17/8/13

«Το αγόρι της κολλητής μου»

Η διαδικτυακή κειμενική πορνογραφία ως μυθοπλασία

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ


Η διερεύνηση των ορίων είναι πάντοτε μια συναρπαστική διαδικασία – πόσω μάλλον όταν αφορά ζητήματα ερωτισμού και σεξουαλικότητας. Όταν, δε, προστεθεί στο μείγμα και η δαιδαλώδης φύση του διαδικτύου, τότε τα συστατικά γίνονται αξεδιάλυτα. Ας προσπαθήσουμε να ωθήσουμε τα ελαφρύτερα από αυτά να επιπλεύσουν: στο κείμενο αυτό, θα επιχειρήσω μια σκιαγράφηση της ελληνόγλωσσης «κειμενοπορνογραφίας» στο διαδίκτυο. Προτού ξεκινήσει αυτή η διαδρομή, όμως, ας σταθούμε στους ίδιους τους όρους, καθώς η ονοματοδοσία δεν είναι σε καμία περίπτωση μια διαδικασία απλής χρήσης λέξεων∙ σύμφωνα με μια δημοφιλή διάκριση, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στο «erotica» και στο «pornography», στο μέτρο που το πρώτο σκοπεύει στην ερωτική απόλαυση μέσω ρεαλιστικής απεικόνισης «υψηλής ποιότητας», ενώ το δεύτερο είναι μια ζωώδης, μειωτική και χυδαία παρουσίαση της σεξουαλικής πράξης.[1] Δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στην άποψή μου για την διάκριση, αλλά θα αρκεστώ να επισημάνω πως την θεωρώ απλουστευτική και υπέρ το δέον ηθικιστική. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ένα θέμα τεράστιο[2], και, για τους σκοπούς του κειμένου, ονομάζουμε το αντικείμενό μας «κειμενοπορνογραφία», καθώς ο όρος αφενός δεν εμπεριέχει την δέσμευση του ποιοτικού χαρακτήρα, και αφετέρου είναι τρόπον τινά περιεκτικότερος, αφού αναφέρεται στην εν γένει απεικόνιση της ερωτικής πράξης – έστω και αν συχνά χρησιμοποιείται, όπως είδαμε, ως δηλωτικό χαμηλού επιπέδου.

Συνήθως, τα κείμενα που αφορούν την πορνογραφία είναι είτε καταδίκες μιας χυδαίας και ανήθικης πρακτικής, είτε επιτηδευμένες lifestyle ιαχές θαυμασμού, που δίνει την ετικέτα του «άνετου» και «προοδευτικού» στον συντάκτη. Αυτό σημαίνει πως σπανίως αντιμετωπίζεται η πορνογραφία –και δη η κειμενική– ως φαινόμενο, ή, ακόμα σπανιότερα, ως μυθοπλασία. Αυτή την πτυχή θα προσπαθήσω να αναδείξω, κινούμενος σε άξονες που αφορούν κοινωνιολογικές όψεις, κάποια ζητήματα αφηγηματικών τεχνικών, τον μηχανισμό της «παρέκκλισης», καθώς και την έμφυλη διάσταση. Το υλικό μπορεί να αντληθεί από διάφορες ιστοσελίδες, αλλά για το κείμενο αυτό επιλέχθηκε κυρίως η μεγαλύτερη εξειδικευμένη, το xstream.gr, και βοηθητικά το bokakios.gr  και το flock.gr. Στο άρθρο δεν θα παρατεθούν τμήματα των κειμένων, όχι τόσο για λόγους ευθιξίας, όσο γιατί σε μια σύντομη γενική σκιαγράφηση τα παραθέματα δεν έχουν θέση. Ο αναγνώστης, άλλωστε, μπορεί εύκολα να περιπλανηθεί στις ιστοσελίδες και να σχηματίσει δική του άποψη για το περιεχόμενο. Επίσης, λόγω του χαρακτήρα του άρθου δεν θα υπάρξουν παραπομές σε συγκεκριμένα κείμενα.
Η σκέψη από την οποία ξεπήδησε η ιδέα για το κείμενο αυτό είναι πολύ απλή και συνοψίζεται στο εξής: ενώ μέχρι πρόσφατα –μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 συγκεκριμένα[3]– η ερωτική λογοτεχνία ήταν υπόθεση συγκεκριμένων συγγραφέων, οι οποίοι παρέδιδαν τα κείμενά τους σε συγκεκριμένους εκδότες, για συγκεκριμένο κοινό, αποκομίζοντας και τα σχετικά κέρδη, πλέον, με την ανάδυση του διαδικτύου, ο οποιοσδήποτε μπορεί να παρουσιάσει τέτοιου είδους κείμενα μέσω μιας ιστοσελίδας, σε ένα πολύ μεγάλο, δυνητικά τουλάχιστον, κοινό δωρεάν∙ το μόνο που χρειάζεται είναι η θέληση να συντάξει ένα κείμενο. Αυτό το φαινόμενο εντάσσεται, βέβαια, στον γενικότερο «εκδημοκρατισμό» της πρόσβασης στην πληροφορία που επέφερε το διαδίκτυο. Το ζήτημα εκτείνεται πέρα από την απλή δωρεάν πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό: όπως τα ιστολόγια και οι φόρμες σχολίων στο κάτω μέρος των άρθων δίνουν την δυνατότητα να διατυπωθούν ιδέες και απόψεις, έτσι και στις ιστοσελίδες «κειμενοπορνογραφίας» ξεδιπλώνεται μια μορφή ερωτικής μυθοπλασίας διαφορετική από αυτή των εντύπων. Δεν αναφέρομαι στην ποιότητα, ούτε στην πρωτοτυπία των κειμένων –είτε πρόκειται για φόρμες σχολίων, είτε για ερωτικές ιστορίες–, αλλά στην πρωτοφανή δυνατότητα να διατυπώσει οποιοσδήποτε οτιδήποτε, οπουδήποτε. Η υφή μιας ερωτικής ιστορίας σε μια ιστοσελίδα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή ενός βιβλίου ή ενός περιοδικού –οι συνομήλικοι του γράφοντος θα θυμούνται τα θρυλικά «Love Letters» του περιοδικού Free– καθώς πρόκειται για ένα προϊόν που δεν έχει υποστεί την κρίση ενός αρχισυντάκτη ή εκδότη, ούτε αποφέρει κάποιο κέρδος. Η υπερπληθώρα απόψεων που πλημμυρίζει τα social media δεν αντιστοιχεί με την υπερπληθώρα ερωτικών ιστοριών: πρόκειται για μια διαδικτυακή υποκουλτούρα –όχι με την μειωτική έννοια– που κινείται μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια και αυτοαναπαράγεται. Η φύση της υποκουλτούρας αυτής προϋποθέτει και συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι, ενώ υπάρχουν σε κάθε διαδικτυακή κοινότητα, στην προκειμένη περίπτωση έχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες, αφού πρόκειται για κοινότητα που επιδιώκει την απόλαυση και όχι λ.χ τον τρόμο, όπως άλλες.
Για να αναφερθώ στους κανόνες αυτούς, θα πρέπει να εστιάσω αρχικά στην κοινωνιολογική πλευρά του θέματος. Με μια τέτοια οπτική πρόκειται για ομάδες χρηστών του διαδικτύου οι οποίοι, με κεντρικό άξονα συγκεκριμένες ιστοσελίδες –συνήθως η ίδια ιστορία απαντάται σε περισσότερες της μίας ιστοσελίδας– κατασκευάζουν και διηγούνται ιστορίες σεξουαλικού περιεχομένου. Όλοι ξέρουν πως οι ιστορίες αυτές είναι επινοημένες –πράγμα που είναι σαφές τόσο από την υπερβολή της πλειοψηφίας τους, όσο και από την πληθώρα μοτίβων που τις διαπερνούν– αλλά αντιδρούν σαν να είναι αληθινές, γεγονός που φαίνεται και από τα σχόλια που αφήνουν κάτω από πολλές ιστορίες∙ η μυθοπλασία, λοιπόν, κινείται και στον άξονα της ίδιας της εξιστόρησης των σεξουαλικών περιπετειών, αλλά και στην σιωπηρή συμφωνία τα μέλη να υποκρίνονται πως πρόκειται για αληθινές αναμνήσεις. Η δυναμική της ομάδας αυτής διαφαίνεται από την επιλογή των ψευδωνύμων τους, των θεμάτων τους και των ιστοριών που διαβάζουν (καθώς στο xstream υπάρχει ένδειξη για τον αριθμό των αναγνώσεων κάθε ιστορίας). Υπάρχουν ορισμένοι συντάκτες που ξεχωρίζουν, αφού δημοσιεύουν μεγάλο αριθμό ιστοριών, με κοινή συνήθως θεματική, ή –πολύ συχνά– την ίδια, μεγάλη ιστορία σε πολλά μέρη. Η τελευταία πρακτική, εκτός από το ότι διευκολύνει τον συντάκτη από άποψη χρόνου, δημιουργεί και μια σύνδεση με τους αναγνώστες, οι οποίοι αναμένουν την συνέχεια – όπως τα αναγνώσματα σε συνέχειες στις παλιές εφημερίδες. Στις περιπτώσεις αυτές, άλλωστε, παρατηρούνται και τεράστιοι αριθμοί αναγνωστών/αναγνώσεων, που μπορούν να φθάσουν και σε αρκετές χιλιάδες. Άλλωστε, συχνά ο συγγραφέας απευθύνεται στους αναγνώστες του, πληροφορώντας τους πως η ιστορία θα συνεχιστεί ακόμα καλύτερη, ή, σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιώντας ακόμα και cliffhanger – στο μέτρο, βέβαια, που το επιτρέπει το είδος του κειμένου. Η δημοτικότητα κάθε συγγραφέα έγκειται σε μεγάλο βαθμό στην εύστοχη επιλογή τίτλου, καθώς οι μετρήσεις των επισκέψεων συνδέονται με την περιέργεια ή το ενδιαφέρον που προκαλεί ο τίτλος, ώστε ο αναγνώστης να επιλέξει το κείμενο αυτό.
Το περιεχόμενο των κειμένων φανερώνει πως γράφουν άνθρωποι κάθε ηλικίας –ή άνθρωποι που υποδύονται άτομα κάθε ηλικίας– κυρίως από την Αθήνα και μερικές ακόμα μεγάλες πόλεις. Το ζήτημα του φύλου είναι ιδιαίτερο, οπότε θα αναφερθώ σε αυτό στη συνέχεια. Για την ώρα, αναφέρω μόνο πως η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων είναι –πιθανότατα– άνδρες. Αφού ανέφερα τις συγεκριμένες τρεις ιστοσελίδες, επισημαίνω πως, σε γενικές γραμμές, σημειώνεται μια διαβάθμιση: το xstream περιέχει σαφώς τις περισσότερο καλογραμμένες ιστορίες, οι οποίες έχουν και μυθοπλαστικές αξιώσεις, ενώ στο flock συναντώνται σε μεγαλύτερο βαθμό ιστορίες φτωχότερες από μυθοπλαστική άποψη, με μεγαλύτερη συγκέντρωση άκαμπτων στερεοτυπικών εικόνων. Το bokakios αποτελεί μια ενδιάμεση κατάσταση, κλίνοντας προς την πρώτη τάση. Βέβαια, καθώς το xstream είναι μια ιστοσελίδα πολύ μεγαλύτερη από τις δύο άλλες, είναι προφανές ότι περιέχει και πολλές ιστορίες χαμηλότατου επιπέδου. Όπως προείπα, όμως, οι διαβαθμίσεις αυτές δεν ακυρώνουν σε καμία περίπτωση την έκρηξη παραγωγής μυθοπλασίας∙ αντίθετα, την εμπλουτίζουν με διακυμάνσεις αναπόφευκτες που δηλώνει ακριβώς το δικαίωμα του οποιουδήποτε να δημοσιεύσει την ιστορία του, ανεξαρτήτως των αφηγηματικών του ικανοτήτων.   
Έχοντας σκιαγραφήσει μια αδρή εικόνα για την ομάδα των συμμετεχόντων, μπορούμε να εστιάσουμε στους κανόνες που αναφέρθηκαν προηγουμένως – δηλαδή, στο περιεχόμενο. Πρόκειται για εξιστορήσεις περιστατικών, με κύριο άξονα, προφανώς, το σεξ. Είτε ο αφηγητής είναι άνδρας, είτε γυναίκα, τα βήματα είναι, συνήθως, πολύ συγκεκριμένα: ο αφηγητής –στο 99% των περιπτώσεων υπάρχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση– αυτοπαρουσιάζεται, δίνοντάς μας στοιχεία για την ηλικία του, για το τι σπουδάζει ή πού εργάζεται, για την οικογενειακή του κατάσταση –σε μεγαλύτερες ηλικίες– και, κυρίως, για την εμφάνισή του. Τα πρότυπα ομορφιάς είναι εντυπωσιακά συγκεκριμένα και αναμενόμενα: στις περισσότερες περιπτώσεις οι πρωταγωνιστές, αλλά και πολλοί δευτεραγωνιστές, έχουν παρουσιαστικό βγαλμένο από τα πρότυπα της συμβατικής πορνογραφίας: τέλειες αναλογίες, γυμνασμένα σώματα, εντυπωσιακό και πολύ προκλητικό ντύσιμο. Οι γυναίκες συχνά περιγράφονται από αναλυτικά έως εξαντλητικά, ενώ οι άνδρες σύντομα και με υπερβολική τυποποίηση ακόμα και για αυτό το είδος μυθοπλασίας∙ εν ολίγοις, ακόμα και αν είναι πρωταγωνιστές, περιγράφονται μόνο τόσο, ώστε να είναι φανερό ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό που το αντικείμενο του πόθου ένιωσε έλξη γι’ αυτούς. Αυτό είναι, σαφώς, ένα στοιχείο τόσο για την ταυτότητα των συγγραφέων, όσο και για την απεύθυνση των ιστοριών: είναι ένας κόσμος πλήρως ανδροκρατούμενος.  Ακόμα και στην περίπτωση που τονίζεται πως κάποιος από τους συμμετέχοντες δεν είναι ιδανικά πλασμένος –αυτό έχει να κάνει συνήθως με το σωματικό βάρος, τα λεγόμενα «πιασίματα»–, ακόμα και τότε πρόκειται επί της ουσίας για ένα αρνητικό είδωλο του πώς θα έπρεπε κανονικά να μοιάζουν οι πρωταγωνιστές, αλλά για λόγους σαφούς διάθεσης παρέκκλισης, η οποία δηλώνεται, δεν μοιάζουν. Οι περισσότερο πρωταγωνιστές είναι νέοι, συχνά φοιτητές, και η διαδικασία την οποία ακολουθούν είναι πολύ συγκεκριμένη: πάνω από τις μισές ιστορίες λαμβάνουν χώρα σε κάποιο μπαρ, κλαμπ ή κάτι σχετικό, με την δράση να εκτυλίσσεται αρκετά γρήγορα ώστε να αφεθεί πολύς χώρος για την περιγραφή του σεξ καθαυτό. Στο σημείο αυτό κυριαρχούν συνήθως και πάλι οι πορνογραφικές συμβάσεις, οι οποίες απαιτούν μια δεδομένη ακολουθία κινήσεων και σεξουαλικών στάσεων προς την σταδιακή κορύφωση. Παρούσες είναι συνήθως οι βωμολοχίες μεταξύ των παρτενέρ, αντίθετα με τις αναλυτικές σωματικές και «χωροταξικές» περιγραφές, που συναντώνται μόνο σε κείμενα με περισσότερες αφηγηματικές αξιώσεις∙ στην μεγάλη πλειοψηφία των κειμένων, άλλωστε, τα πάντα θεωρούνται αυτονόητα και γνωστά.
Η συμβατική περιγραφή που επιχείρησα στην προηγούμενη παράγραφο, όμως, είναι μόνο ένας γενικός μανδύας που καλύπτει τις επιμέρους αποχρώσεις, και κυρίως την «παρέκκλιση» από αυτό που θεωρείται ως φυσιολογικό. Πέρα από παραλλαγές τόπου, χρόνου, ηλικίας και πλοκής, υπάρχει η σεξουαλική παρέκκλιση: ιστορίες αποκλειστικά για ομοφυλόφιλους, αρσενικούς και θηλυκούς, αποκλειστικά για transexual, αποκλειστικά αιμομεικτικές. Το xstream, μάλιστα, τις χωρίζει σε ειδικές κατηγορίες, ενώ οι άλλες ιστοσελίδες περιορίζονται σε μία ένδειξη μέσα σε αγκύλη μετά από τον τίτλο της ιστορίας. Οι αρσενικού ενδιαφέροντος ομοφυλοφιλικές ιστορίες είναι περίπου οι μισές από τις ετεροφυλοφιλικές, οι λεσβιακές και transexual ελάχιστες, αλλά οι αιμομεικτικές είναι πάρα πολλές. Οι τελευταίες περιλαμβάνουν ιστορίες με συγγένειες πολύ μακρινές –τρίτα ξαδέρφια, κουνιάδες, κ.ο.κ– μέχρι συνευρέσεις με γονείς. Η απλή περιέργεια δεν μπορεί σίγουρα να ερμηνεύσει την εντυπωσιακή αναγνωσιμότητα αυτών των ιστοριών. Η έλξη του απαγορευμένου έχει σίγουρα έναν σημαντικό ρόλο. Πολύ ενδιαφέρον είναι πως η αιμομειξία τοποθετείται στην ίδια μοίρα με τους εναλλακτικούς σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Πέρα από αυτές τις σεξουαλικές παρεκκλίσεις, μπορούμε να εντοπίσουμε και ένα μεγάλο φάσμα παραλλαγών εντός όλων των ειδών: ηδονοβλεψία, ομαδικό σεξ, σαδομαζοχισμό, διάθεση για παρακολούθηση της συνεύρεσης του δεσμού/συζύγου με τρίτο πρόσωπο, και, σε σχεδόν μηδαμινές περιπτώσεις, ακόμα και ουρολαγνεία ή κοπρολαγνεία. Οι πρακτικές αυτές ενσωματώνονται οργανικά μέσα στην αφήγηση, αποτελώντας συνήθως έναν μηχανισμό κορύφωσης και μεγέθυνσης της έντασης, καθιστώντας την ταυτόχρονα περιπλοκότερη. Η αφήγηση γίνεται σε τόνο σχεδόν απολογητικό όταν αφορά την παρέκκλιση, αλλά μόνο για τους ομοφυλόφιλους άνδρες. Οι ομοφυλόφιλες γυναίκες εμφανίζονται βάσει των πορνογραφικών συμβάσεων ως ετεροφυλόφιλες που απλώς διασκεδάζουν και με έναν ακόμα τρόπο. Οι δε αμφιφυλόφιλοι αποτελούν μια ειδική κατηγορία, που ισορροπεί ανάμεσα στην τυπική ετεροφυλοφιλική οπτική όταν συνευρίσκονται με γυναίκες, και στην απολογητική όταν συνευρίσκονται με άνδρες. Η δεύτερη περίπτωση, δε, παρουσιάζεται συνήθως ως μια υπέρβαση ή μια στιγμή τρέλας, παρά ως οργανικό στοιχείο του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Η «παρέκκλιση», λοιπόν, αποτελεί βασικό στοιχείο της συγκεκριμένης μυθοπλασίας – πράγμα αναμενόμενο, αν συνυπολογίσει κανείς ότι μεγάλο μέρος των συγγραφέων συμμετέχει στην κοινότητα ακριβώς για να εκφράσει τις σεξουαλικές του διαθέσεις και φαντασιώσεις, ειδικά τις πιο ασυνήθιστες, που είναι και λιγότερο πιθανό να πραγματοποιηθούν.
Ένα ζήτημα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι αυτό της απεικόνισης της γυναίκας στις ιστορίες. Γενικά, η γυναικεία ταυτότητα παρουσιάζεται να συμβαδίζει απόλυτα με τα πορνογραφικά στερεότυπα: οι γυναίκες ζουν και αναπνέουν για να προκαλούν, και κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να έλκουν την προσοχή. Οι όμορφες γυναίκες ντύνονται είτε εντελώς προκλητικά, είτε εντελώς συντηρητικά, μέχρι να ανακαλύψουν τον παρτενέρ που θα τις βάλει στον ορθό δρόμο. Δεν έχουν ποτέ αντίρρηση για καμία σεξουαλική πρακτική, αλλά ακόμη και αν έχουν ανακαλύπτουν πολύ σύντομα πως απλώς δεν την είχαν δοκιμάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό εμφανίζεται να ισχύει και για τον βιασμό, όπου το θύμα ανακαλύπτει σύντομα πως είναι μια καλή ευκαιρία για να διασκεδάσει με έναν ή περισσότερους αγνώστους. Τα στερεότυπα θέλουν πάντοτε την πλούσια γυναίκα να παραμελείται από τον σύζυγό της, με αποτέλεσμα να υποκύπτει στον νεαρό ηλεκτρολόγο/μηχανικό/καθαριστή πισίνας/φτωχό γείτονα, ο οποίος εκδικείται έτσι τον μεγιστάνα σύζυγο για το γεγονός ότι είναι μεγιστάνας. Αντίστοιχα, η νεαρή μαθήτρια/φοιτήτρια γοητεύει πάντοτε τον καθηγητή της ή τον μεσήλικα γείτονα. Εντυπωσιακό από αυτή την άποψη είναι το ύφος των ιστοριών με αφηγητή γυναίκα: ο λόγος, πλην των γραμματικών τύπων και κάποιων μικροδιαφορών στις περιγραφές, είναι απαράλλαχτος με αυτόν των ανδρών αφηγητών. Ακόμη και οι ιστορίες που φιλοδοξούν να παρουσιάσουν μεγαλύτερη μυθοπλαστική πολυπλοκότητα, δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι οποίες ίσως και να είναι γραμμένες από γυναίκες.
Η συμπεριφορά των γυναικών, οι επιδιώξεις τους, το σώμα τους, είναι ιδωμένα από το ανδρικό μάτι, ακόμη και όταν περιγράφουν οι ίδιες τον εαυτό τους. Αυτή η μυθοπλαστική ιδιοτυπία προέρχεται από τον σχεδόν απόλυτα ανδροκρατούμενο χώρο της πορνογραφίας, όπου, αν και τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί μια ξεχωριστή βιομηχανία που απευθύνεται στις γυναίκες[4], η γυναίκα εμφανίζεται απόλυτα υποταγμένη στις διαθέσεις του άνδρα. Όπως προανέφερα, ούτε οι ομοφυλόφιλες γυναίκες ξεφεύγουν από τον κανόνα: σε ιστορίες προφανέστατα γραμμένες από άνδρες, οι γυναίκες εμφανίζονται να δοκιμάζουν την συνεύρεση με το ίδιο φύλο ως ένα παρακινδυνευμένο ερεθιστικό πείραμα, συνήθως με φίλες τους, ή, σε ακόμα πιο ενδεικτικές για το θέμα αυτό περιπτώσεις, με πρώην ερωμένες του δεσμού/ συζύγου τους. Οι ομοφυλόφιλες γυναίκες, λοιπόν, δεν είναι παρά η αποτύπωση μιας διαδεδομένης ανδρικής φαντασίωσης.
Ακόμα και στις λίγες περιπτώσεις όπου υπάρχουν συνειδητοποιημένες ομοφυλόφιλες γυναίκες, αυτές συμπεριφέρονται ως άνδρες προκειμένου να θέλξουν το «θήραμά» τους. Έτσι, το ερώτημα κατά πόσο στις ιστοσελίδες αυτές γράφουν γυναίκες απαντάται πιθανότατα με την μικρή έως σχεδόν ανύπαρκτη παρουσία των γυναικών ως συγγραφέων.
Η αδρή αυτή σκιαγράφηση στόχευε στην πραγμάτευση ενός ζητήματος που δεν σχολιάζεται σχεδόν καθόλου, καθώς οι συζητήσεις γύρω από την πορνογραφία περιορίζονται συνήθως στην παραδοσιακή, οπτική της μορφή. Αν και η κοινότητα της ελληνικής κειμενοπορνογραφίας φαίνεται να ακολουθεί όλα τα στερεότυπα της μητρικής της βιομηχανίας, εντούτοις παραμένει ένα ιδιάζον είδος μυθοπλασίας, μια αφήγηση όπου ο συγγραφέας εκθέτει την φαντασίωσή του σε «ομότεχνους» και σε απλούς αναγνώστες. Θα ήταν λάθος, κατά τη γνώμη μου, να απορρίψουμε το φαινόμενο ως μια «κάστα ανώμαλων» και «φαλλοκρατών», καθώς η εξέταση των πραγμάτων οδηγεί σε γόνιμα συμπεράσματα μέσα από τον αφουγκρασμό της δικής τους, εσωτερικής λογικής. Αυτό, άλλωστε, είναι το διαδίκτυο: ένα μεγάλο πάρκο, όπου σε κάθε γωνία, μερικοί άνθρωποι επιδεικνύουν τα δικά τους, προσωπικά ταχυδακτυλουργικά.   
            
Ο Χρήστος Τριανταφύλλου είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας

[2] Ενδεικτική για αυτό είναι η σύγχιση που παρατηρείται και στο σχετικό λήμμα της δημοφιλέστερης αυτή την στιγμή στιγμιαίας πηγής γνώσης, της Wikipedia: en.wikipedia.org/wiki/Erotic_literature (ανακτήση 10/3/2013)
[3] Το διαδικτυακό φόρουμ από το οποίο ξεκίνησαν όλα: http://www.asstr.org/main.html (ανάκτηση 10/3/2013)
[4] Βλ. για παράδειγμα http://www.tinynibbles.com/smartporn (ανάκτηση 10/3/2013)


Δεν υπάρχουν σχόλια: