρύτητα κάποιων ιδιαίτερων πολιτικών αξιών. Ο φόβος της ανομίας, για παράδειγμα, υποτίθεται ότι καλλιεργεί το σεβασμό απέναντι στο κράτος δικαίου, ο φόβος του ολοκληρωτισμού την εκτίμηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ο φόβος του φονταμενταλισμού την ενίσχυση της ανεκτικότητας και του πλουραλισμού. Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Αν εξετάσουμε το παράδειγμα των ΗΠΑ, ο φόβος της ανομίας οδήγησε στην περιστολή ελευθεριών χάριν της ασφάλειας, ο φόβος του (σοβιετικού) ολοκληρωτισμού στον μακαρθισμό, ο φόβος του φονταμενταλισμού στη μουσουλμανοφοβία και σε δύο πολέμους. Είναι αυτός ο λόγος που ο Ρόμπιν εμμένει στο «ποιος και με ποιον τρόπο» καλλιεργεί, χρησιμοποιεί και αντιμετωπίζει συγκεκριμένους φόβους - και μάλιστα, σε ένα καθεστώς φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Ενοχλητική διευκρίνιση η τελευταία, αφού πολλοί διανοούμενοι (και όχι μόνον εντός Αμερικής) θεωρούν ότι το μόνο είδος πολιτεύματος που μπορεί να οργανώνει και να χρησιμοποιεί εργαλειακά την ανάδυση του φόβου είναι ένα άνομο, βίαιο κράτος που συνθλίβει την αυτόνομη κοινωνία πολιτών, και, άρα, σε ένα δημοκρατικό καθεστώς ο φόβος δε μπορεί παρά να προέρχεται από άλλα, μη πολιτικά αίτια που πρέπει να αναζητηθούν στην κουλτούρα και την ψυχοσύνθεση των μαζών.
Κι έχουν, εν μέρει, δίκιο: Προκειμένου να μπορεί να μας κινητοποιεί ο πολιτικός φόβος, το αντικείμενό του πρέπει να ανήκει στην επικράτεια της πολιτικής, κι ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, στη σκέψη των πιο φοβισμένων να μένει μακριά από αυτήν. Όταν κατανοούμε τα αντικείμενα του φόβου μας ως μη πολιτικά, αυτό μας ωθεί να τα διαχειριζόμαστε ως ανυπέρβλητους εχθρούς και, ταυτόχρονα, ανανεώνει –ή, μάλλον, παράγει- την αίσθηση του «εμείς» ως συλλογικότητας, ως ενός αδιαίρετου υποκειμένου που προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια εξωτερική απειλή. Αντίθετα, αν κατανοήσουμε ως βαθιά πολιτικά τα αντικείμενα του φόβου μας, τότε θα μπορέσουμε να τα κάνουμε αντικείμενα συζήτησης, να ανακαλύψουμε ότι είμαστε λιγότερο ενωμένοι με κάποιους συμπολίτες μας από ό,τι πιστεύαμε. Κι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την διάρρηξη και καταστροφή της εικόνας ενός ενιαίου κοινωνικού σώματος με κοινά συμφέροντα.
Διόλου τυχαία, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Ρόμπιν διερευνά τον κατασταλτικό φόβο στο αμερικάνικο εργασιακό περιβάλλον. Εκεί, στις αδιαφανείς πρακτικές πρόσληψης και απόλυσης, προαγωγής και υποβιβασμού, στις επιβαλλόμενες και πιεστικές σχέσεις οικειότητας που αναπτύσσονται μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, ο φόβος αποδεικνύεται εξαιρετικά δραστικός και ταυτόχρονα προστατευόμενος από τα πανύψηλα τείχη που ορθώνει το νομικό οπλοστάσιο και η πολιτική αδιαφορία. Ο αόρατος, «εκτός πολιτικής» χώρος της εργασίας, όπου επικρατεί, τάχα, μόνον η διαχειριστική λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους, αποκαλύπτεται τελικά ως ο προνομιακός χώρος εκφοβισμού, διάχυσης του πολιτικού φόβου στο πεδίο της καθημερινότητας. 
Παράδοξη διαπίστωση, αυτή η τελευταία, για έναν liberal καθηγητή πολιτικής επιστήμης. Στα καθ’ ημάς, όπου άλλοι, (αυτό)προβαλλόμενοι ως πιο προοδευτικοί, έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τον χώρο της εργασίας ως γνωστικό αντικείμενο, ίσως θα μπορούσε, πράγματι, να θεωρηθεί και ακραία.

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός  

   
ΤΗΣ JOANNA BOURKE

Προσδημοσίευση από το βιβλίο της Φόβος.
Στιγμιότυπα από τον πολιτισμό του 19ου και 20ού αιώνα
, εκδόσεις Σαββάλα, σελ. 688

Πριν από μερικά χρόνια, με φόβο και τρόμο, ξεκίνησα να αντιμετωπίσω το πιο διάχυτο συναίσθημα της νεωτερικής κοινωνίας: το φόβο. Από πολιτική άποψη, ο κόσμος ήταν τότε διαφορετικός. Ήταν πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, όταν αεροπλάνα που είχαν καταληφθεί από τρομοκράτες συνετρίβησαν πάνω στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και στο Πεντάγωνο. Για μένα προσωπικά ήταν ωστόσο μια πολύ πιο αθώα εποχή· δεν είχε διαγνωστεί ακόμα η ασθένεια που έμελλε να απειλήσει τη ζωή μου και να μου υπενθυμίσει τη δική μου θνητότητα. Το παρελθόν φαινόταν ασφαλέστερο. Μέσα στο λιτό καταφύγιο δεκάδων βιβλιοθηκών και αρχείων, άπλωνα το περιεχόμενο της ζωής άλλων ανθρώπων πάνω στο γραφείο μου και κρυφάκουγα με ηδονή να εξομολογούνται τον τρόμο που αισθάνονταν. Οι συγγραφείς, αυτοαποκαλούμενοι ειδικοί της συναισθηματικής διαχείρισης, ακούγονταν να συμβουλεύουν αυτά τα άτολμα άτομα. Συχνά ωστόσο αυτοί που κήρυτταν κοσμικά ευαγγέλια του «μη φοβού» αρέσκονταν να επιδίδονται σε κινδυνολογίες. Οι άνθρωποι παντού φαίνονταν πολύ ανήσυχοι. Παρά την απόσταση στο χρόνο και στο χώρο, τα τρομαγμένα τραυλίσματά τους ήταν μερικές φορές εκκωφαντικά· άλλες φορές ομολογούσαν τις αγωνίες τους με αδύναμα, διστακτικά ψελλίσματα.
Θάνατος και καταστροφή· εφιάλτες και φοβίες· νέες τεχνικές εξόντωσης και επικίνδυνες τεχνολογίες· σώματα που προδίδουν: μια φαινομενικά ατελείωτη σειρά τρομερών δοκιμασιών και ταλαιπωριών που φαινόταν να αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στον 20ό αιώνα. Το χειρότερο: υπήρχαν εποχές κατά τις οποίες όλη η ιστορία έμοιαζε να απαγγέλλει ένα τραυματικό σενάριο, που δεν είχε απαντήσεις ή «νόημα». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο τρόμος των ανθρώπων ήταν τόσο συγκλονιστικός, ώστε οι πλέον θεμελιώδεις ταυτότητες κινδύνευαν να καταποντιστούν. Χρειάστηκα χρόνο να παρατηρήσω την εκπληκτική δημιουργικότητα με την οποία αυτοί οι τρομαγμένοι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, αντιλαμβάνονταν τη δύσκολη θέση τους και ξανάφτιαχναν τον κόσμο τους μετά την καθηλωτική δύναμη του φόβου. Το να εξετάζουμε τους φόβους της κοινωνίας μας, στις παλαιότερες και στις σημερινές εκδηλώσεις τους, μας επιτρέπει να σκεφτούμε το μέλλον. Είναι ένα μέλλον της επιλογής μας.
Παρ’ όλα αυτά, αφότου ολοκλήρωσα αυτό το βιβλίο, μερικές από τις απειλές που προκαλούσαν μεγάλο φόβο στο παρελθόν έχουν αυξηθεί ραγδαία σήμερα. Το φάσμα του «τρομοκράτη» έχει αποκτήσει θεϊκή δύναμη, αντίστοιχη με εκείνη του λοιμού σε προγενέστερες εποχές ή του Σατανά της θρησκείας. Η πλατιά διάδοση συστημάτων επιτήρησης, η δίωξη των μεταναστών, η επιπόλαιη καυχησιολογία για την αναγκαιότητα «προληπτικών χτυπημάτων» είναι ορισμένα από τα αποτελέσματα αυτού του πανικού. Σήμερα χρησιμοποιούμε τη γλώσσα του τρόμου για να δικαιολογήσουμε την τρομοκράτηση άλλων. Ως εκ τούτου, η επιστήμη και η πρακτική της καταστροφής έχουν πραγματοποιήσει ραγδαία και ανησυχητικά άλματα τα τελευταία χρόνια. Στον 21ο αιώνα πρέπει να σκεφτούμε το ενδεχόμενο ότι ο τρομερότερος κίνδυνος είναι αυτός τον οποίο απεργαζόμαστε σήμερα. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ μάς υπενθύμισαν ότι διαπράττουμε βία εναντίον άλλων ενώ είμαστε ταυτόχρονα θύματα τρομοκρατικής κτηνωδίας. Τα βασανιστήρια δικαιολογούνται συνήθως σήμερα όχι μόνο από τα άθλια ταμπλόιντ αλλά και από νομικούς κύκλους που θεωρούνται ευυπόληπτοι. Η αποστροφή που προκάλεσαν οι φωτογραφίες από πορνογραφικά βασανιστήρια που τράβηξαν Αμερικανοί στρατιώτες στη φυλακή Άμπου Γκράιμπ το 2004 υποχώρησε γρήγορα: μόνο μερικοί άνθρωποι παρατήρησαν τη σχετική αδιαφορία που εκφράστηκε στον Τύπο όταν δημοσιεύτηκαν εξίσου σοκαριστικές φωτογραφίες δέσμιων φυλακισμένων με κουκούλα που λιώνουν στη νομικώς ουδέτερη ζώνη του Γκουντάναμο. Η καθημερινή απεικόνιση βίαιων θανάτων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχει αμβλύνει την ευαισθησία: όταν πληροφορούμαστε αγριότητες που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή, μπορεί να αισθανόμαστε οίκτο ή αηδία· αλλά, όταν αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του φόβου, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο φόβος ο δικός μας – φόβος που μπορεί να αφορά εμάς, όχι ο φόβος που μπορεί να αφορά άλλους, αυτούς στους οποίους προκαλούμε δεινά. Αυταρχικές, τυφλές και δυσανάλογες αντιδράσεις έχουν γίνει ο κανόνας. Η δημόσια πολιτική και οι ιδιωτικές ζωές είναι δέσμιες του φόβου· ο φόβος έχει γίνει το συναίσθημα με το οποίο διαχειριζόμαστε τον δημόσιο βίο. Είναι καιρός να επανέλθουμε σε μια πολιτική που φοβάται για τη ζωή των άλλων, κοντινών και μακρινών. Αν και ο φόβος είναι κληρονομιά της ανθρωπότητας, ο τρόμος είναι η διαθήκη μας. Και πρέπει πάντα να τρέμουμε μπροστά στον ξένο που βλέπουμε κάτω από τα ερείπια της ιστορίας.
Ορισμένους απ’ αυτούς τους ξένους –καίτοι Βρετανοί και Αμερικανοί– συναντούμε σε τούτο το βιβλίο. Θα ήταν αδύνατον να εξετάσουμε όλους τους τύπους του φόβου που βιώθηκαν τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Κάθε φορά που άνοιγα ένα βιβλίο ή μιλούσα μ’ ένα φίλο, κάποιος νέος φόβος προέκυπτε. Μου έγινε, λόγου χάρη, έμμονη ιδέα η ιστορία των ηθικών αναστολών ή ο υπερβολικός φόβος του Θεού και πολύ ευχαρίστως θα έγραφα ένα ολόκληρο κεφάλαιο –όχι, ένα ολόκληρο βιβλίο– γι’ αυτό το θέμα. Τελικά όμως αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι, στη νεωτερικότητα, αυτή η αγωνία αφορούσε σαφώς μια μειοψηφία. Ορισμένοι φίλοι επιθυμούσαν εκτενέστερη ανάλυση του φόβου τους για τις πτήσεις· άλλοι με προέτρεπαν να ασχοληθώ με υπαρξιακές αγωνίες που συνδέονταν με την απώλεια της κοινωνικής θέσης· και άλλοι ήθελαν μεγαλύτερη ανάλυση του γοτθικού μυθιστορήματος και των ταινιών τρόμου. Πολλά θα μπορούσαν επίσης να ειπωθούν για την έλξη που ασκούν τα τρενάκια του ιλίγγου στα λουναπάρκ και τα επικίνδυνα αθλήματα. Αντιστάθηκα σ’ αυτούς τους πειρασμούς.
Αντίθετα, αυτό το βιβλίο διατρέχει, με χρονολογική σειρά, ορισμένους από τους κυρίαρχους φόβους και τις αγωνίες που εκδήλωσαν Βρετανοί και Αμερικανοί στο παρελθόν. Ο φόβος του θανάτου και του θνήσκειν είναι συνεχώς παρών στην ιστορία (για ορισμένους αναλυτές είναι ο πυρήνας όλων των φόβων), επομένως είναι σωστό ν’ αρχίσουμε με ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του φόβου κατά τον 19ο αιώνα. Προς το τέλος του βιβλίου επανερχόμαστε σ’ αυτό το θέμα στο πλαίσιο του σύγχρονου θανάτου και των τρόπων με τους οποίους οι ετοιμοθάνατοι αντιμετωπίζουν σήμερα αυτό το αίσθημα τρόμου. Εξετάζεται επίσης η ξαφνική συνειδητοποίηση γεγονότων που απειλούν τη ζωή: Πώς άτομα και ομάδες αντιμετωπίζουν το παράλογο, ή και το άδικο, των καταστροφών; Ποια διαφορά υπάρχει όταν η καταστροφή είναι ανθρωπογενής;

Η Joanna Bourke είναι καθηγήτρια ιστορίας στο Birkbeck College του Λονδίνου

Προκειμένου να μπορεί να μας κινητοποιεί ο πολιτικός φόβος, το αντικείμενό του πρέπει να ανήκει στην επικράτεια της πολιτικής, κι ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, στη σκέψη των πιο φοβισμένων να μένει μακριά από αυτήν.
Ο αόρατος, «εκτός πολιτικής» χώρος της εργασίας, όπου επικρατεί, τάχα, μόνον η διαχειριστική λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους, αποκαλύπτεται τελικά ως ο προνομιακός χώρος εκφοβισμού, διάχυσης του πολιτικού φόβου στο πεδίο της καθημερινότητας. 

 Είναι καιρός να επανέλθουμε σε μια πολιτική που φοβάται για τη ζωή των άλλων, κοντινών και μακρινών. Αν και ο φόβος είναι κληρονομιά της ανθρωπότητας, ο τρόμος είναι η διαθήκη μας

Δεν υπάρχουν σχόλια: